Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds, rejecting argument that appellate court improperly considered evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling the request inadmissible. The appellants argued the lower court improperly considered a police council ruling and a forensic report as evidence, claiming they violated procedural rules. The court rejected this, stating that in ordinary civil proceedings, all documents are admissible for forming a conviction unless proven forged or obtained illegally. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 270 para. 2 sec. b, Art. 393, Art. 394 of the Code of Civil Procedure; In ordinary civil proceedings, all documents are admissible for forming a conviction unless proven forged or obtained illegally.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 949 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 949/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Κ. Ρ. του Β. χήρα Μ. Ρ., 2) Ι. Μ. Ι. και 3) Α. Γ. Β., ατομικά ο Ι. και ο Ι. και η Α. ως ασκούντες τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Χ. Ι.. Μ., 4) Β. Μ. Ι. και 5) Γ. Τ. Τ. ατομικά ο Β. και o Β. και η Γ. ως ασκούντες τη γονική μέριμνα και επιμέλεια για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Ν. Γ. Ν., 6) Ρ. Μ. Ρ. και 7) Β. Ι. Τ., για τον εαυτό της η Ρ. και η Ρ. και ο Β. ως ασκούντες τη γονική μέριμνα και επιμέλεια για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Γ. Β. Τ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βλάχο και 8) Ι. Κ. Κ. (μητέρα), η οποία απεβίωσε στις 8/7/2011 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής υπό στοιχεία 1, 2, 4 και 6 αναιρεσείοντες καθώς και οι 9) Σ. Ι. Μ., 10) Ν. Μ. Ρ., 11) Ι. Ρ. Ι., 12) Ν. Ρ. Ι., κάτοικοι ....
Οι υπό στοιχεία 2 και 3 αναιρεσείοντες-καλούντες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Εμμανουήλ Βλάχου και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσείοντες-καλούντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου-καθ'ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενάργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην … ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου Διανομής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", σύμφωνα με το άρθρο 123 του ν. 4001/2011, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/ 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι απ.άσεις: 161/2005, 65/2008 μη οριστικές, 80/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 249/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/ 2011 αίτησή τους και τους από 5/2/2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1793/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 13/1/2014 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης καθώς και την από 18/9/2014 εισήγησή της επί των προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης με την οποία πρότεινε να απορριφθούν αυτοί ως απαράδεκτοι. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, των προσθέτων λόγων αυτής και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 249/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ αριθ. 80/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο, αφού δίκασε την από 9-9-2003 αγωγή τους με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι ο Μ.
Ρ. του Ι., βουλγαρικής υπηκοότητας, σύζυγος της πρώτης, πατέρας των δεύτερου, τετάρτου και έκτης, πεθερός των τρίτης, πέμπτης και έβδομου, παππούς των ανηλίκων τέκνων των δευτέρου και τρίτης (Χ. Ι. Μ.), τέταρτου και πέμπτης (Ν. Γ. Ν.) και έκτης και έβδομου (Γ. Β. Τ.), από τους οποίους και εκπροσωπήθηκαν ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτών αντιστοίχως και υιός της όγδοης, απεβίωσε στο Φαληράκι της Ρόδου από ηλεκτροπληξία που .ειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα (πέραν άλλων που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ζήτησαν,) λόγω της αδικοπραξίας, να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλλει στη μεν πρώτη αποζημίωση για έξοδα κηδείας και μεταφοράς της σορού του θανόντος στη Βουλγαρία ως και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στους δε λοιπούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αφού είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθ. 161/2005 και 65/2008 μη οριστικές απ.άσεις του, απέρριψε αυτή (αγωγή) για μεν τους τρίτη, πέμπτη και έβδομο ως μη νόμιμη, καθόσον αυτοί (νύφες και γαμπρός) δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα της οικογένειας που δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για δε τους λοιπούς ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με το δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 4 και 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, άλλα και με την επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, προθεσμία.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, νοείται, εκείνη που, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης.
Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσης του πριν από αυτή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, επάγεται το απαράδεκτο αυτών με άμεση συνέπεια την απόρριψη τους, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 654/1984, 143/1984, ΑΠ 781/2014, 168/2014, 629/2013, 1131/2012, 114/2012, 1547/2008).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των-άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκησή πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υπό την έννοια πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 629/2013, ΑΠ 1239/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη έως και τον έβδομο από τους αναιρεσείοντες, καθώς και η όγδοη από αυτούς άσκησαν, όπως έχει προαναφερθεί, την από 4-7-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, παραπονούμενοι για το μέρος αυτής που απέρριψε την αγωγή τους ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενη ότι για το θάνατο του συγγενούς τους δεν υφίσταται υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.
Ο Πρόεδρος του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου Με την από 10-8-2011 πράξη του όρισε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων δικάσιμο για τη συζήτηση της άνω αίτησης την 17-9-2012 Κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στη δικάσιμο αυτή ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι η όγδοη τούτων, μητέρα του θανόντος, απεβίωσε στις 8-7-2011 και ζήτησε να διακοπεί γι' αυτή η δίκη και να συνεχιστεί για τους λοιπούς.
Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 1793/2012 απόφαση του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης για όλους τους διαδίκους, επειδή, μετά τη διακοπή της δίκης για την όγδοη και τη μη συνέχιση της από τους κληρονόμους της, δεν προέκυπτε κλήτευση αυτών για να παραστούν στη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, η πρώτη μέχρι και τον έβδομο από τους αναιρεσείοντες, καθώς και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της παραπάνω όγδοης αναιρεσείουσας, οι οποίοι με την από 13-1-2014 κλήση τους δήλωσαν ότι μετά τη διακοπή συνεχίζουν γι' αυτή τη δίκη, επανέφεραν προς συζήτηση την άνω αναίρεση για τη δικάσιμο της 6-10-2014, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τμήματος τούτου και στη συνέχεια οι ίδιοι με το από 5-1-2014 δικόγραφο άσκησαν πρόσθετους λόγους της αναίρεσης τους, τους οποίους επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...1-4-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τ.
Π.. Μετά ταύτα και δεδομένου ότι δεν, αμφισβητείται ο θάνατος της όγδοης αναιρεσείουσας, καθώς και η ιδιότητα των προαναφερομένων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, που προκύπτουν, άλλωστε, και από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πιστοποιητικά, νομίμως επαναλήφθηκε στο πρόσωπο τους η προκείμενη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά αυτήν (άρθ. 286 περ.α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ).
Οι πρόσθετοι λόγοι όμως όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς πράξη κατάθεσης, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-3-2014, δηλαδή, όχι τριάντα ημέρες πριν, αλλά ένα και μισό χρόνο μετά την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 17-9-2012. Από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της όγδοης αναιρεσείουσας οι Σ.
Ι. Μ. (θυγατέρα), καθώς και οι Ν.Μ. Ρ., Ι. Ρ. Ι. και Ν. Ρ. Ι.. (σμζυγος και τέκνα του αποβιώσαντος στις 15-2-2001 υιού της Ρ. Ι.. Ρ.) με τις από 3-11-2014 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του στις 18-11-2014, υπέβαλαν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, προκειμένου να θεωρηθεί ότι οι ως άνω από 5-1-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκαν από αυτούς έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα, επικαλούμενοι για την εκπρόθεσμη άσκηση τους την ύπαρξη ανώτερης βίας.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι η αρχική όγδοη αναιρεσείουσα, Ι. (Ν.) Κ. Κ., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, απεβίωσε πριν από την ορισθείσα αρχική δικάσιμο (17-9-2012) και συγκεκριμένα στις 8-7-2011 και ότι μετά ταύτα αυτοί, που πληρ.ορήθηκαν για πρώτη φορά, ότι έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στην παρούσα δίκη, όταν τους ζητήθηκε να συντάξουν προς τούτο πληρεξούσια προς τον υπογράφοντα τις προτάσεις τους δικηγόρο, ήταν αδύνατον να ασκήσουν τους πρόσθετους λόγους τους πριν από την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο και σε κάθε περίπτωση με δεδομένο ότι επί κληρονομιάς πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι ή η αίτηση επαναφοράς στην πρότερα κατάσταση να ασκηθούν εντός τριάντα ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας προς αποποίηση και ότι κατά το βουλγαρικό δίκαιο δεν υφίσταται προθεσμία αποποίησης της κληρονομιάς, δεν έχει παρέλθει αυτή και συνεπώς τόσο η αίτηση επαναφοράς στην πρότερα κατάσταση, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η επικαλούμενη από αυτούς άγνοια περί της υπεισέλευσης τους στη θέση της αρχικώς όγδοης αναιρεσείουσας άρθηκε, όταν αυτοί έδωσαν στο δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, Εμμανουήλ Βλάχο, τις πληρεξουσιότητες να προβεί στην επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, που έλαβαν χώρα στις 6-8-2013 και οπωσδήποτε στις 6-2-2014, που ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος τους κατέθεσε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 13-1-2014 κλήση αυτών και των λοιπών αναιρεσειόντων περί προσδιορισμού δικασίμου της αίτησης αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1793/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της, οπότε έτσι αποδέχθηκαν και σιωπηρά την κληρονομιά της προαναφερόμενης αρχικής αναιρεσείουσας, ώστε να μην υφίσταται δυνατότητα αποποίησης, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτούς.
Έκτοτε και μέχρι την κατάθεση της αίτησης τους περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με τις από 3-11-2014 έγγραφες προτάσεις τους, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18-11-2014, παρήλθε η προς άσκηση της τασσόμενη από το άρθρο 153 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών. Κατ' ακολουθίαν, τόσο η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση των προαναφερομένων, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης αυτών και των λοιπών αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι ασκήθηκαν εκπροθέσμως.
Η αίτηση αναίρεσης αντίθετα ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το αρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα αρθρ. 297, 298 και 299 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες κατ με τις διατάξεις των αρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, .ειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πρ.ύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 831/2005, ΑΠ 118/2006).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία .είλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματος του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Μορφή της υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.(ΑΠ 732, ΑΠ 703, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 366/2012).
Περαιτέρω και οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομητή μη της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 253/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στο Φαληράκι της Ρόδου στις 6-12-2002, ο βουλγαρικής ιθαγένειας Μ. P. του Ι., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας πατέρας των δεύτερου, τέταρτου και έκτης των εναγόντων, παππούς των νομίμως εκπροσωπούμενων από τους γονείς τους ανηλίκων και γιος της όγδοης ενάγουσας, ηλικίας τότε 49 ετών, ανήλθε στο κοινόχρηστο δώμα της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε, προκειμένου να ρυθμίσει την κεραία της τηλεόρασης του, χρησιμοποιώντας προς τούτο ένα μεταλλικό σωλήνα μήκους περίπου πέντε (5) μέτρων.
Ύπερθεν του δώματος και σε ύψος τεσσάρων μέτρων από αυτό διέρχονται ηλεκτρ.όροι αγωγοί της εναγομένης Δ.Ε.Η, μέσης τάσης (15.000 Volt). Ο εν λόγω Μ. Ρ. κατά την προσπάθεια του αυτή, έφερε σε επαφή το σωλήνα, που κρατούσε, με τους ηλεκτρ.όρους αγωγούς, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία, συνεπεία της οποίας απεβίωσε.
Το ατύχημα .είλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του, ίδιου του θανόντος, που δεν επέδειξε την επιμέλεια που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, χρησιμοποιώντας, τον μεταλλικό σωλήνα, που είναι καλός αγωγός του ηλεκτρικού ρεύματος, παρά την ύπαρξη εκεί των ηλεκτρ.όρων καλωδίων και την εντεύθεν ευχερώς προβλέψιμη επικινδυνότητα εκ της πιθανής επαφής τους από αδέξιο χειρισμό, όπως και τελικά συνέβη.
Ουδεμία υπαιτιότητα της εναγόμενης προέκυψε, δεδομένου ότι οι προστηθέντες από αυτήν είχαν φροντίσει ώστε να υπάρχει ασφαλής απόσταση τεσσάρων μέτρων των ηλεκτρ.όρων αγωγών από το δώμα, δεδομένου μάλιστα και του ότι η ελαχίστη προβλεπόμενη από τον σχετικό κανονισμό (δημοσιευμένο με τις τροποποιήσεις του στα Φ.Ε.Κ. 608/Β/6-10-1967, 476/Β/25-7-1969, 829/Β/19-12-1969 και 687/Β/24-8-1971) της τελευταίας για το συγκεκριμένο είδος αγωγών (μέσης τάσης) είναι εκείνη των δυόμιση μέτρων.
Η απόσταση αυτή είναι μάλιστα μεγαλύτερη και εκείνης που προβλέπεται από τον κανονισμό αυτό προκειμένου για αγωγούς υψηλής τάσης, που είναι τρία μέτρα, σημειούμενου πάντως και του ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων περί του ότι oι εν λόγω αγωγοί ήταν υψηλής τάσης προέκυψε αβάσιμος απο την κατάθεση του μάρτυρος τεχνικού της Δ.Ε.Η, αλλά και από την διενεργηθείσα στα πλαίσια της σχετικής ποινικής διαδικασίας πραγματογνωμοσύνη.
Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι την προκείμενη περίπτωση ουδόλως αφορούν οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες όροι (μεταγενέστερης), απαλλοτρίωσης σε άλλη περιοχή για εγκατάσταση αγωγών υψηλής τάσης, που προέβλεπαν απόσταση από το έδαφος πέντε μέτρων, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι η τυχόν παράβαση του ΓΟΚ κατά την ανέγερση του δώματος από όποιον ανήγειρε αυτό δεν εγκαθιδρύει βεβαίως ευθύνη της εναγόμενης Δ.Ε.Η...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκα ότι ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσειόντων .είλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου και όχι σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι υπήρχε απόσταση τεσσάρων μέτρων των υπαίθριων ηλεκτρ.όρων αγωγών από το δώμα της οικοδομής, στο οποίο ανέβηκε ο θανών για την επιδιόρθωση της κεραίας της τηλεόρασης του, ενώ στο σχετικό κανονισμό της αναιρεσίβλητης για το συγκεκριμένο είδος, μέσης τάσης αγωγών, προβλέπεται απόσταση 2,5 μέτρων και για τους αγωγούς υψηλής τάσης, περί ων δεν πρόκειται, απόσταση 3,0 μέτρων και περαιτέρω ότι οι τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις κατά την ανέγερση του άνω δώματος δεν .είλονται σε αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την έφεση τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή τους για επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και εξόδων κηδείας και μεταφοράς της σορού του στη Βουλγαρία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης με αριθμό 702/1967 (ΦΕΚ 608/Β/19δ7), της Γενικής Υποχρέωσης Πρόνοιας και Προστασίας των καταναλωτών αυτής και συγκεκριμένα του άρθρου 31 και του τμήματος 21 εδαφ. 212, 214 και 215 αυτής του ν. 1773/1999, καθώς και των άρθρων 16 και 25 του ΓΟΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατ' ακολουθίαν οι πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων "των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων (335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι, αν και είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει α) τον υπ' αριθ. 702/1967 (ΦΕΚ 608/B/1967) κανονισμό της αναιρεσίβλητης, όπως αυτός ισχύει σήμερα και συγκεκριμένα το τμήμα 21 αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του ν. 2773/1999 και β) την εξώδικη δήλωση της ιδιοκτήτριας της επίδικης οικοδομής Α.
Σ. προς τη ΔΕΗ στις 15-7-1979, σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. πρωτ. 1019/15-3β/13-2-2002 έγγραφο του Αστυνομικού Τμήματος Αρχαγγέλου Ρόδου το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τα έγγραφα αυτά για την απόδειξη του βασικού αγωγικού ισχυρισμού τους περί παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσίβλητης στην επέλευση του θανάτου του συγγενούς τους.
Από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι άνω αγωγικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, καθίσταται αδίστακτος βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των άνω αγωγικών ισχυρισμών τους.
Κατ' ακολουθίαν, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, πέραν του ότι το κείμενο του νόμου, που προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη(υπό στοιχ.α), δεν αποτελεί έγγραφο προς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 835/2008).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α και β ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002(άρθ. 15 του ν.2943/2001), σε υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων) λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδαφ.β του άνω άρθρου 270.
Έτσι στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα υπέρ του εκδότη τους, απ.άσεις ποινικού δικαστηρίου, βουλεύματα, έγγραφα της προδικασίας της ποινικής διαδικασίας και γενικά κάθε είδους έγγραφα.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ.2 εδάφ.γ ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α) το με αριθ.86/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου με το οποίο απ.άνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του προστηθέντος υπαλλήλου της ΔΕΗ, σε βάρος του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για την ανθρωποκτονία του συγγενούς τους και β) την πραγματογνωμοσύνη που συνέταξαν κατά τη διενέργεια της προανάκρισης αρμόδια όργανα.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίζεται γιατί είναι ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα τα ως άνω αναφερόμενα και ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τέτοιο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι από καμμιά διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα είναι ανεπίτρεπτα και ότι δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπόκριση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος της (αρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση.
Απορρίπτει την από 4-7-2011 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 249/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και τους από 5-1-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, απ.ασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ