Supreme Court annuls partial conviction for lawyer's breach of trust due to statute of limitations expiration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the partial conviction regarding the defendant's alleged continuous breach of trust as a lawyer for acts occurring after September 19, 2000. The prosecution argued for a continuous crime spanning multiple dates, but the court found the statute of limitations had expired for the specific acts in question. Consequently, the criminal proceedings for those specific acts were permanently terminated, while the appeal was rejected for other matters.
Legislator headnote
AI generatedArticles 485, 462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must annul a ruling and permanently terminate criminal proceedings upon finding the statute of limitations has expired, provided the appeal is admissible and contains clear grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 94 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 94/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη - Εισηγητή, και Δημήτριο Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Ν., κατοίκου…, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1385/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Θ. Θ. του Δ. και 2) Γ. Θ. του Θ., κάτοικοι ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1542/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 431/14.10.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την, νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθ. 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 α και 484 παρ. 1 εδάφ. α', β', δ', και στ' του ΚΠΔ), ασκηθείσα, από τον κατηγορούμενο Κ. Κ. του Ν., δικηγόρο, κάτοικο…, με δήλωσή του στη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, υπ'αριθ. 87/18-7-2005 αίτηση αναίρεσης, κατά του υπ'αριθ. 1385/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το σκέλος με το οποίο απορρίφθηκε εν μέρει, ως ουσία αβάσιμη η έφεση αυτού, και επικυρώθηκε και επαναδιατυπώθηκε ορθότερα το διατακτικό του υπ'αριθ. 186/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίον είχαν εμπιστευθεί εις αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, και απιστίας δικηγόρου, και εκθέτω τα εξής:
Σύμφωνα με το εκκληθέν υπ'αριθ. 186/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο κατηγορούμενος είχε παραπεμφθεί στο Ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Α) Στην Αθήνα και κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, τέλεσε με πρόθεση, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση το κακούργημα της υπεξαίρεσης, δηλαδή ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα (χρηματικά ποσά), που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου (δικηγόρου) και πιο συγκεκριμένα:
ενώ περί τα τέλη του έτους 1999 του είχε δοθεί από τους εγκαλούντες Θ. και Γ. Θ. η εντολή για δικαστική επιδίωξη της είσπραξης και απόδοσης σ'αυτούς των ποσών που αφορούσαν στις παρακάτω επιταγές, οι οποίες και του παραδόθηκαν: α) ..., ..., ... και ..., ποσών 3.000.000, 250.000, 2.000.000 και 5.000.000 δραχμών αντίστοιχα και συνολικώς 10.250.000 δραχμών ή 30.080,70 ευρώ, εκδόσεως της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟ-ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ.Τ.-ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΚΤΕΡ Α.Ε. - ΤΕΛΑΜΩΝ Α.Ε.", με ημερομηνίες έκδοσης 5-7-1988, 20-7-1998, 10-8-1998 και 20-11-1998 αντίστοιχα, εις διαταγή του πρώτου από αυτούς Θ.
Θ., πληρωτέες στην Alpha Bank, β) ..., ποσού 2.500.000 δραχμών, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΤΕ-ΑΦΟΙ ΜΙΧ.Τ.Υ" στις 15-11-1998, εις διαταγήν και αυτή του πρώτου μηνυτή, ο οποίος την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον δεύτερο Γ. Θ., πληρωτέα στην BANK NATIONALE DE PARIS και γ) ..., ποσού 5.000.000 δραχμών, εκδόσεως της προαναφερόμενης κοινοπραξίας, στις 20-7-1998, εις διαταγήν του πρώτου μηνυτή, ο οποίος την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΛΑΣ ΚΟΠΚΟ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", πληρωτέα στην Alpha Bank, ο κατηγορούμενος παρότι εισέπραξε από τις εκδότριες εταιρείες, εις εκτέλεση της εντολής των μηνυτών, α) στις 1-2-2000, 3.000.000 δραχμές για την απαίτηση του πρώτου μηνυτή από τις τέσσερεις πρώτες επιταγές και 2.000.000 δραχμές για την απαίτησή του από την έκτη, καθώς και 2.000.000 δραχμές για την απαίτηση του δεύτερου μηνυτή από την πέμπτη επιταγή, β) στις 10-5-2000, 2.000.000 δρχ.
για την απαίτηση του πρώτου από τις τέσσερις πρώτες επιταγές και 5.000.000 δρχ. για ολοσχερή εξόφληση της αίτησής του από την έκτη επιταγή, καθώς και το ποσό των 900.000 δραχμών προς ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης του δεύτερου μηνυτή από την πέμπτη επιταγή και γ) στις 19-9-2000, μέσω δύο επιταγών ποσού 4.500.000 δραχμών η καθεμιά, οι οποίες εισπράχτηκαν από τον κατηγορούμενο, το ποσό των 9.000.000 δραχμών σε πλήρη εξόφληση της απαίτησης του πρώτου μηνυτή από τις τέσσερεις πρώτες επιταγές, δεν απέδωσε τα ανωτέρω ποσά κατά τους χρόνους είσπραξής τους στους εγκαλούντες, εντολείς του και δικαιούχους αυτών, αλλά τα ιδιοποιήθηκε, ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του παράνομα, χωρίς τη συναίνεσή τους ή άλλο νόμιμο δικαίωμα.
Β) Στην Αθήνα, στους ίδιους ως άνω χρόνους, τέλεσε με πρόθεση, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση, το έγκλημα της απιστίας δικηγόρου, δηλαδή έβλαψε ως δικηγόρος με πρόθεση εκείνους, τα συμφέροντα των οποίων είχε αναλάβει να προστατέψει νομικά. Συγκεκριμένα, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό των εγκαλούντων Γ. και Θ. Θ. τα ποσά που αναλυτικώς αναφέρονται στην πρώτη ως άνω κατηγορία, κατά τα ειδικότερα εκεί διαλαμβανόμενα, εις εκτέλεση των σχετικών εντολών που του δόθηκαν από τους εγκαλούντες υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου, δεν απέδωσε αυτά στους εντολείς του αμέσως μετά την είσπραξή τους, όπως όφειλε κατά την δοθείσα εντολή, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, προκαλώντας με πρόθεση αντίστοιχη βλάβη στα συμφέροντα αυτών.
Με το προσβαλλόμενο, όμως, τώρα, υπ'αριθ. 1385/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, α) έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, για τις μερικότερες πράξεις της απιστίας δικηγόρου που κατηγορήθηκε ότι τέλεσε στις 1-2-2000 και 10-5-2000, β) κρίθηκε ότι η φερόμενη ως παραβατική συμπεριφορά αυτού τελέστηκε με μία πράξη, σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, και γ) μετά από επαναδιατύπωση, επί το ορθότερο, του διατακτικού του πρωτοδίκου βουλεύματος, για την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης και την πλημμεληματική πράξη της απιστίας δικηγόρου "που κατηγορείται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στις 19-9-2005", τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην Αθήνα, κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000 και σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο:
Α) Ιδιοποιήθηκε ξένο ολικά πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το είχαν δε εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Συγκεκριμένα, ενώ του ανατέθηκε ως πληρεξουσίου δικηγόρου με σύμβαση εντολής από τους εγκαλούντες μηνυτές Θ.
Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Θ., κατοίκους Περιστερίου Αττικής, να προβεί στις απαραίτητες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για ικανοποίηση απαιτήσεώς τους σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΤΕ - ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ" και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ - ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ.
Τ.Υ - ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΚΤΕΡ Α.Ε. - ΤΕΛΑΜΩΝ Α.Ε." από την έκδοση α) των υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ... τραπεζικών επιταγών, ποσών 3.000.000, 250.000, 2.000.000 και 5.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, εκδόσεως της ως άνω κοινοπραξίας με αντίστοιχες ημερομηνίες εκδόσεως 5-7-1998, 20-7-1998, 10-8-1998 και 20-11-1998 και σε διαταγή του Θ.υ Θ., πληρωτέες από την ALPHA BANK, β) της υπ'αριθμ. ...
τραπεζικής επιταγής ποσού 2.500.000 δραχμών που είχε εκδοθεί στις 15-10-1998, εκδόσεως της ως άνω εταιρίας σε διαταγή Θ. Θ., που την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον Γ. Θ., πληρωτέα από την BANK NATIONALE DE PARIS και γ) της υπ'αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής ποσού 5.000.000 δραχμών εκδόσεως της ως άνω κοινοπραξίας σε διαταγή Θ.
Θ. και ενώ ήδη, μετά τις ενέργειές του εντός των ορίων της εντολής, είχε λάβει από τους οφειλέτες, τμηματικά, μέχρι τις 19-10-2000 το σύνολο των οφειλομένων που ανέρχονταν σε 23.900.000 δραχμές, δηλαδή 70.139,40 ευρώ και θα έπρεπε να αποδώσει συνολικά στους εντολείς του, μετά από αφαίρεση της συμφωνηθείσας αμοιβής του και των εξόδων, το ποσό των 17.290.000 δραχμών, δηλαδή 50.741,12 ευρώ, ενσωμάτωσε το ποσό αυτό στην περιουσία του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Και Β) Ενώ είχε την ιδιότητα του Δικηγόρου έβλαψε με πρόθεση εκείνον, των συμφερόντων του οποίου είχε αναλάβει τη νομική προστασία. Συγκεκριμένα, ενώ είχε αναλάβει κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη πράξη τη νομική προστασία των ως άνω εγκαλούντων μηνυτών Θ. Θ. και Γ. Θ., στην ίδια υπόθεση, έβλαψε με πρόθεση αυτούς, αφενός παραλείποντας να ενημερώσει αυτούς για την καταβολή από τους οφειλέτες τους των ως άνω ποσών της οφειλής τους, ώστε αυτοί να ασκήσουν τα δικαιώματά τους για ανάληψη των ποσών αυτών που καταβλήθηκαν σ'αυτόν από τους οφειλέτες τους και αφετέρου κατακρατώντας και ιδιοποιούμενος τα ποσά αυτά.- Πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά από την άσκηση της υπό κρίση 87/18-7-2005 αίτησης αναίρεσης υπό του κατηγορουμένου, το αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 1692/2005 βούλευμά του, που εκδόθηκε την 27 Ιουλίου 2005, διόρθωσε το διατακτικό του προσβαλλομένου υπ'αριθ. 1385/2005 βουλεύματος, εις τα εξής:
α) στο φύλλο 13 οπισθία σελίδα, στους στίχους 24-25 και στο φύλλο 14 εμπροσθία σελίδα στους στίχους 2 και 7 την αναγραφόμενη, στους στίχους αυτούς χρονολογία τελέσεως πράξεως απιστίας, από το εσφαλμένο 19.9.2005 στο ορθό 19.9.2000 και β) στο φύλλο 14, οπισθία σελίδα, στίχος 13, την αναγραφόμενη χρονολογία εκδόσεως της υπ'αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής, από το εσφαλμένο 15.10.1998 στο ορθό 15.11.1998 και στον στίχο 21, την αναγραφόμενη χρονολογία από το εσφαλμένο 19.10.2000 στο ορθό 19.9.2000.
Με την, υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης, ο κατηγορούμενος προβάλλει ως λόγους αναίρεσης α) την απόλυτη ακυρότητα (άρθ. 171 αριθ. 1), β) την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, γ) την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 και δ) την υπέρβαση εξουσίας (άρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. α, β, δ, στ' ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, όπως σ'αυτή προστέθ. εδάφιο τελευταίο με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν. 2721/99, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Στην παρ. 2 ιδίου άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 2408/96, ορίζεται, στην περίπτωση πρώτη της διατάξεως ότι αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της νομοτυπικής υποστάσεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό καθ'οιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο, μεταξύ των οποίων και εκείνη που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, ε) το πράγμα να έχει κατά τον ενδιαφέροντα χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ιδιαίτερα μεγάλη αξία και στ) δολία προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του ενσωμάτωσης στη δική του περιουσία του ξένου κινητού πράγματος που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος ν'αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Γι'αυτό και σε περίπτωση ιδιοποίησης των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος από οφειλέτες του εντολέα, για την ικανοποίηση απαιτήσεως του πρώτου, τελείται έγκλημα υπεξαίρεσης (ΑΠ 1672/2002 Ποιν Χρον ΝΓ - 626).
Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται και μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο κ.λ.π. (ΑΠ 611/1994 Νοβ 43-420, ΑΠ 106/1998 Ποιν Χρον ΜΗ-755, ΑΠ 1398/2003, Ποιν Δικ 2003, σελ. 1542).
Πάντως από τα ποσά που λαμβάνει ο εντολοδόχος δικηγόρος κατά την εκτέλεση της εντολής, μπορεί να παρακρατήσει τη συμφωνημένη αμοιβή και τα έξοδα, χωρίς τα κεφάλαια αυτά να αποτελούν αντικείμενο υπεξαίρεσης και να μπορούν να συνυπολογιστούν στον προσδιορισμό της αξίας του πράγματος (ΑΠ 263/98 Ποιν Χρον ΜΗ-518), ενώ ούτε οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας μπορούν ν'αποτελέσουν αντικείμενο υπεξαίρεσης αλλά μόνο το κεφάλαιο που υπάρχει κατά το χρόνο τέλεσης (ΑΠ 200/74 Ποιν Χρον ΚΕ-565, ΑΠ 1681/95 ΠΧ ΛΣΤ-1274).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 233 ΠΚ, δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, ή που στην ίδια ένδικη υπόθεση βοηθεί με συμβουλές ή με παροχή υπηρεσίας και τους δύο διαδίκους, είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου, απαιτείται, εκτός του ότι ο υπαίτιος να είναι δικηγόρος κατά την έννοια του ν. 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", ή άλλος νομικός παραστάτης και να έχει αναλάβει τη νομική προστασία των συμφερόντων άλλων και πρόθεση, βλάβης, των συμφερόντων των άλλων και επέλευση αυτής, η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή, προσωπική, ηθική ή δικονομική (ΑΠ 1437/83 ΠΧ ΛΔ-409, ΑΠ 12/89 Ποιν Χρον ΛΘ-641, Μπουρόπουλος, Ερμηνεία Π.Κ., Τόμος Β, σελ. 111). Μεταξύ των εγκλημάτων της υπεξαίρεσης και απιστίας δικηγόρου, υφίσταται, αληθής συρροή, αφού τα εγκλήματα είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή, συντιθέμενα εκ διαφόρων το καθένα στοιχείων και έχουν διαφορετικό προστατευόμενο έννομο αγαθό, αφού η μεν υπεξαίρεση αναφέρεται στην ιδιοκτησία, ενώ με τη διάταξη απιστίας δικηγόρου προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η νομική προστασία κατά την απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 217/79 Νοβ 1979 σελ. 1153, ΑΠ 12/89, οπ. 110/98 Υπερ 1998 σελ. 1058).
'Ελλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, ιδρύουσα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/2004, σε Συμβούλιο, ΑΠ 2200/2002, σε Συμβούλιο, Ποιν.Χρον.
ΝΓ, 762). Εσφαλμένη, επίσης, ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης βουλεύματος, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία πραγματικά έχει (ΑΠ 500/2000 Ποιν. Χρον. Ν, 975).
Υπέρβαση, εξ άλλου, εξουσίας, υπάρχει, κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 εδάφ. στ ΚΠΔ, όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή, τέλος, παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση, ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης, ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση.
Απόλυτη, τέλος, ακυρότητα, υπάρχει, κατ'άρθ. 171 παρ. 1 ΚΠΔ, εκτός των άλλων, και όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο, και σε πράξεις της προδικασίας, που ορίζονται στον νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 661/2000, ΑΠ 670/2001 αδημ., ΑΠ 94/2000 Ποιν.Δικ. 2000, 592), και με μνεία όλων, κατ'είδος, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι "προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για το ότι αυτός, στην Αθήνα, το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000 και σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα, ενώ ήταν εντολοδόχος δικηγόρος και του είχε ανατεθεί με σύμβαση εντολής από τους εγκαλούντες Θ.
Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Θ. να προβεί στις απαραίτητες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για την ικανοποίηση απαιτήσεών τους από τραπεζικές επιταγές σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΤΕ - ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ" και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ - ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ.
Τ.Υ - ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΚΤΕΡ Α.Ε. -ΤΕΛΑΜΩΝ Α.Ε." και συγκεκριμένα για την ικανοποίηση απαιτήσεών τους από τις υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ... τραπεζικές επιταγές ποσών 3.000.000, 250.000, 2.000.000 και 5.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, εκδόσεως της ως άνω κοινοπραξίας με πληρώτρια την ALPHA BANK, από την υπ'αριθμ. ... τραπεζική επιταγή ποσού 2.500.000 δραχμών εκδόσεως της ως άνω εταιρίας με πληρώτρια την ΒΑΝΚ NATIONALE DE PARIS και από την υπ'αριθμ. ...
τραπεζική επιταγή ποσού 5.000.000 δραχμών εκδόσεως της ως άνω κοινοπραξίας με πληρώτρια την ALPHA BANK και ενώ στις 19-9-2000, μετά από ενέργειές του εντός των ορίων της εντολής και τμηματικές καταβολές από μέρους των ως άνω οφειλετών των εντολέων του, είχε εισπράξει το σύνολο των ως άνω απαιτήσεων των εντολέων του και συγκεκριμένα 23.900.000 δραχμές, δηλαδή 70.139,40 ευρώ και θα έπρεπε, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας αμοιβής του και των εξόδων, να αποδώσει σ'αυτούς το υπόλοιπο ποσό των απαιτήσεών τους που ανερχόταν σε 17.290.000 δραχμές, δηλαδή σε 50.741,12 ευρώ, εντούτοις αυτός τους απέκρυψε ότι εισέπραξε τις απαιτήσεις τους, δεν τους απέδωσε το ως άνω ποσό που όφειλε να τους αποδώσει, αλλά το κράτησε, το ενσωμάτωσε στην περιουσία του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, βλάπτοντας έτσι ταυτόχρονα, με την ίδια πράξη, με πρόθεση και τα συμφέροντα των ως άνω εντολέων του, των οποίων είχε αναλάβει τη νομική προστασία.
Όμως, επειδή δεν μπορεί να μετατραπεί επιτρεπτώς ο χρόνος τελέσεως των πλημμεληματικών πράξεων της απιστίας που κατηγορείται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στις 1-2-2000 και στις 10-5-2000 και τούτο διότι αυτές έχουν υποκύψει ήδη σε παραγραφή και με την μεταβολή του χρόνου τελέσεώς τους επηρεάζεται η παραγραφή τους και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας (βλ.
Α.Π. 637/2001 Π Λογ 2001, 1381), πρέπει, αφού γίνει κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση ως προς τις μερικότερες αυτές πράξεις της απιστίας δικηγόρου, να εξαφανισθούν οι παραπεμπτικές διατάξεις του εκκαλούμενου βουλεύματος ως προς τις πράξεις αυτές της απιστίας δικηγόρου που φέρονται ότι τελέστηκαν από τον κατηγορούμενο στις 1-2-2000 και στις 10-5-2000 και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές.
Κατά τα λοιπά, όπως αναφέρεται και στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές, νόμιμες και βάσιμες αιτιολογίες της οποίας αναφέρεται και το Συμβούλιο τούτο, προκύπτουν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου τόσο για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχε περιέλθει και ήταν εμπιστευμένο σ'αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου δικηγόρου, η οποία τελέστηκε με μία πράξη σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, όσο και για την πράξη της απιστίας δικηγόρου που κατηγορείται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στις 19-9-2000 και γι αυτό ως προς τις πράξεις αυτές πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσίαν η έφεση και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, πλην όμως να επαναδιατυπωθεί ορθότερα ως προς τις πράξεις αυτές το διατακτικό του εκκαλουμένου παραπεμπτικού βουλεύματος, σύμφωνα με το διατακτικό".
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται νομίμως προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, από τα μνημονευόμενα και εις αυτήν, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα, φέρονται ότι, απεδείχθησαν τα εξής:
"Οι εγκαλούντες Θ. Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Θ., υιός του πρώτου, κάτοικοι ..., οδός ..., ήταν δικαιούχοι, κατά τις παρακάτω διακρίσεις, από την έκδοση των επιταγών, α) υπ'αριθμ. ..., ..., ... και ..., ποσών, αντίστοιχα, 3.000.000, 250.000, 2.000.000 και 5.000.000 δραχμών, εκδόσεως της κοινοπραξίας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ - ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ.
Τ.Υ - ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΚΤΕΡ ΑΕ - ΤΕΛΑΜΩΝ ΑΕ", με αντίστοιχες ημερομηνίες εκδόσεως, 5.7.1998, 20.7.1998, 10.8.1998 και 20.11.1998, σε διαταγή του Θ. Θ., πληρωτέες στην ALPHA BANK, β) υπ'αριθμ. ..., ποσού 2.500.000 δραχμών, που είχε εκδοθεί στις 15.11.1998 από την εταιρία "ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΤΕ - ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ", σε διαταγή Θ. Θ., ο οποίος την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον Γ.
Θ., πληρωτέα στην BANK NATIONALE DE PARIS και γ) υπ'αριθμ. ..., ποσού 5.000.000 δρχ., εκδόσεως της ίδιας προαναφερομένης κοινοπραξίας, με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.1998, πληρωτέα στην ALPHA BANK, σε διαταγή Θ. Θ., ο οποίος αφού την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΑΤΛΑΣ ΚΟΛΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", η οποία την εμφάνισε εμπροθέσμως για πληρωμή, χωρίς όμως και να πληρωθεί, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, πλήρωσε, στην κομίστρια αυτής της επιταγής εταιρία, πριν την άσκηση αναγωγής και έλαβε, ο ίδιος πλέον την επιταγή, διατηρώντας αυτός την αξίωση από την έκδοσή της, σε βάρος της εκδότριας εταιρίας.
Επειδή οι εκδότριες των επιταγών αυτών, εταιρίες, δεν πλήρωσαν τις επιταγές, εμφανίζοντας αδυναμία, τουλάχιστον πρόσκαιρη, πληρωμής των απαιτητών και ληξιπρόθεσμων εμπορικών χρεών τους, οι εγκαλούντες, τα τέλη του έτους 1999, με διαμεσολάβηση του Κ. Β., οικονομικού συμβούλου της εταιρίας "ΑΤΛΑΣ ΚΟΛΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στον '..., με την οποία είχαν αυτοί επαγγελματική συνεργασία στην προμήθεια μηχανημάτων έργων, ανέθεσαν στον εκκαλούντα Κ.
Κ., δικηγόρο Αθηνών, την εντολή να προβεί στις αναγκαίες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς τους από την έκδοση των επιταγών, παραδίδοντας σ'αυτόν, δια του Κ. Β., τα σώματα των επιταγών. Ως αμοιβή του εντολοδόχου εκκαλούντα, συμφωνήθηκε ποσοστό 25% περίπου επί των εισπραττομένων κεφαλαίων, από τα οποία, επιπροσθέτως, θα παρακρατούσε, ο εκκαλών και τα έξοδά του από τις εξώδικες και δικαστικές του νόμιμες ενέργειες.
Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εντολέων του, ο εκκαλών, υπέβαλε αμέσως αιτήσεις πτωχεύσεως της εταιρίας "ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ", οφειλέτιδας και διαχειρίστριας της επίσης οφειλέτιδας κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ - ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ - ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΚΤΕΡ ΑΕ - ΤΕΛΑΜΩΝ ΑΕ", ενώ ήγειρε και αγωγές από αδικοπραξία κατά των νομίμων εκπροσώπων της κοινοπραξίας.
Κατά τη συζήτηση των αγωγών και των αιτήσεων πτωχεύσεως, οι οφειλέτιδες εταιρίες κατέβαλαν, τμηματικά, τα οφειλόμενα ποσά, συνολικώς 23.900.000 δρχ., μετά δε από αυτά, οι εγκαλούντες, αφού είχαν προηγηθεί αναβολές συζητήσεως των αγωγών και των αιτήσεων, ματαιώσεις συζητήσεων κλπ, παραιτήθησαν, από τα δικόγραφα των αγωγών και των αιτήσεών τους.
Συγκεκριμένα, ο εκκαλών έλαβε για λογαριασμό των εντολέων του, α) στις 1.2.2000, ποσά 3.000.000 δρχ. για την ικανοποίηση μέρους της απαιτήσεως του Θ. Θ., από την έκδοση των τεσσάρων πρώτων, με τη σειρά που αναφέρθησαν, επιταγών, έτερο ποσό 200.000 δρχ. από την απαίτηση του ιδίου Θ. Θ., από την έκδοση της έκτης επιταγής και ποσό, επίσης 2.000.000 δρχ., για την μερική ικανοποίηση της απαιτήσεως του δευτέρου εγκαλούντα, Γ.
Θ., από την έκδοση της υπ'αριθμ. ... επιταγής, β) στις 10.5.2000, έλαβε έτερο ποσό 2.000.000 δρχ., για μερική ικανοποίηση της απαιτήσεως του Θ. Θ., από την έκδοση των αυτών τεσσάρων επιταγών, επίσης ποσά, 5.000.000 δρχ. για την εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως του ιδίου εγκαλούντα από την έκδοση της έκτης επιταγής και έτερο 900.000 δρχ.
για την εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δευτέρου εγκαλούντα και γ) στις 19.9.2000, συνολικώς ποσό 9.000.000, για την εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου εγκαλούντα, Θ. Θ. από την έκδοση των τεσσάρων πρώτων επιταγών. Από τον τελευταίο χρόνο ο εκκαλών είχε εισπράξει, για λογαριασμό των εντολέων του, προς πλήρη ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, χρηματικό ποσό 23.900.000 δρχ.
και θα έπρεπε να αποδώσει άμεσα, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσης αμοιβής του και των εξόδων του, στους δικαιούχους αυτούς, το υπολειπόμενο, εκ δρχ. 17.290.000, ποσό. Όμως, δεν έπραξε τούτο αλλά ενσωμάτωσε το τελευταίο ποσό στην περιουσία του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Εξωτερίκευσε δε τη βούληση για ιδιοποίηση, κωφεύοντας το γεγονός της λήψεως των χρημάτων, αμέσως μετά τη λήψη τους και παριστώντας ακολούθως, ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, στους εγκαλούντες, δια του ιδίου Κ.
Β., που γινόταν δέκτης των ενοχλήσεων από τους εγκαλούντες, ότι συνέχιζε τις δικονομικές του ενέργειες για την ικανοποίηση της απαιτήσεως των εντολέων του. Στο επόμενο χρονικό διάστημα, έτος 2001, ο εκκαλών καίτοι παραδεχόταν την είσπραξη του ποσού στον αυτόν Κ. Β., δεν απέδιδε τα δικαιούμενα στους εντολείς του, μετά δε από συνεχή πίεση των εκκαλούντων και του Κ.
Β., αναγκάστηκε, να αποδώσει στους εγκαλούντες, στις 3.6.2002 και στις 7.11.2002, ποσά 14.673,51 ευρώ (500.000 δρχ.), κάθε φορά, καταθέτοντας τα ποσά σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας "ΑΤΛΑΣ ΚΟΛΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", για να αναληφθούν από τους εγκαλούντες. Τελικώς και αφού ήδη είχε υποβληθεί έγκληση εναντίον του και είχε εξεταστεί κατά τη διενεργούμενη προκαταρκτική εξέταση, στις 9.9.2004, μετά τετραετία περίπου, δηλαδή, απέδωσε κατ'ανάλογο τρόπο, έτερο ποσό 21.395,10 ευρώ (7.290.000 δρχ.) που αποτελούσε το υπόλοιπο του ποσού που έπρεπε ν'αποδώσει.
Αλλά οι κατά τα προηγούμενα αποδόσεις των χρημάτων, υπεξαιρεθέντων ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, δεν επιφέρουν εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού δεν χαρακτηρίζονται από οικειοθελή βούληση και πρόκειται για κακούργημα. Η πράξη της υπεξαιρέσεως τελέστηκε με μία πράξη, το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, οπότε εκδηλώθηκε η βούληση ιδιοποίησης, η οποία και προσδιορίζει τον χρόνο τελέσεως της πράξεως της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 862/92 Ποιν Χρον ΜΒ-685) και πρέπει, επιτρεπτώς, να χαρακτηριστεί ως τελεσθείσα με μία πράξη.
Το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως εμπιστευμένου στον εκκαλούντα ως εντολοδόχου, εκ 50.741,12 ευρώ ή 17.290.000 δρχ., είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περαιτέρω και όσον αφορά την πράξη της απιστίας δικηγόρου, διαπιστώνεται, ότι οι μερικώτερες πράξεις του εγκλήματος αυτού που φέρουν χρόνο τελέσεως 1.2.2000, έχουν υποκύψει ήδη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 111 παρ. 3 ΠΚ, και συνεπώς, για αυτές, δεν είναι νοητή η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας.
Πρέπει το Συμβούλιο, γι'αυτές, κατά παραδοχή εν μέρει κατ'ουσία της εφέσεως, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (άρθρα 309 παρ. 1β, 310 παρ. 1 και 318 ΚΠΔ).
Η λοιπή αποδιδόμενη στον εκκαλούντα, ως συνιστώσα απιστία αξιόποινη συμπεριφορά, φέρει και αυτή, όπως και η υπεξαίρεση, χρόνο τελέσεως το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000 και τελέστηκε με μία πράξη, αφού άπαξ, τον χρόνο αυτό, δολίως και με σκοπό την βλάβη των εντολέων, τα συμφέροντα των οποίων είχε αναλάβει να προστατεύσει, παρέλειψε αυτός, να ενημερώσει τους εντολείς του για την είσπραξη των χρημάτων, ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και να αποδώσει τα ληφθέντα χρήματα, κατά το μέρος που αυτοί ήταν δικαιούμενοι".
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και αυτού (πλημμελήματος) της απιστίας δικηγόρου, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις:
Ειδικότερα, ορθώς το Συμβούλιο, με το προσβαλλόμενο τώρα βούλευμά του ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 και 233 Π.Κ., σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, στην προκειμένη σχέση έμμισθης εντολής, μεταξύ του κατηγορούμενου δικηγόρου και των πελατών του (πολιτικώς εναγόντων), και υπήγαγε σε αυτές τα, κατά την εκτίμησή του, προκύψαντα, από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, πραγματικά περιστατικά, αφού, ανεξαρτήτως της τυχόν ακυρότητας, κατ'άρθ. 92 παρ. 3 ΝΔ 3026/1954, της φερομένης ως συναφθείσης, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνίας, εξαρτώσης την αμοιβή του δικηγόρου εκ της εκβάσεως της δίκης (οπότε η αμοιβή του δικηγόρου δεν μπορεί να υπερβεί το 20% του αντικειμένου της δίκης), δεν παύει, κατά τα λοιπά, να υφίσταται μεταξύ τούτων έγκυρη σχέση εντολής, κατ'άρθ. 92 παρ. 1 ΝΔ 3026/1954, σύμφωνα με το οποίο "....τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος, ή κατά ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλας πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής...".
Ακολούθως, δεχθέν το Συμβούλιο (δια της παραπομπής στην εισαγγελική πρόταση), κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμησή του (Μπουρόπουλος, Ερμην. Κωδ. Ποινικής Δικον., τομ. Γ' , σελ. 41), ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, περίπτωση εμπράκτου μετανοίας, διότι "οι κατά τα προηγούμενα αποδόσεις των χρημάτων, υπεξαιρεθέντων ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, δεν επιφέρουν εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού δεν χαρακτηρίζονται από οικειοθελή βούληση και πρόκειται για κακούργημα", παρά το αδόκιμο της διατυπώσεως, καταδεικνύει τελικώς ότι το Συμβούλιο εφήρμοσε αληθώς εν προκειμένω, τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 Π.Κ. (η οποία εφαρμόζεται επί υπεξαιρέσεως "οιονδήποτε χαρακτήρα και αν φέρει αυτή", δηλαδή ακόμη και επί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως - Μπουρόπουλος ανωτέρω, σελ. 41, ΑΠ 1120/1988 Ποιν.Χρ.
ΛΘ' σελ. 184), αφού μόνο στη διάταξη της παρ. 1 του 379 Π.Κ., αναφέρεται ότι "το αξιόποινο της κλοπής και υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα", ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου (όπως η παρ.
αυτή προσετέθη με άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999), η οποία τυγχάνει εφαρμογής μόνον εάν η πράξη της υπεξαίρεσης "δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος", ο υπαίτιος της πράξης "απαλλάσσεται από κάθε ποινή, (δεν εξαλείφεται, δηλαδή, εν προκειμένω, το αξιόποινο της πράξης), αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.".
Επομένως, παρά την όποια δυσχέρεια κατανόησης που παρουσιάζει η ανωτέρω διατύπωση της εισαγγελικής πρότασης, η οποία προκαλείται από την επίκληση της συνδρομής ότι "πρόκειται για κακούργημα", δεν δημιουργείται τελικώς, κατά τη γνώμη μου, λόγος εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Κατά λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως διατυπώνονται στην αίτηση αναίρεσης αυτού, πλήττουν, ουσιαστικώς, υπό την επίκληση λόγου αναίρεσης, την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, υπό του Συμβουλίου.
Επί της αποδιδόμενης όμως στον αναιρεσείοντα πράξεως της απιστίας δικηγόρου (πλημμελήματος) πρέπει να λεχθούν επιπροσθέτως τα εξής:
Καταρχήν η αιτίαση ότι κατά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την επαναδιατύπωση της κατηγορίας για την πράξη της απιστίας που κατηγορείται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στις 19-9-2000, αφ'ενός μεν συμπεριέλαβε μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση αυτής, και το γεγονός (εκτός της παρακρατήσεως των εισπραχθέντων ποσών) ότι παρέλειψε να ενημερώσει τους εγκαλούντες για την καταβολή από τους οφειλέτες των ποσών της οφειλής τους ώστε αυτοί να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, και αφ'ετέρου ότι μετέβαλε αναιτιολόγητα τον χρόνο τέλεσης της πράξης, από 19-9-2000 σε "19-9-2005", δεν ευσταθούν διότι:
α) η προσθήκη, στα πραγματικά περιστατικά της πράξης της απιστίας δικηγόρου και του γεγονότος της μη ειδοποίησης των εγκαλούντων για την είσπραξη, εκ μέρους του, των ποσών της 19-9-2000, (9.000.000 δραχμών) αποτελεί μόνο ακριβέστερον προσδιορισμό της πράξης, αναδεικνυόμενον από το όλο ιστορικό της υπόθεσης, δηλαδή αποτελεί, απλώς συμπλήρωση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος, και όχι ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας (Α.Π. 473/1997, Ποιν.Χρ.
ΜΗ' , σελ. 70) και β) η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την επαναδιατύπωση του διατακτικού του εκκαλουμένου -τότε- πρωτοδίκου βουλεύματος, ότι η πράξη της απιστίας δικηγόρου τελέστηκε στις 19-9-2005", έγινε εκ προφανούς παραδρομής, εντοπίστηκε αμέσως το λάθος και διορθώθηκε "από το εσφαλμένο 19-9-2005, στο ορθό 19-9-2000", με το υπ'αριθ. 1692/2005 βούλευμα του ιδίου συμβουλίου.
Και το μεν ως άνω διορθωτικό βούλευμα εκδόθηκε την 27-7-2005, η διαδικασία όμως διορθώσεως, όπως προκύπτει από την ημερομηνία υποβολής της εισαγγελικής πρότασης (14.7.2005), είχε δρομολογηθεί πριν από την υποβολή της, από 18-7-2005, υπό κρίση, αίτησης αναίρεσης.
Αλλά, παρελθούσης ήδη, ημερολογιακώς, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, πρέπει να γίνει δεκτό, με την ίδια νομική σκέψη που οδήγησε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, να δεχθεί παραγραφή για τις μερικότερες πράξεις της απιστίας δικηγόρου, που τελέστηκαν στις 1-2-2000 και 10-5-2000, (παρά τον γενόμενον τελικώς προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως των αδικημάτων, δια μιας πράξεως, κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2000), ότι υπέπεσε πλέον σε παραγραφή και η εναπομένουσα (μοναδική) πράξη της απιστίας δικηγόρου, για την φερομένη ως γενομένη είσπραξη των χρημάτων, υπό του κατηγορουμένου, την 19-9-2000, αφού εκκρεμούσης ακόμη της κατηγορίας (με την, υπό κρίση, τυπικώς παραδεκτή αίτηση αναίρεσης), η μεταβολή του χρόνου τελέσεώς της (στο τελευταίο τρίμηνο του 2000) είναι πλέον ανεπίτρεπτη και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 637/2001).
Με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 Π.Κ., ορίζεται ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1β, 318, 370 περ. β, και 485, συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης που εξαλείφει την ποινική αξίωση της Πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να είναι παραδεκτή (Α.Π. 1360/99, Ποιν.Χρ. Ν/650, Α.Π. 202/2005 - σε Συμβούλιο).
Επειδή , σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1385/2005 βούλευμά του (όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ'αριθ. 1692/2005 βούλευμα του ιδίου, ως άνω, Συμβουλίου) απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος, τώρα, κατηγορουμένου, ως προς τις προσβαλλόμενες, δια της εφέσεως αυτού, διατάξεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, επικυρώνοντας τούτο ως προς την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης και την πλημμεληματική πράξη της απιστίας δικηγόρου που κατηγορήθηκε ο αναιρεσείων ότι τέλεσε την 19-9-2005 και επαναδιατυπώνοντας, εις το ορθότερο τις κατ'αυτού κατηγορίες για τις πράξεις αυτές, διέλαβε στο βούλευμα την απαιτούμενη από τον νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφήρμοσε ορθώς και ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν επί των κρινομένων εγκλημάτων, χωρίς να επέλθει τότε κάποια απόλυτη ακυρότητα από τις προβλεπόμενες εις το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, και κατά συνέπεια η, υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επειδή, λόγω του διαδραμόντος έκτοτε χρόνου, το αξιόποινο της φερομένης ως τελεσθείσας την 19-9-2000, πράξης της απιστίας δικηγόρου εξαλείφθηκε δια της παραγραφής, και κατά συνέπεια πρέπει αυτεπαγγέλτως να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς την πράξη αυτή, και να παύσει οριστικώς η, κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Για τους λόγους αυτούς, Π ρ ο τ ε ί ν ω Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ'αριθ. 1385/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ'αριθ. 1692/2005 βούλευμα του ιδίου ως άνω Συμβουλίου) και να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής η κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Κ. του Ν., δικηγόρου, κατοίκου…, για απιστία δικηγόρου, πράξη φερομένη ως τελεσθείσα από αυτόν, στην Αθήνα, την 19-9-2000, σε βάρος των εγκαλούντων Θ. Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Θ..1/2 Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 18-6-2006 αίτηση αναίρεσης, (με αριθμό συνταχθείσης 'Εκθεσης Αναίρεσης 87/2005), του ανωτέρω αναιρεσείοντος Κ. Κ. Ν., δικηγόρου, κατοίκου….Αθήνα, 30-9-2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. δ') του ΚΠΔ λόγω αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιρρήσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ'αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλ' αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.
Η με τον τρόπο αυτό θεμελιούμενη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα, αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσης του από εμπειρότερους δικαστές συγκροτούμενου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα απ'αυτό περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Εξάλλου κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται:
α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά η μερικά, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητά του ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 375 του Π.Κ., μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή, όπως όταν ο δράστης ενεργεί όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αρύεται είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία.
Υποκειμενικό απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της βούλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.
Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής και γι'αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του Π.Κ. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται και μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του και να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο.
Παραπέρα κατά το άρθρο 92 παρ. 1 και 3 του Ν.Δ. 3026/1954 "εκ της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρους είτε κατ'ιδίαν πράξεις αυτών ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελάχιστων ορίων αυτής" και "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα των αμοιβών ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει τα 20% του αντικειμένου της δίκης". Τέλος κατά το άρθρο 379 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., το αξιόποινο της κλοπής και της υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρόπου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς το ζημιωμένο.
Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος (παρ. 1). Ο υπαίτιος της πράξης της υπεξαίρεσης εφόσον η πράξη αυτή δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του (παρ. 2).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο με αριθ. 1385/2005 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογίας του κατηγορουμένου και εγγράφων υπομνημάτων αυτού και των πολιτικώς εναγόντων), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου: "Οι εγκαλούντες Θ.
Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Θ., υιός του πρώτου, κάτοικοι ..., οδός ... ήταν δικαιούχοι κατά τις παρακάτω διακρίσεις, από την έκδοση των επιταγών, α) υπ' αριθμ. ..., ..., 5765565 και ..., ποσών, αντίστοιχα, 3.000.000, 250.000, 2.000.000 και 5.000.000 δραχμών, εκδόσεως της κοινοπραξίας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ - ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ - ΑΒΑΞ Α.Ε. - ΕΚΤΕΡ Α.Ε. - ΤΕΛΑΜΩΝ Α.Ε.", με αντίστοιχες ημερομηνίες εκδόσεως 5-7-1998, 20-7-1998, 10-8-1998 και 20-11-1998, σε διαταγή του Θ.
Θ., πληρωτέες στην ALPHA BANK, β) υπ'αριθ. ..., ποσού 2.500.000 δραχμών, που είχε εκδοθεί στις 15-11-1998 από την εταιρία "ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΒΕΤΤΕ - ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ", σε διαταγή Θ. Θ., ο οποίος την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον Γ. Θ., πληρωτέα στην BANK NATIONALE DE PARIS και γ) υπ'αριθμ. ..., ποσού 5.000.000 δρχ., εκδόσεως της ίδιας προαναφερομένης κοινοπραξίας, με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.1998, πληρωτέα στην ALPHA BANK, σε διαταγή Θ.
Θ., ο οποίος αφού την μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία "ΑΤΛΑΣ ΚΟΛΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", η οποία την εμφάνισε εμπροθέσμως για πληρωμή, χωρίς όμως και να πληρωθεί, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, πλήρωσε, στην κομίστρια αυτής της επιταγής εταιρία, πριν την άσκηση αναγωγής και έλαβε, ο ίδιος πλέον την επιταγή, διατηρώντας αυτός την αξίωση από την έκδοσή της, σε βάρος της εκδότριας εταιρίας.
Επειδή οι εκδότριες των επιταγών αυτών, εταιρίες, δεν πλήρωσαν τις επιταγές, εμφανίζοντας αδυναμία, τουλάχιστον πρόσκαιρη, πληρωμής των απαιτητών και ληξιπρόθεσμων εμπορικών χρεών τους, οι εγκαλούντες, τα τέλη του έτους 1999, με διαμεσολάβηση του Κ. Β., οικονομικού συμβούλου της εταιρίας "ΑΤΛΑΣ ΚΟΛΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στον '..., με την οποία είχαν αυτοί επαγγελματική συνεργασία στην προμήθεια μηχανημάτων έργων, ανέθεσαν στον εκκαλούντα Κ.
Κ., δικηγόρο Αθηνών, την εντολή να προβεί στις αναγκαίες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς τους από την έκδοση των επιταγών, παραδίδοντας σ'αυτόν, δια του Κ. Β., τα σώματα των επιταγών. Ως αμοιβή του εντολοδόχου εκκαλούντα, συμφωνήθηκε ποσοστό 25% περίπου επί των εισπραττομένων κεφαλαίων, από τα οποία, επιπροσθέτως, θα παρακρατούσε, ο εκκαλών και τα έξοδά του από τις εξώδικες και δικαστικές του νόμιμες ενέργειες.
Για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εντολέων του, ο εκκαλών, υπέβαλε αμέσως αιτήσεις πτωχεύσεως της εταιρίας "ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ", οφειλέτιδας και διαχειρίστριας της επίσης οφειλέτιδας κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ - ΑΒΕΤΤΕ ΤΕΧΝΟΔΟΜΗ ΑΦΟΙ ΜΙΧ. Τ.Υ - ΑΒΑΞ ΑΕ - ΕΚΤΕΡ ΑΕ - ΤΕΛΑΜΩΝ ΑΕ", ενώ ήγειρε και αγωγές από αδικοπραξία κατά των νομίμων εκπροσώπων της κοινοπραξίας.
Κατά τη συζήτηση των αγωγών και των αιτήσεων πτωχεύσεως, οι οφειλέτιδες εταιρίες κατέβαλαν, τμηματικά, τα οφειλόμενα ποσά, συνολικώς 23.900.000 δρχ., μετά δε από αυτά, οι εγκαλούντες, αφού είχαν προηγηθεί αναβολές συζητήσεως των αγωγών και των αιτήσεων, ματαιώσεις συζητήσεων κλπ, παραιτήθησαν, από τα δικόγραφα των αγωγών και των αιτήσεών τους.
Συγκεκριμένα, ο εκκαλών έλαβε για λογαριασμό των εντολέων του, α) στις 1.2.2000, ποσά 3.000.000 δρχ. για την ικανοποίηση μέρους της απαιτήσεως του Θ. Θ., από την έκδοση των τεσσάρων πρώτων, με τη σειρά που αναφέρθησαν, επιταγών, έτερο ποσό 200.000 δρχ. από την απαίτηση του ιδίου Θ.υ Θ., από την έκδοση της έκτης επιταγής και ποσό, επίσης 2.000.000 δρχ., για την μερική ικανοποίηση της απαιτήσεως του δευτέρου εγκαλούντα, Γ.
Θ., από την έκδοση της υπ'αριθμ. ... επιταγής, β) στις 10.5.2000, έλαβε έτερο ποσό 2.000.000 δρχ., για μερική ικανοποίηση της απαιτήσεως του Θ. Θ., από την έκδοση των αυτών τεσσάρων επιταγών, επίσης ποσά, 5.000.000 δρχ. για την εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως του ιδίου εγκαλούντα από την έκδοση της έκτης επιταγής και έτερο 900.000 δρχ.
για την εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δευτέρου εγκαλούντα και γ) στις 19.9.2000, συνολικώς ποσό 9.000.000, για την εντελή ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου εγκαλούντα, Θ. Θ. από την έκδοση των τεσσάρων πρώτων επιταγών. Από τον τελευταίο χρόνο ο εκκαλών είχε εισπράξει, για λογαριασμό των εντολέων του, προς πλήρη ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, χρηματικό ποσό 23.900.000 δρχ.
και θα έπρεπε να αποδώσει άμεσα, μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσης αμοιβής του και των εξόδων του, στους δικαιούχους αυτούς, το υπολειπόμενο, εκ δρχ. 17.290.000, ποσό. Όμως, δεν έπραξε τούτο αλλά ενσωμάτωσε το τελευταίο ποσό στην περιουσία του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Εξωτερίκευσε δε τη βούληση για ιδιοποίηση, κωφεύοντας το γεγονός της λήψεως των χρημάτων, αμέσως μετά τη λήψη τους και παριστώντας ακολούθως, ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, στους εγκαλούντες, δια του ιδίου Κ.
Β., που γινόταν δέκτης των ενοχλήσεων από τους εγκαλούντες, ότι συνέχιζε τις δικονομικές του ενέργειες για την ικανοποίηση της απαιτήσεως των εντολέων του. Στο επόμενο χρονικό διάστημα, έτος 2001, ο εκκαλών καίτοι παραδεχόταν την είσπραξη του ποσού στον αυτόν Κ. Β., δεν απέδιδε τα δικαιούμενα στους εντολείς του, μετά δε από συνεχή πίεση των εκκαλούντων και του Κ.
Β., αναγκάστηκε, να αποδώσει στους εγκαλούντες, στις 3.6.2002 και στις 7.11.2002, ποσά 14.673,51 ευρώ (500.000 δρχ.), κάθε φορά, καταθέτοντας τα ποσά σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας "ΑΤΛΑΣ ΚΟΛΚΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", για να αναληφθούν από τους εγκαλούντες. Τελικώς και αφού ήδη είχε υποβληθεί έγκληση εναντίον του και είχε εξεταστεί κατά τη διενεργούμενη προκαταρκτική εξέταση, στις 9.9.2004, μετά τετραετία περίπου, δηλαδή, απέδωσε κατ'ανάλογο τρόπο, έτερο ποσό 21.395,10 ευρώ (7.290.000 δρχ.) που αποτελούσε το υπόλοιπο του ποσού που έπρεπε ν'αποδώσει.
Αλλά οι κατά τα προηγούμενα αποδόσεις των χρημάτων, υπεξαιρεθέντων ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, δεν επιφέρουν εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού δεν χαρακτηρίζονται από οικειοθελή βούληση και πρόκειται για κακούργημα. Η πράξη της υπεξαιρέσεως τελέστηκε με μία πράξη, το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, οπότε εκδηλώθηκε η βούληση ιδιοποίησης, η οποία και προσδιορίζει τον χρόνο τελέσεως της πράξεως της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 862/92 Ποιν Χρον ΜΒ-685) και πρέπει, επιτρεπτώς, να χαρακτηριστεί ως τελεσθείσα με μία πράξη.
Το αντικείμενο δε της υπεξαιρέσεως εμπιστευμένου στον εκκαλούντα ως εντολοδόχου, εκ 50.741,12 ευρώ ή 17.290.000 δρχ., είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και παραθέτει τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις.
Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., σε συνδυασμό προς αυτήν του άρθρου 719 του Α.Κ., στην προκειμένη σχέση της έμμισθης εντολής μεταξύ του κατηγορουμένου δικηγόρου και των πελατών του πολιτικώς εναγόντων και υπήγαγε σε αυτές τα, κατά την εκτίμησή του, προκύψαντα από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας πραγματικά περιστατικά, αφού, ανεξαρτήτως της τυχόν ακυρότητας της φερόμενης ως συναφθείσης μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ως προς τη συμφωνηθείσα αμοιβή του κατηγορουμένου, λόγω της υπέρβασής του από το άρθρο 92 παρ. 3 του Ν.Δ. 3026/1954 οριζόμενου ανώτατου ορίου αυτής του 20% επί του αντικειμένου της δίκης, δεν παύει κατά τα λοιπά να υφίσταται μεταξύ τούτων έγκυρη σχέση εντολής κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954, σύμφωνα με το οποίο όπως παραπάνω εκτέθηκε "τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζεται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος είτε κατ'ιδίων πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπτει των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής".
Ακολούθως με το να δεχτεί το Συμβούλιο, με την κατά τα άνω παραπομπή στην εισαγγελική πρόταση κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περίπτωση έμπρακτης μετάνοιας, διότι "οι κατά τα προηγούμενα αποδόσεις των χρημάτων, υπεξαιρεθέντων ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000, δεν επιφέρουν εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού δεν χαρακτηρίζεται από οικειοθελή βούληση και πρόκειται για κακούργημα", παρά το αδόκιμο της διατύπωσης, σαφώς υποδηλώνει ότι το Συμβούλιο εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 του Π.Κ., η οποία εφαρμόζεται επί υπεξαίρεσης, οποιονδήποτε χαρακτήρα και αν φέρει αυτή, δηλαδή ακόμη και από κακουργηματικής υπεξαίρεσης, αφού μόνο στη διάταξη αυτή της παρ. 1 του άρθρου 379 του Π.Κ.
αναφέρεται ότι "το αξιόποινο της κλοπής και υπεξαίρεσης εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα", ενώ η παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 379 του Π.Κ., κατά την οποία "ο υπαίτιος της πράξης της υπεξαίρεσης απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου", εφαρμόζεται μόνον αν η υπεξαίρεση "δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος.
Επομένως ορθώς το Συμβούλιο δεν εφάρμοσε κατ'ουσίαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 379 του Π.Κ. και ορθώς έκρινε παραπέρα ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της παρ. 2 του ίδιου άρθρου 379 του Π.Κ. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και ορθώς παραπέρα ερμήνευσε και εφάρμοσε, η κατά τα άνω εκτεθέντα δεν εφάρμοσε, τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 και 2, 379 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., 719 του Α.Κ.
και 92 παρ. 1 και 3 του Ν.Δ. 3026/1954 και γι'αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, όλοι οι αντίθετοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. δ') και β' του ΚΠΔ, κατά το μέρος τους που αυτοί αφορούν την ως άνω κακουργηματικού χαρακτήρα υπεξαίρεση.- Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 3 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη και αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 318, 370 εδ. β' και 484 παρ. 3 (και τώρα παρ. 2) του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, όχι μόνον μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο με νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης, αλλά εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και ακόμη μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, οφείλει να αναιρείται τούτο και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να έχει ασκηθεί παραδεκτά και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, χωρίς συγχρόνως, προκειμένου για αναίρεση κατά βουλεύματος, να απαιτείται να είναι και βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχονται σ'αυτήν οι παραπάνω σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου. Παραπέρα από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί για να δικαστεί και για το πλημμέλημα της απιστίας δικηγόρου κατ'εξακολούθηση, που αρχικώς φερόταν ότι τελέσθηκε στις 1-2-2000, στα 1-5-2000 και στις 19-9-2000, για τις μερικότερες δε πράξεις της 1-2-2000 και της 1-5-2000 έπαυσε με το προσβαλλόμενο βούλευμα η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Ήδη τόσον από τη 19-9-2000 που κατά τα άνω φερόταν ότι τελέσθηκε η τελευταία μερικότερη πράξη της απιστίας δικηγόρου, όσο και από την πάροδο του τελευταίου τριμήνου του έτους 2000 που φέρεται με το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα ότι τελέσθηκε η πράξη αυτή μέχρι σήμερα που εισάγεται η υπόθεση στο Συμβούλιο έχει παρέλθει ήδη χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξης αυτής λόγω παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη το στάδιο της κύριας διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν έχει αρχίσει ακόμη ο χρόνος της αναστολής της παραγραφής.
Κατ'ακολουθίαν τούτων πρέπει, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης περιέχει τους ως άνω παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, να αναιρεθεί ως προς την παραπάνω πράξη το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει ως προς την πρώτη αυτή η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη. Περίπτωση επιβολής εξόδων εις βάρος του αναιρεσείοντος δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν απορρίπτεται εξολοκλήρου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το προσβαλλόμενο με αριθ. 1385/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά το μέρος του που αφορά την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη για απιστία δικηγόρου κατ'εξακολούθηση και δη για την τελευταία μερικότερη πράξη που αρχικώς φερόταν ότι τελέσθηκε στις 19-9-2000 και με το προσβαλλόμενο βούλευμα φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2000.-
Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την τελευταία ως άνω μερικότερη πράξη της απιστίας δικηγόρου. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη από 18 Ιουλίου 2005 και με αριθ. 87/2005 αίτηση του Κ. Κ. του Ν., κατοίκου …(οδός ...) κατά του ως άνω με αριθ. 1385/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2006 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2006.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ