Supreme Court dismisses appeal on property dispute, upholding lower court's finding of adverse possession via agent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal of Evia regarding a property dispute. The appellant argued the lower court incorrectly applied the burden of proof to her, while the respondent maintained the appellant's agent never claimed ownership for himself. The court ruled that the appellant's claim of exercising ownership through an agent was a valid defense against the respondent's claim of exclusive ownership, rendering the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 980, 981, 982, 984 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Ownership may be exercised through an agent or helper, and a claim of adverse possession by such an agent does not extinguish the principal's right until the principal is aware of the act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 949 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 949/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. συζ. Χ. Λ., το γένος Λ. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Ανδρέου.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζ. Κ. Μ., το γένος Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Θάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2006 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 94/2016 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 3-11-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 94/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή έφεση της ήδη αναιρείουσας-εναγομένης-εκκαλούσας κατά της 229/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 24-11-2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας- εφεσίβλητης), εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την με αριθμ. 13/7-11-2016 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Από το συνδυασμό των άρθρων 980, 981, 982, 984 ΑΚ προκύπτει ότι η νομή μπορεί να ασκείται και μέσω άλλου, ήτοι μέσω "αντιπροσώπου" ή κατ' άλλην έκφραση "βοηθού" νομής, τέτοιος δε είναι ο ασκών την νομή όχι επ' ονόματι και για λογαριασμό δικό του αλλά του αντιπροσωπευόμενου, οπότε αν εκείνος θελήσει να αντιποιηθεί την νομή, αυτή δεν απόλλυται για τον νομέα πριν λάβει γνώση της αντιποιήσεως.
Για την κατάφαση της συνδρομής περιπτώσεως ασκήσεως της νομής μέσω άλλου αρκεί το πραγματικό γεγονός που αυτή ασκείται με τον ανωτέρω τρόπο χωρίς να απαιτείται και προσδιορισμός έννομης σχέσεως από την οποία να απορρέει η εξουσία του αντιπροσώπου ή βοηθού να νέμεται το πράγμα για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Από το συνδυασμό του άρθρου 1045 ΑΚ με τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι ο ασκών την νομή επ' ονόματι και για λογαριασμό του αληθώς νομέως, τυχόν αντιποιούμενος την νομή του πράγματος για δικό του λογαριασμό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομίμως χρησιδεσπόζων το πράγμα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας πριν γνωστοποιήσει στον νομέα την πρόθεσή του αυτήν, χωρίς να ερευνάται το είδος της έννομης σχέσεως δυνάμει της οποίας κατείχε το πράγμα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ'αριθμ.
….4/10-11-1951 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Β. Κ. νόμιμα μεταγεγραμμένου στις 3.12.1951 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (Τόμος … και. αριθ. …..1) ο πατέρας της αρχικής ενάγουσας Ι. Γ. του Α. δώρισε σε αυτήν, μεταξύ άλλων, έναν αγρό εκτάσεως δέκα χιλιάδων (10.000) τ.μ. που βρίσκεται στην Κτηματική Περιφέρεια της Κοινότητος ….
τέως Δήμου …., στη θέση "…" και συνορεύει κατά τό δωρητήριο συμβόλαιο ανατολικά με αγρό κληρονόμων Δ. Δ., δυτικά με αγρό Γ. Μ., βόρεια με αγρό κληρονόμων Κ. Α. και νότια με σιδηροδρομική γραμμή. Η αρχική ενάγουσα, Ε. συζ. Κ. που αποβίωσε στις 20.1.2008 και στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως μοναδική εξ' αδιαθέτου κληρονόμος η κόρη της Χ.
συζ. Κ. Μ. που νόμιμα συνέχισε την δίκη, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, αποδέχθηκε την παραπάνω δωρεά με την υπ' αριθμ....4/17.11.1951 πράξη αποδοχής δωρεάς του συμβολαιογράφου Ι. Π. που μεταγράφηκε νομίμως στα ίδια βιβλία μεταγραφών στις 3.12.1951 (τόμος … αριθ. ….2). Ο παραπάνω αγρός είχε περιέλθει κατά κυριότητα στον πατέρα της αρχικής ενάγουσας με αγορά από τον Κ.
Γ., αληθή κύριο αυτού, δυνάμει του υπ' αριθ. ….3/30.11.1936 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γ. Φ. νομίμως μεταγεγραμμένου στις 7.12.1936 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου …. (τόμος … αριθμ. ….2). Στον Κ. Γ. είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1876 πατρός του Α. Γ. σε συνδυασμό με ανταλλαγή με τον αδελφό του Χ.
Γ., η οποία πραγματοποιήθηκε με το υπ' αριθ. 2564/1936 ανταλλακτήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νομίμως στα ίδια βιβλία μεταγραφών. Από τους προαναφερθέντες τίτλους προκύπτει ότι η αρχική ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα επί του παραπάνω αγροτεμαχίου λόγω δωρεάς αυτού από τον αληθή κύριο πατέρα της ο οποίος είχε γίνει κύριος, επίσης, με παράγωγο τρόπο κατά τον τρόπο και με τους νομίμους τίτλους που προαναφέρθηκαν διαδοχικώς από τους αληθείς κυρίους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του.
Σήμερα το παραπάνω αγροτεμάχιο έχει έκταση 8.852, 90 τ.μ., η θέση στην οποία βρίσκεται ονομάζεται "….." και συνορεύει ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Δ. Δ. του Δ., δυτικά εν μέρει με αγρό ιδιοκτησίας Δ., εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Μ. και Μ. Γ., βόρεια με πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Α. και σήμερα Δ.
και νότια με οδό … και πέραν αυτής με σιδηροδρομική γραμμή. Το παραπάνω αγροτεμάχιο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4-Α1 στο από Ιουλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ. από το οποίο προκύπτει ότι η έκτασή του σήμερα είναι 8.852,90 τ.μ. Η μείωση της εκτάσεως του αγροτεμαχίου οφείλεται στην αφαίρεση τμήματος αυτού από τη νότια πλευρά του που συνόρευε με τη σιδηροδρομική γραμμή για την κατασκευή της οδού ….
Το γεγονός ότι το επίδικο συνόρευε αρχικά προς νότο με σιδηροδρομική γραμμή και μετά την κατασκευή της άνω οδού συνόρευε νότια με την εν λόγω οδό και πέραν αυτής με την σιδηροδρομική γραμμή επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, Ι. Γ., υιού της αδελφής της αρχικής ενάγουσας γεννηθέντος στο … το 1937 και κατοίκου της ομώνυμης πόλης.
Η αρχική ενάγουσα κατέστη κυρία του παραπάνω αγροτεμαχίου και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού από τότε που απέκτησε ίο παραπάνω αγροτεμάχιο ασκούσε σε αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας συνεχώς με καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα πράξη αποδοχής της δωρεάς, πράξεις νομής που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του ως άνω αγροτεμαχίου.
Ειδικότερα, η αρχική ενάγουσα που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα περί το έτος 1955, επόπτευε και καλλιεργούσε το επίδικο με σιτηρά διά του άνω πατέρα της από το χρόνο της δωρεάς μέχρι και το έτος 1959, οπότε και αυτός αποβίωσε και στη συνέχεια εκ περιτροπής διά των αδελφών της Δ. Γ. και Ν. Γ. και κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα διά του Δ.
Γ. ο οποίος το κατείχε μέχρι και το 1994 που αποβίωσε. Οι ανωτέρω παρέδιδαν στην αρχική ενάγουσα ένα αρνί το Πάσχα και ένα σάκο αλεύρι ως συμβολικό αντάλλαγμα για την εκ μέρους τους κάρπωση του αγρού. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση του άνω μάρτυρα της ενάγουσας, Ι. Γ., ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ότι οι ανωτέρω το καλλιεργούσαν με εντολή της αρχικής ενάγουσας και ότι οι εν λόγω καλλιεργητές της έδιναν ως αντάλλαγμα τα προαναφερθέντα αγαθά και ότι όλοι οι κάτοικοι στο χωριό, δηλαδή στην κωμόπολη του …., γνώριζαν ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην αρχική ενάγουσα.
Έτσι, η αρχική ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου όχι μόνο με παράγωγο τρόπο αλλά και με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, αφού νεμήθηκε το ως άνω αγροτεμάχιο αρχικά διαμέσου του πατέρα της και μετά το θάνατο του διαμέσου των άνω αδελφών της με καλή πίστη και με βάση τους παραπάνω νόμιμους τίτλους, δηλαδή το δωρητήριο και την αποδοχή της δωρεάς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω αδελφός της ενάγουσας Δ. Γ. που φέρεται ως απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα άφησε την υπ' αριθμ. ...2/10.2.1982 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον της συμβ/φου Α. συζ. Δ. Κ. με την οποία όρισε ως κληρονόμο του, μεταξύ άλλων, τον υιό του Ι.
Γ. Κ. στον οποίο, άφησε, εκτός των αναφερόμενων στην διαθήκη ακινήτων και έναν αγρό ο οποίος περιγράφεται ως εξής: ότι είναι εκτάσεως 10.000 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "…" και συνορεύει ανατολικά με Δ. Δ., δυτικά με Μ. Γ. και Δ., βόρεια με Δ. και νοτίως με δρόμο. Ο αγρός αυτός κατά τα παρακάτω αναφερόμενα ταυτίζεται με το παραπάνω δωρηθέν στην αρχική ενάγουσα αγροτεμάχιο.
Ο άνω Ι. Γ. Κ. προαποβίωσε του πατέρα του Δ. Γ., δεδομένου ότι αυτός αποβίωσε στις 22.11.1989 και ο πατέρας του μετέπειτα στις 7.4.1994. Έτσι, ο Ι. Γ. Κ. εξέπεσε πριν από την επαγωγή της κληρονομίας και στην θέση του υποκαταστάθηκε η τότε ανήλικη κόρη του Μ. Γ. κατ' άρθρ. 1791 ΑΚ που είχε αποκτήσει από τον γάμο του με την Μ.
Γ., το γένος Κ., αφού αυτή θα καλούνταν ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη. Δυνάμει της υπ' αριθμ. …0/2.9.1994 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της άνω συμβ/φου Α. συζ. Δ. Κ. που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 13.9.1994 (τομ. …5 αρ. ….9) η κόρη του Μ. Γ. εκπροσωπούμενη νόμιμα από τη μητέρα της, Μ. χήρα Ι. Γ., αποδέχθηκε την κληρονομιά που άφησε ο παππούς της με την άνω δημόσια διαθήκη που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 54/96.1994 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας.
Στην δήλωση αυτή αποδοχής κληρονομίας αναφέρεται ότι τα κληρονομιαία ακίνητα στα οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο περιήλθαν στον άνω αποβιώσαντα από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Γ.. Ο Ι. Γ. πατέρας τόσο της αρχικής ενάγουσας όσο και του άνω αποβιώσαντος Δ. Γ. είχε αφήσει την υπ' αριθμ. …5/31.3.1955 δημόσια διαθήκη του συνταχθείσα ενώπιον του Συμβ/φου Β.
Κ. με την οποία διένειμε την περιουσία του στα παιδιά του, δηλαδή, μεταξύ άλλων στην αρχική ενάγουσα και τον άνω αδελφό της Δ. Γ.. Στην εν λόγω διαθήκη του η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 75/16.4.1959 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θηβών αναφέρει ότι στην θυγατέρα του Ε. (αρχική ενάγουσα) αφήνει 100 δρχ. και ουδέν άλλο, καθόσον με το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο το οποίο μνημονεύει ρητά στην διαθήκη του έχει παραχωρήσει σε αυτήν τα περιγραφόμενα κτήματα κείμενα στην περιφέρεια Σχηματαρίου στα οποία περιλαμβάνεται και ο παραπάνω αγρός στην θέση "….".
Αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθμ. ….5/27.2.1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. συζ. Δ. Κ. νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Θηβών η άνω Μ. χήρα Ι. Γ.υ ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της, Μ. Γ., μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγομένη τον παραπάνω αγρό που φερόταν ως τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας, η εκποίηση δε αυτή της είχε επιτραπεί δυνάμει της 9/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Ο αγρός αυτός περιγράφεται ως εξής στο πωλητήριο συμβόλαιο: αγρός εκτάσεως 10.000 τ.μ. κείμενος στη θέση "..." ο οποίος συνορεύει ανατολικά με Δ.. Δ., δυτικά με Μ. Γ., βόρεια με Δ. και νοτίως με δρόμο. Ο παραπάνω πωληθείς αγρός που φέρεται ότι περιήλθε στην πωλήτρια από κληρονομιά του παππού της, Δ. Γ., ταυτίζεται με το παραπάνω δωρηθέν στην αρχική ενάγουσα αγροτεμάχιο.
Η θέση "..." που αναφέρεται στο άνω δωρητήριο συμβόλαιο είναι ίδια με την θέση "..." που μνημονεύεται στη με αριθμ. ...2/10.2.1982 δημόσια διαθήκη του Δ. Γ. και στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, όπως επιβεβαίωσε ο άνω μάρτυρας της ενάγουσας. Η μεταβολή αυτή των ονομασιών για τον προσδιορισμό της θέσης του επιδίκου από "..." σε "..." οφείλεται στο ότι μετά την κατάρτιση του δωρητηρίου συμβολαίου και της πράξης αποδοχής της δωρεάς κατασκευάστηκε ο ομώνυμος σιδηροδρομικός σταθμός που είναι πλησίον του επιδίκου και έτσι επικράτησε το τοπωνύμιο "...".
Επίσης, από την επισκόπηση του άνω δωρητηρίου συμβολαίου και των τίτλων της εναγομένης και της άμεσης δικαιοπαρόχου της προκύπτουν τα εξής : α) ως ανατολικό όριο του περιγραφόμενου αγρού στο μεν δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται αγρός κληρονόμων Δ. Δ., στους δε τίτλους της εναγομένης και των άνω δικαιοπαρόχων της διαλαμβάνεται ότι ανατολικά συνορεύει με Δ..
Δ.. Όμως, η διαφοροποίηση αυτή δεν αναιρεί την ταυτότητα του επιδίκου, διότι ο σημερινός ανατολικά συνορίτης Δ. Δ. είναι κληρονόμος του Δ. Δ. β) ως δυτικό όριο στο μεν δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται αγρός Γ. Μ. και στους τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της ότι δυτικά συνορεύει με Μ. Γ. λόγω μεταγενέστερης αλλαγής του ιδιοκτήτη γ) ως βόρειο όριο στο μεν δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται αγρός κληρονόμων Κ.
Α. και στους δε τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της Δ.ς λόγω ακριβώς μεταγενέστερης αλλαγής του ιδιοκτήτη δ) ως νότιο όριο στο μεν δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται σιδηροδρομική γραμμή, στους δε τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της μνημονεύεται ότι νότια συνορεύει με δρόμο. Η διαφοροποίηση αυτή στο νότιο όριο δικαιολογείται από το ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του δωρητηρίου συμβολαίου το επίδικο αγροτεμάχιο νότια συνόρευε με σιδηροδρομική γραμμή, όμως μετέπειτα, κατά τα εκτεθέντα αποκόπηκε εδαφική λωρίδα από το νότιο τμήμα του (επιδίκου), προκειμένου να κατασκευαστεί η προαναφερθείσα οδός … η οποία πλέον διαχωρίζει το νότιο όριο του επιδίκου από την σιδηροδρομική γραμμή.
Η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι το ακίνητο που περιγράφεται στο δωρητήριο συμβόλαιο ταυτίζεται με αυτό που περιγράφεται στους τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της ενισχύεται από το ότι ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος της εναγομένης, δηλαδή ο πατέρας της αρχικής ενάγουσας, Ι. Γ., όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης του με την οποία διένειμε την ακίνητη περιουσία του στην σύζυγο του και στα τέκνα του και όπως επιβεβαίωσε ο μάρτυρας αποδείξεως δεν είχε άλλο ακίνητο εκτάσεως 10 στρεμμάτων στην θέση "..." εκτός από αυτό που δώρισε στην αρχική ενάγουσα.
Κατά συνέπεια το δικαστήριο κρίνει ότι δεν απαιτείται πραγματογνωμοσύνη για την διακρίβωση της ταυτότητας των ακινήτων που περιγράφονται στο δωρητήριο συμβόλαιο και στους κτητικούς τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, αφού το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ότι το επίδικο ακίνητο περιέχεται στους τίτλους της αρχικής ενάγουσας και ταυτίζεται με αυτό που περιγράφεται στους τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος έφεσης ότι το ακίνητο που περιγράφεται στον κτητικό τίτλο της αρχικής ενάγουσας, δηλαδή στο δωρητήριο συμβόλαιο, δεν ταυτίζεται με το επίδικο και ότι απαιτείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το ζήτημα της διακρίβωσης της ταυτότητας του επιδίκου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η εναγομένη κατά την κατάληψη της νομής του παραπάνω αγροτεμαχίου που συμπίπτει με τον προαναφερθέντα χρόνο αγοράς του γνώριζε ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στην αρχική ενάγουσα που ήταν αδελφή του απώτερου δικαιοπαρόχου της Δ. Γ.. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου επιβεβαιώνεται, εκτός των άλλων, από την κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του άνω μάρτυρα της ενάγουσας, πρώτου εξαδέλφου αυτής, ο οποίος όντας κάτοικος ….
από της γεννήσεώς του ανέφερε ότι όλο το χωριό γνώριζε ότι το επίδικο ανήκε στην αρχική ενάγουσα και ότι η εναγομένη που και αυτή είναι κάτοικος …., εάν και ήξερε ότι το ακίνητο έχει πρόβλημα, παρόλα αυτά το αγόρασε. Το συμπέρασμα αυτό του δικαστηρίου περί της γνώσης εκ μέρους της εναγομένης ότι το ακίνητο ανήκε στην αρχική ενάγουσα ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγομένη και η μητέρα της πωλήτριας του αγροτεμαχίου είναι δεύτερα εξαδέλφια.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η εναγομένη δεν μερίμνησε για την σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος κατά την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, ώστε να προσαρτηθεί σε αυτό. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η εναγομένη βαρύνεται με βαρεία αμέλεια, διότι παρέλειψε να ελέγξει τη μερίδα του απώτερου δικαιοπαρόχου της, δηλαδή του Ι.
Γ., πατέρα του άνω διαθέτη Δ. Γ. και της αρχικής ενάγουσας και τα οικεία βιβλία μεταγραφών (ΑΠ 970/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 980/1990 ΝοΒ 40. 70). Εάν η εναγομένη προέβαινε σε έλεγχο της μερίδας του άνω Ι. Γ. και των οικείων βιβλίων μεταγραφών, θα διαπίστωνε ότι ο ανωτέρω είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς το επίδικο ακίνητο στην αρχική ενάγουσα η οποία και την αποδέχθηκε κατά τα προαναφερθέντα.
Η διαφοροποίηση της περιγραφής του επιδίκου ως προς την θέση και τα όριά του προς βορά, δύση και νότο καθόσον αφορά αφενός το δωρητήριο συμβόλαιο της ενάγουσας και αφετέρου την αποδοχή κληρονομίας της άνω πωλήτριας δεν αναιρεί την κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής βαρείας αμέλειας στο πρόσωπο της εκκαλούσας-εναγομένης, διότι η έκταση του ακινήτου σε αμφότερους τους κτητικούς τίτλους είναι ίδια, το ανατολικό σύνορο είναι ταυτόσημο, το δε νότιο σύνορο που είναι δρόμος κατασκευάστηκε μετά το δωρητήριο συμβόλαιο και διαχωρίζει το νότιο σύνορο του ακινήτου από την σιδηροδρομική γραμμή με την οποία αυτό συνόρευε αρχικά.
Με βάση τις ομοιότητες αυτές σε συνδυασμό με την επικράτηση του τοπωνυμίου "..." για τον προσδιορισμό της θέσης του επιδίκου εκείνος που θα διενεργούσε έλεγχο στα οικεία βιβλία μεταγραφών θα διαπίστωνε ότι το επίδικο είχε μεταβιβαστεί στην αρχική ενάγουσα από τον πατέρα της με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο και ότι εκείνη αποδέχθηκε την δωρεά.
Η εναγομένη προς αντίκρουση του ισχυρισμού περί βαρείας αμέλειας επικαλείται με την έφεσή της ότι ο Ι. Γ. (πατέρας της αρχικής ενάγουσας) με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. …5/31.3.1955 δημόσια διαθήκη του συνταχθείσα ενώπιον του Συμβ/φου Β. άφησε, μεταξύ άλλων, στον υιό του Δ. Γ., παππού και φερόμενο δικαιοπάροχο της άνω πωλήτριας Μ.
Γ., ένα ακίνητο στη θέση "…" εκτάσεως 9 στρεμμάτων και ότι είναι πιθανό και λογικό αυτό να έπεισε το δικηγόρο που διενήργησε τον έλεγχο των τίτλων για το αδιάκοπο των τίτλων. Πρέπει να επισημανθεί ότι "…" ονομάζεται η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο. Από την επισκόπηση της άνω διαθήκης προκύπτει ότι πράγματι ο Ι.
Γ., άφησε, μεταξύ άλλων, στον υιό του Δ. Γ., παππού της άνω πωλήτριας Μ. Γ., έναν αγρό στην άνω θέση εκτάσεως 9 στρεμμάτων ο οποίος βρίσκεται πλησίον Κοινοτικού, όπως αναφέρεται στην εν λόγω διαθήκη. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας είναι έωλος, αφού δεν ενισχύεται από κάποιο στοιχείο, καθώς, εκτός των άλλων, ούτε η ίδια η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι ταυτίζεται το παραπάνω ακίνητο με το επίδικο, αλλά αντιθέτως οι διαφορές μεταξύ του επιδίκου και του άνω ακινήτου στη θέση "…" είναι εμφανείς αφενός ως προς την έκτασή τους το μεν πρώτο είναι 10 στρέμματα, το δε άλλο εννέα στρέμματα και αυτό των εννέα στρεμμάτων και ως προς τα όριά του αφού αυτό των εννέα στρεμμάτων βρίσκεται πλησίον "Κοινοτικού", όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην άνω διαθήκη, γεγονός που δεν ισχύει για το επίδικο και ως εκ τούτου ενόψει των διαφορών αυτών αποκλείεται η εξαγωγή συμπεράσματος ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο.
Κατόπιν των ανωτέρω η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση της εκκαλούσας που επαναφέρεται με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της έφεσής της ότι κατέστη κυρία του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, καθώς νεμήθηκε αυτό καλοπίστως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, ήτοι από το 1995 έως την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 28.3.2007 είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα - εναγομένη προέβαλε επικουρικά τον ισχυρισμό ότι κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία συνυπολογίζοντας στο δικό της χρόνο νομής το χρόνο νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της που νέμονταν το επίδικο από το I960 έως το 1995 που το απέκτησε με το παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο.
Ο εν λόγω ισχυρισμός της εκκαλούσας συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας καθόσον αφορά τόσο τον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας όσο και τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας της αρχικής ενάγουσας, δηλαδή τακτική και έκτακτη χρησικτησία που επικαλείται η αρχική ενάγουσα, αφού στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το έτος 1960 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2007 χωρούν δύο έκτακτες χρησικτησίες.
Η παραπάνω ένσταση της εκκαλούσας - εναγομένης είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά βάσιμη, διότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της Δ. Γ. που αποβίωσε το 1994 και κατείχε το επίδικο ως αντιπρόσωπος της αρχικής ενάγουσας ουδέποτε δήλωσε στην αρχική ενάγουσα τυχόν πρόθεσή του να νεμηθεί διανοία κυρίου το επίδικο ούτε η τελευταία έλαβε γνώση ότι ο αδελφός της νεμόταν το επίδικο για δικό του λογαριασμό και συνακόλουθα κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη (υπό IV) ουδέποτε άρχισε να χρησιδεσπόζει επ' αυτού.
Και αν ακόμη υποτεθεί ότι η σύνταξη της παραπάνω δημόσιας διαθήκης εκ μέρους του Δ. Γ. με την οποία άφηνε το επίδικο στον προαποβιώσαντα υιό του συνιστά πράξη νομής, η αρχική ενάγουσα ουδέποτε πληροφορήθηκε την ύπαρξη και το περιεχόμενο της παραπάνω δημόσιας διαθήκης του, ώστε να αρχίσει η χρησικτησία επί του επιδίκου.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τη με αριθμ. …75/10.5.2004 ένορκη βεβαίωση της Ε. συζ. Χ. Γ., αδελφού του Δ. Γ. δοθείσα ενώπιον της συμβ/φου Α. συζ. Χ. Κ. η οποία ανέφερε ότι "το επίδικο χωράφι που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." στο …ι, όπως ξέρει από τον άντρα της και αλλά και το γνωρίζει έχει έκταση 10 στρέμματα ανήκε στο Δ.
Γ. και το κατείχε σαν δικό του από το έτος 1960 συνεχεία μέχρι και το θάνατο του και το καλλιεργούσε συνέχεια σαν δικό του". Και αυτό, διότι δεν βεβαιώνει ότι ο Δ. Γ. δήλωσε στην αρχική ενάγουσα ότι νέμεται το επίδικο για δικό του λογαριασμό και δεύτερον η βεβαίωσή της περί συνεχούς καλλιέργειας του επιδίκου από το Δ.
Γ. αντικρούεται πειστικά από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ότι καλλιέργησε το επίδικο κατά τα έτη 1984 - 1985 κατόπιν εντολής του Ν. Γ., αδελφού της αρχικής ενάγουσας που ενεργούσε για λογαριασμό της χωρίς να ενοχληθεί από το Δ. Γ. ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη είχε προβεί στην σύνταξη της παραπάνω δημόσιας διαθήκης του.
Επίσης, η κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του μάρτυρα της εναγομένης Π. Λ. που τυγχάνει αδελφός του συζύγου της, ότι κανένας άλλος δεν καλλιέργησε το επίδικο παρά μόνο ο Δ. Γ. αναιρείται από την προαναφερθείσα κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος κατέθεσε ότι ο ίδιος καλλιέργησε το επίδικο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα.
Η κατάθεση του άνω μάρτυρα της εναγομένης Π. Λ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι λεγόταν ότι ο πατέρας του Δ. Γ. του είχε αφήσει 10 στρέμματα στη θέση … εννοώντας προδήλως ότι το επίδικο ενδέχεται να συμπίπτει με το άνω ακίνητο δεν είναι πειστική, διότι κατά τα εκτεθέντα ο πατέρας του του είχε αφήσει αγρό εννέα και όχι 10 στρεμμάτων στην παραπάνω θέση ο οποίος δεν προέκυψε ότι ταυτίζεται με το επίδικο.
Η κατάθεση του άνω μάρτυρα Π. Λ. ότι κατέβαλε ενοίκιο κατά το διάστημα 1989-1991 στη μητέρα της πωλήτριας για τον επίδικο αγρό που μίσθωσε γνωρίζοντας ότι ο Δ. Γ. έδινε το ποσό του ενοικίου στην ανήλικη εγγονή του δεν συνηγορεί υπέρ της εκδοχής ότι ο Δ. Γ. χρησιδέσποζε στον επίδικο αγρό, αφού δεν αναφέρει επιπλέον ότι γνωστοποίησε την πρόθεσή του στην αρχική ενάγουσα να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον ίδιο, ώστε να αρχίσει να χρησιδεσπόζει επ' αυτού.
Επίσης, ο επικουρικά προβληθείς με την έφεση ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ίσως να είχε μεταβιβάσει η αρχική ενάγουσα στο Δ. Γ. το επίδικο ατύπως στο πλαίσιο της οικογενειακής σχέσεως ουδόλως επιβεβαιώθηκε από κάποιο στοιχείο. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν ο Δ. Γ. δεν ήταν σε θέση να μεταβιβάσει με κληρονομιά στον υιό του και στην εγγονή του που υποκαταστάθηκε στη θέση του υιού του τέτοια νομή που να οδηγεί σε κτήση κυριότητας (ΑΠ 576/1975 NOB 24. 24).
Περαιτέρω, ούτε η εγγονή του Δ. Γ. και τότε ανήλικη πωλήτρια του επιδίκου άρχισε να χρησιδεσπόζει επί του επιδίκου, αφού δεν γνωστοποίησε διά της αντιπροσώπου μητέρας της στην αρχική ενάγουσα την πρόθεση της να νέμεται το ως άνω αγροτεμάχιο για δικό της λογαριασμό. Συνακόλουθα η εναγομένη που κατέλαβε το επίδικο ακίνητο το 1995 και έκτοτε άρχισε να νέμεται αυτό διανοία κυρίου, δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα δεν δύναται να προσμετρήσει στη δική της νομή το χρόνο νομής των άνω δικαιοπαρόχων της δεν κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συμπλήρωσε εικοσαετή νομή σε αυτό μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής το 2007.
Εξάλλου, και εάν ήθελε υποτεθεί ότι η άμεση δικαιοπάροχος της εναγομένης Μ. Γ., άρχισε να νέμεται το επίδικο το 1994, οπότε και αποδέχθηκε την κληρονομιά του παππού της κατά τα εκτεθέντα και ότι ως εκ τούτου η εναγομένη μπορεί να συνυπολογίσει στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής της ανωτέρω άμεσης δικαιοπαρόχου της και στην περίπτωση αυτή η εναγομένη δεν συμπλήρωσε εικοσαετή νομή στο επίδικο, ώστε να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει την παραπάνω ένστασή της ότι κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, η ένσταση της εκκαλούσας - εναγομένης περί παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής την οποία θεμελιώνει στο γεγονός ότι για χρονικό διάστημα μείζων της εικοσαετίας, δηλαδή από το 1960 έως και την 28.3.2007 που ασκήθηκε η αγωγή νεμόταν το επίδικο συνυπολογίζοντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, ο απώτερος δικαιοπάροχος της εκκαλούσας Δ.
Γ. ουδόλως χρησιδέσποσε στο ακίνητο από το 1960 έως το έτος 1994 που αποβίωσε, αφού ουδέποτε κατέστησε με οποιοδήποτε τρόπο γνωστή την πρόθεσή του στην αρχική ενάγουσα να ασκήσει πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου στο επίδικο κάτι που δεν έπραξε ούτε και η κληρονόμος του Μ. Γ. που αποδέχθηκε την κληρονομιά του το έτος 1994 και έτσι κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την πώληση του επιδίκου το έτος 1995 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής το 2007 δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετής παραγραφή.
Το ίδιο συμπέρασμα εξάγεται και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η προσβολή της κυριότητας της αρχικής ενάγουσας επισυνέβη το 1994, οπότε η ως άνω κληρονόμος του Μ. Γ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά, αφού έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετής παραγραφή.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος εφέσεως με τον οποίο επαναφέρεται η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου παραγώγως με αγορά από αληθή κύριο, αφού, όπως εκτέθηκε η άμεση δικαιοπάροχός της και πωλήτρια δεν είχε καταστεί κυρία του ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο. Επομένως, το σκέλος του τέταρτου λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, δηλαδή ότι η εναγομένη κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Μετά ταύτα η εναγομένη παράνομα και αυθαίρετα κατέλαβε το έτος 1995 τον επίδικο αγρό εκτάσεως 8.852,90 τ.μ. και είναι υποχρεωμένη να τον αποδώσει στη Χ. συζ. Κ. Μ. που υπεισήλθε στην δικονομική θέση της αρχικής ενάγουσας ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. ….1/2008 αποδοχή κληρονομίας συνταχθείσα ενώπιον του συμβ/φου Γ. Π. νομίμως μεταγεγραμμένη σε συνδυασμό με το …4/2008 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων και το …5/2008 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης της αρχικής ενάγουσας.
Συνεπώς, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της περί κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και κατά τις επικουρικές βάσεις της περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας και να αναγνωριστεί ότι η Χ. συζ. Κ. Μ. είναι κυρία του παραπάνω αγροτεμαχίου εκτάσεως 8.8 52, 90 τ.μ.".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή (για ακίνητο 8.852,90 τ.μ). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις νομικές διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Εξάλλου, αβάσιμες είναι και οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην ίδια απόφαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφορούν ελλείψεις που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην απόφαση αυτή αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο .
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία αποδεικνύεται ότι 1) Το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στην αρχική ενάγουσα η οποία ασκούσε την επ'αυτού νομή μέχρι το έτος 1994 μέσω των αντιπροσώπων της οι οποίοι ουδέποτε της γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να νέμονται το ακίνητο για δικό τους λογαριασμό.
Β)Δεν νεμήθηκε η εναγομένη καλόπιστα το επίδικο κατά το χρονικό διάστημα από 1995 έως 28-3-2007 καθόσον εγνώριζε, άλλως από βαρειά αμέλεια αγνοούσε, ότι το επίδικο ανήκει στην αρχική ενάγουσα κατά το χρόνο κατάληψης της νομής του που συμπίπτει με τον χρόνο αγοράς του(1995) και απορρίφθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης, στηριζόμενη σε τακτική χρησικτησία πρωτότυπο τρόπο κτήσης (τακτική χρησικτησία)Η επάλληλη αυτή αιτιολογία που δεν πλήττεται επιτυχώς, αναιρετικά, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007).
Οι λοιπές αιτιάσεις των ίδιων λόγων που αναφέρονται στο αναιρετήριο είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττεται έτσι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με επαναξιολόγηση, ύστερα από διαφορετική προσέγγιση, των αποδείξεων αυτών από τον αναιρεσείοντα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτου, είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι, υπό τις παραπάνω διακρίσεις, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους.
3. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο περίπτωση I, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο ήχθη σε απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, κατά παραδοχή του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης αναιρεσείουσας, Δ.
Γ. ασκούσε τη νομή στο επίδικο ακίνητο ως αντιπρόσωπος της αρχικής ενάγουσας (στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η αναιρεσίβλητη) και ουδέποτε δήλωσε στη αρχική ενάγουσα τυχόν πρόθεσή του να νεμηθεί διανοία κυρίου το επίδικο ούτε η τελευταία έλαβε γνώση ότι ο αδελφός της νεμόταν το επίδικο για δικό του λογαριασμό "ο οποίος δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ως άνω ένστασης ιδίας κυριότητας (ΑΠ 1457/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/ 2002). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο περίπτωση II λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγομένης αναιρεσείουσας, Δ.
Γ. ασκούσε τη νομή στο επίδικο ακίνητο ως αντιπρόσωπος της αρχικής ενάγουσας (στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η αναιρεσίβλητη) και ουδέποτε δήλωσε στη αρχική ενάγουσα τυχόν πρόθεσή του να νεμηθεί διανοία κυρίου το επίδικο ούτε η τελευταία έλαβε γνώση ότι ο αδελφός της νεμόταν το επίδικο για δικό του λογαριασμό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφαση δεν προκύπτει ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ούτε ότι το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, αντίθετα αναφέρονται με λεπτομέρειες όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
4 Με τον τέταρτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι, με εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως στην αναιρεσείουσα, δέχθηκε τον ανωτέρω αναφερθέντα σχετικό ισχυρισμό (αντένσταση) της αρχικής ενάγουσας και απέρριψε ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης, με την αιτιολογία ότι δεν απέδειξε η εναγομένη ότι ο δικαοιπάροχός της Δ.
Γ. δεν δήλωσε στην αρχική ενάγουσα ότι νέμεται το επίδικο για δικό του λογαριασμό. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα, ότι το Εφετείο έκρινε, μετά από συνεκτίμηση όλων των αναφερόμενων αναλυτικά αποδεικτικών μέσων" ότι η παραπάνω ένσταση ιδίας κυριότητας της εκκαλούσας εναγομένης είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο δικαιοπάροχος της Δ.
Γ. που αποβίωσε το 1994 και κατείχε το επίδικο ως αντιπρόσωπος της αρχικής ενάγουσας ουδέποτε δήλωσε στην αρχική ενάγουσα τυχόν πρόθεσή του να νεμηθεί διανοία κυρίου το επίδικο ούτε η τελευταία έλαβε γνώση ότι ο αδελφός της νεμόταν το επίδικο για δικό του λογαριασμό και συνακόλουθα ουδέποτε άρχισε να χρησιδεσπόζει επ'αυτού." και περαιτέρω αναλύοντας τις σχετικές αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, πλεοναστικώς μνημονεύει ότι η κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα της εναγομένης "και αυτό διότι δεν βεβαιώνει ότι ο Δ.
Γ. δήλωσε στην αρχική ενάγουσα ότι νέμεται το επίδικο για δικό του λογαριασμό..."Με την ανωτέρω κρίση του το εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας στην αναιρεσείουσα,και όχι στην ενάγουσα, της οποίας ο σχετικός ισχυρισμός περί άσκησης της νομής δι'αντιπροσώπου συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης και δεν βαρύνεται με την απόδειξή της η αρχική ενάγουσα.
Συνεπώς ο εκ του αριθμ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ) Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1/7-11-2016 αίτηση για αναίρεση της 94/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ