Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment regarding property ownership and possession claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's eviction judgment. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence proving her property rights and possession. The court found the eviction judgment legally sound because the Second Instance Court had properly evaluated all submitted documents, including deeds and inheritance declarations, to determine that the disputed property was not part of the appellant's ownership titles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033 of the Civil Code; Articles 974, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure; Articles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court has already comprehensively evaluated all submitted documents to form its conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 94 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 94/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε.-Κ. θυγ. Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βαρκλαντή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: Π. Ξ. του Σ. και 2. Κ. Ξ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Γασπαράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 441/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη-Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, για μεν την ίδρυση του από το αρθρ. 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: Το επίδικο είναι ένα ακίνητο έκτασης 365 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...-..." της περιφέρειας του Δήμου ..., συνορεύει, βόρεια με επαρχιακό δρόμο, δυτικά με ακίνητο που είναι επίδικο μεταξύ των εναγομένων και της Σ.
Μ., νότια με αγροτικό δρόμο και ανατολικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας, έχει σχήμα παραλληλόγραμμο, του οποίου οι μικρότερες πλευρές εφάπτονται στους παραπάνω δρόμους και καλύπτεται σχεδόν από θαμνώδη δασική βλάστηση. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έγινε κυρία του ακινήτου αυτού δυνάμει του .../7.4.1983 συμβολαίου του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, από αγορά από την Θ.
χα Κ. Χ. μείζονος έκτασης 1.000 τ.μ., μέρος της οποίας αποτελεί το επίδικο, ότι στην τελευταία είχε περιέλθει από κληρονομιά της μητέρας της Π. Μ. και ότι όλοι αυτοί και ο απώτατος δικαιοπάροχός τους, Σ. Μ., από το έτος 1870, το νέμονταν ενεργώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις που αρμόζουν σε κύριο και έτσι έγινε κυρία με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία.
Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της έκαναν πράξεις νομής στο επίδικο. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι πράξεις νομής στο επίδικο έκαναν οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους από του έτους 1908. Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δυνάμει του .../1908 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιθάκης Χρυσ.
Κουτσουβέλη, περιήλθε στον Κ. Ξ. ένα χωράφι, έκτασης "δύο βατσελίων περίπου", που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Αυτός το νεμόταν μέχρι τον κατά το έτος 1958 επισυμβάντα θάνατό του. Στη συνέχεια το νέμονταν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του και τα πέντε τέκνα του, μεταξύ των οποίων και ο Σ.
Ξ., πατέρας των εναγομένων, ο οποίος αποβίωσε το έτος 1960 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τα τέκνα του (εναγομένους), οι οποίοι μετά και το θάνατο της μητέρας τους Ε. Ξ. κληρονόμησαν και το δικό της μερίδιο, ενώ ο δεύτερος των εναγομένων κληρονόμησε και το ποσοστό της θείας του Α. χας Β.
Α. και έτσι ο πρώτος εναγόμενος ήταν συγκύριος κατά 3/40 ιδανικά μερίδια και ο δεύτερος τούτων κατά 10/40 ιδανικά μερίδια. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι και οι παραπάνω δικαιοπάροχοί τους από του έτους 1908 νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου, μισθώνοντας αυτό σε τρίτους για βόσκηση των ποιμνίων τους, συνέλεγαν, είτε οι ίδιοι, είτε τρίτοι, τον ελαιόκαρπο των ελιών που υπήρχαν σ' αυτό, επέτρεπαν σε μελισσοκόμους την τοποθέτηση κυψελών, επέβλεπαν τον επίδικο και απαγόρευαν σε τρίτους να εισέρχονται σ' αυτό χωρίς την άδειά τους.
Πιο συγκεκριμένα μέχρι το έτος 1958 το είχε μισθώσει ο Σ. Κ. από τον Κ. Ξ., για τη βοσκή του ποιμνίου του, ενώ μέχρι το έτος 1970, τον ελαιόκαρπο συνέλεγαν οι Μ. και Α. Ξ. και, στη συνέχεια, μέχρι το έτος 1978, οι Μ. Λ. και Γ. Κ. και μέχρι το 1988 η οικογένεια Α. Δ. και τα τέκνα τους Ε. Γ., Ι. Λ. και Γ. και Κ. Δ., κατόπιν συμφωνίας με τους κληρονόμους Κ.
Ξ., στους οποίους απέδιδαν, ως μίσθωμα, το ήμισυ του ελαιοκάρπου. Το έτος 1989 ο πρώτος των εναγομένων έδωσε άδεια στον Ν. Σ. και αυτός τοποθέτησε δέκα κυψέλες εντός του επιδίκου. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος μέχρι το έτος 1992 έριχνε στο επίδικο ξύλα και πριονίδια από το ναυπηγείο που είχε στο ... . Περαιτέρω, το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η ιδιοκτησία των εναγομένων δεν έχει σχέση με το επίδικο, με την αιτιολογία ότι, η θέση "...-...", που αναφέρεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ότι βρίσκεται η πωλούμενη έκταση, συμπίπτει ή είναι συνέχεια της θέσης "..." ή "..." της περιφέρειας του Δήμου ..., αφού ο ναός των Ταξιαρχών, από τον οποίο το τοπωνύμιο, βρίσκεται πολύ κοντά στο ονομαζόμενο "...", από δε το .../1977 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Ιθάκης Ε.
Συρμή προκύπτει ότι αφενός η περιοχή αυτή ονομάζεται και "...", αφετέρου ότι στην περιοχή αυτή υπάρχει ιδιοκτησία των εναγομένων, αφού αναφέρεται ότι συνορεύει μ' αυτήν, πέραν δε τούτων, οι εναγόμενοι και οι λοιποί μη διάδικοι συγκύριοι δεν έχουν άλλη ιδιοκτησία στην περιοχή που περιλαμβάνεται στις τοποθεσίες "...", "...-...", "...".
Επίσης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο .../1908 συμβόλαιο, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων αγόρασε έκταση "δύο βατσελίων περίπου" και με δεδομένο ότι ένα "βατσέλι" είχε έκταση 1.200 τ.μ. περίπου, η πωληθείσα έκταση ανέρχονταν σε 2.400 τ.μ. περίπου, ενώ οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ιδιοκτησία τους στην περιοχή αυτή ανέρχεται σε 4.147,20 τ.μ.
και συνεπώς δεν περιλαμβανόταν το επίδικο στην πωληθείσα έκταση, με την αιτιολογία, ότι και στην περίπτωση που το "ένα βατσέλι" αντιστοιχούσε σε 1.200 τ.μ., το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν μέσα στα όρια που περιγράφονται στο παραπάνω συμβόλαιο, πέραν δε τούτων, όπως προαναφέρεται, αποδείχθηκε ότι επ' αυτού (επιδίκου) ασκούσαν πράξεις νομής μόνο οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1908 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και όχι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της.
Επομένως, έκρινε το Εφετείο, ότι η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Θ. χα Κ. Χ. δεν ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς δεν έγινε τέτοια και η ενάγουσα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ και συγκεκριμένα διότι δέχτηκε ότι "άπαντες οι ανωτέρω συγκληρονόμοι απέκτησαν αυτοδικαίως τη συννομή επί του επιδίκου, αμέσως μόλις απεβίωνε ο εκάστοτε κληρονομούμενος συννομέας αυτού, εξ αδιαιρέτου και (διότι) επί τη βάσει της λανθασμένης αυτής παραδοχής του δέχτηκε περαιτέρω ως -επίσης λανθασμένο- καταληκτικό πόρισμα, το ότι άπαντες οι εν λόγω συγκληρονόμοι, ως εξ αδιαιρέτου συννομείς των εκάστοτε κληρονομιαίων ποσοστών επί του επιδίκου, συγχρησιδέσποζαν σε αυτό.
Ενώ(κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του ΑΚ) θα έπρεπε ναα αναζητήσει από τα αποδεικτικά μέσα, εάν προκύπτει από αυτά και πως οι εκάστοτε συγκληρονόμου του μέχρι τούδε συννομέως αποκτούσαν πράγματι και corpore τη συννομή αυτού. Και εάν από την έρευνα αυτή κατέληγε σε καταφατικό συμπέρασμα, να παραθέσει και την παραδοχή αυτή στο αιτιολογικό της απόφασής του".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφ' όσον από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα -ενάγουσα- και οι δικαιοπάροχοί της απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και όχι κατά παραδοχήν ένστασης των αναιρεσιβλήτων -εναγομένων-, ώστε να απαιτείται να εκτεθεί ο τρόπος κτήσης της νομής του επιδίκου, συνακόλουθα δε και της κυριότητας τούτου με χρησικτησία από τους τελευταίους.
Ειδικότερα, το Εφετείο με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας, συνακόλουθα δε και από την ίδια, με παράγωγο τρόπο και χρησικτησία, αφού δέχτηκε ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους ανωτέρω αναφερόμενους τίτλους κυριότητας της ίδιας και των δικαιοπαρόχων αυτής (άμεσης και απώτερων) και ότι αυτοί δεν νεμήθηκαν τούτο.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, ως προς την έκτασή του (365 τ.μ.), την ιδιότητα, τη θέση στην οποία βρίσκεται, τα όριά του, καθώς και περί του ότι αυτό περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του ακινήτου που με το .../1908 συμβόλαιο περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων Κ.
Ξ. . Επομένως, ο περί τουναντίου, έβδομος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, λόγω της παραδοχής της ότι στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων περιήλθε ακίνητο -χωράφι- δύο βατσελίων περίπου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο και, επίσης, λόγω της μη ακριβούς περιγραφής κατά θέση και όρια του επίδικου ακινήτου, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του με το μείζον ακίνητο των εναγομένων, στο οποίο αυτό ευρίσκεται, είναι αβάσιμος.
Με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο και τέταρτο, από το άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά, α) με την παραδοχή ότι μοναδικός αρχικός κύριος και νομέας του επίδικου ακινήτου ήταν ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, Κ.
Ξ., και την περαιτέρω παραδοχή, ότι μόνοι συγκύριοι και συννομείς του ακινήτου ήταν οι κληρονόμοι του Κ. Ξ., ήτοι η σύζυγος και τα πέντε τέκνα του, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας των εναγομένων, και η θεία του Κ. Ξ., Α. χήρα Β. Α., β) με την παραδοχή ότι το ακίνητο (των εναγομένων) που αναφέρεται στο .../1908 συμβόλαιο είναι εμβαδού 2.400 τ.μ.
περίπου, και την παραδοχή ότι "... και στην περίπτωση κατά την οποία ένα βατσέλο αντιστοιχούσε προς εμβαδόν 1.200 τ.μ., το επίδικο περιλαμβάνονταν μέσα στα όρια που περιγράφονται στο ανωτέρω συμβόλαιο". Επίσης με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο και τρίτο, από την ίδια διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών αιτιολογιών, σχετικά, γ) με τον τρόπο περιέλευσης του ποσοστού συγκυριότητας επί του επιδίκου στην Α.
χήρα Β. Α. και του τρόπου με τον οποίο κληρονόμησε το ποσοστό τούτο αυτής ο Κ. Ξ., δ) του τρόπου με τον οποίο προέκυψαν τα ποσοστά συγκυριότητας επί του επιδίκου των εναγομένων, καθώς και το ποσοστό συγκυριότητας της μητέρας τους, το οποίο περιήλθε σ' αυτούς. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προέχοντως απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ουσιώδη ζητήματα, υπό την έννοια που ανωτέρω εκτέθηκε, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, με παράγωγο (αγορά) ή πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο, ήτοι διότι δεν αποδείχθηκαν οι θεμελιωτικοί της αγωγής αυτοτελείς ισχυρισμοί της ενάγουσας για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από την ίδια και τους δικαιοπαρόχους της με τους τρόπους αυτούς, στην υπόθεση αυτή ουσιώδη ζητήματα ήταν οι αυτοτελείς αυτοί θεμελιωτικοί της αγωγής ισχυρισμοί της ενάγουσας, και όχι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων, που έγιναν δεκτοί με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίοι προεχόντως είχαν τον χαρακτήρα της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής και ως εκ τούτου οι αποδιδόμενες πλημμέλειες, ως προς αυτούς, δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν έκταση δύο βατσελίων, ήτοι 2.400 τ.μ., περαιτέρω δέχεται ότι αυτοί νέμονταν έκταση μείζονα εκείνης που αναφέρεται στο .../1908 συμβόλαιο και συγκεκριμένα έκταση 4.127,20 τ.μ..
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε, ότι οι εναγόμενοι νέμονταν έκταση 4. 127,20 τ.μ., αλλά, με πλεοναστική αιτιολογία, ότι και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι ένα βατσέλι αντιστοιχούσε σε 1.200 τ.μ., το επίδικο ακίνητο (εμβαδού 365 τ.μ) περιλαμβανόταν μέσα στα όρια που περιγράφονται στο .../1908 συμβόλαιο και επ' αυτού ασκούσαν πράξεις νομής μόνο οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1908 και εφεξής συνεχώς.
Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους ανωτέρω τίτλους κυριότητας της αναιρεσείουσας -ενάγουσας- και ότι αυτό δεν το νεμήθηκε η τελευταία και οι δικαιοπάροχοί της το .../10-11-1919 προικοδοτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιθάκης Γ.
Βλασσόπουλου, την .../22-11-1979 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Θανόπουλου, την .../30-7-1980 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Αποστολάκου, το .../9-1-1980 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Αποστολάκου, το .../25-2-1982 προσύμφωνο πώλησης και το .../7-4-1982 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Τσαπράλη και το από 17-10-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Γ. Δ. . Επομένως, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2007 αίτηση για αναίρεση της 312/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία προσδιορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ