Supreme Court dismisses appeal against death of defendant without notice, allowing retrial against heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two plaintiffs against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The plaintiffs sought to overturn a judgment where the defendant had died in 2008, after the lawsuit began, without the plaintiffs having been legally notified of his death. The court ruled that since the plaintiffs were unaware of the death, the appeal could proceed against the defendant's heirs rather than the deceased. Consequently, the appeal was rejected as the lower court correctly evaluated evidence including witness testimonies alongside documents, and the plaintiffs failed to prove the evidence was distorted.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 313(1)(d), 286 et seq., and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 558 of the Code of Civil Procedure: If a party dies without legal notification of death, the trial continues against universal successors if the appellant was unaware of the death; Article 559(2) of the Code of Civil Procedure: Distortion of evidence requires the court's decision to rely exclusively or primarily on the alleged distorted document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 949 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 949/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Κ. του Α. και 2. Φ.-Δ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κατράκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Η. του Α., ως μοναδικού εκ διαθήκης νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου και πατέρα του, Α. Η. του Δ., 2. Σ. Σ. του Χ., 3. Α. χας Λ. Χ., το γένος Ι. Σ. και 4. Χ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόρη Μιχαηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ.1 εδάφ.δ', 286 επ. και 573 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικο είναι στη ζωής κατά την έναρξη της δίκης και αποβίωσε χωρίς ο θάνατός του να γνωστοποιηθεί νόμιμα, η δίκη δεν διακόπτεται, αλλά συνεχίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης και τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται από τη με αριθμό 1/13/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε η ληξίαρχος του Δήμου Ελευθερών και προσκομίζεται σε ακριβές φωτοαντίγραφο, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Α. Η. του Δ., αποβίωσε στην Καβάλα, στις 7.1.2008, ήτοι μετά την έναρξη της δίκης εξαιτίας της από μέρους των ήδη αναιρεσειόντων και κατ' αυτού - ως συνεναγομένου - της ένδικης - από 30.7.2003 - αγωγής, χωρίς οι αναιρεσείοντες να λάβουν γνώση του θανάτου του ως τη δικάσιμο της 21.2.2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την πιο πάνω δικάσιμο (της 21.3.2012) που ο Δ.
Η. του Α., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα: α) τα με αριθμό 116/18.3.2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας περί δημοσίευσης της με αριθμό .../19.12.1995 δημόσιας διαθήκης του θανόντως Αναστάσιου Ηλιάδη του Δημητρίου στη συμβολαιογράφο Καβάλας Ελένη Ευσταθίου Τσαλίκη σύζυγο Δημητρίου Εμμανουηλίδη, και β) το με αριθμό 365/4.2.2011 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καβάλας, περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Α.
Η. του Δ. εκτός από την παραπάνω αναφερόμενη, είναι νόμιμο τέκνο του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και κληρονόμος του εκ διαθήκης στο διεκδικούμενο από τους ήδη αναιρεσείοντες επίδικο ακίνητο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη σειρά της του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη ως άνω δικάσιμο της 21.2.2011 με την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κεφαλίδου και δήλωσε το θάνατο του πατέρα του και ότι είναι εκ διαθήκης κληρονόμος του στο επίδικο ακίνητο, γεγονός, άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, συνεχίζει δε με την ιδιότητά του αυτή την εκκρεμούσα κατ' αυτού αναιρετική δίκη.
Επομένως, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η αναίρεση, καθ' όσον απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν είναι άκυρη και πρέπει η συζήτησή της να γίνει με τον προαναφερόμενο κληρονόμο του, ο οποίος με την ιδιότητά του αυτή παρίσταται στη συζήτηση.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται, ότι κυριότητα μπορεί να αποκτηθεί και επί κοινού πράγματος, αν ο χρησιδεσπόζων νέμεται μέρος του κοινού, μετά από άτυπη διανομή, έχοντας δηλαδή λάβει γνώση οι λοιποί κοινωνοί ότι μέρος του κοινού κατέχει και νέμεται εφεξής ο χρησιδεσπόζων αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Εξάλλου, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για στέρηση από την απόφαση νόμιμης βάσης και ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../31.8.1932 προσυμφώνου του τότε συμβολαιογράφου Καβάλας Ιωάννη Τσαμαδού οι α) Γ. Τ. του Σ., β) Σ. Σ. του Χ. και γ) Ε. Η. του Σ., ενεργώντας για τον εαυτό τους ατομικά και για λογαριασμό των: 1) Η.
Η. του Σ., 2) Δ. Η. του Σ., 3) Σ. Σ. του Χ., 4) Ε. Τ. του Η., 5) Α. Β. του Ι., 6) Ε. Δ. του Κ., 7) Μ. Χ. του Κ. και 8) Α. Π. του Ι., συμφώνησαν να λάβει μέρος ο Γ. Τ. του Σ. σε δημοπρασία του Δημοσίου για εκποίηση δασικών εκτάσεων, να πλειοδοτήσει επ' ονόματί του αλλά υπό τον όρο ότι θα μεταπωλήσει σε καθένα εξ αυτών το ανάλογο μέρος, ήτοι το 1/11 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Ο Γ. Τ. προέβη στην αγορά με δημοπρασία από το Ελληνικό Δημόσιο τριών δασικών εκτάσεων που βρισκόταν στη κτηματική περιφέρεια του Ελαιοχωρίου, μεταξύ των οποίων ήταν και έκταση δεκαπέντε περίπου στρεμμάτων στη θέση "Ρεύμα Βουλγάρου", υποσχέθηκε δε μόλις μεταβιβαστεί σ' αυτόν η κυριότητα της ανωτέρω δασικής έκτασης με οριστικό τίτλο να μεταβιβάσει το 1/11 εξ αδιαιρέτου αυτών με το ίδιο τίμημα με το οποίο αγόρασε αυτός από το Ελληνικό Δημόσιο την ανωτέρω έκταση.
Για την ανωτέρω έκταση εκδόθηκε το με αριθ. πρωτ. 31892/2617/30-7-1934 οριστικό παραχωρητήριο της Διεύθυνσης Δασών της Γενικής Διοίκησης Θράκης, που μεταγράφηκε νόμιμα την 20-4-1961 στον τόμο 17 με α/α 437 του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου. Το ανωτέρω ακίνητο σύμφωνα με το παραχωρητήριο ήταν εκτάσεως 15 περίπου στρεμμάτων στη θέση Ρεύμα Βουλγάρου της κτηματικής περιοχής Ελαιοχωρίου Παγγαίου Καβάλας και συνόρευε Ανατολικά, με πετρώδη έκταση- Δυτικά με παλιά χαρακώματα, Βόρεια με ήμερη μεγάλη ελιά και σε ευθεία γραμμή με μεγάλη αγραπιδιά και Νότια με την αμμουδιά.
Κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα της περιοχής το ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο έλαβε τον αριθμό τεμαχίου 1138, βρέθηκε να έχει έκταση 7.438 τ.μ. και αναφέρεται επ' ονόματι του Γ. Τ. με τη σημείωση ότι δυνάμει του υπ' αριθ. 20.798/31-8-1932 προσυμφώνου που προαναφέρθηκε, κατέχεται εξ αδιαιρέτου και υπό των λοιπών δέκα συμβληθέντων.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο αγοραστής Γ. Τ. και οι λοιποί συμβληθέντες στο προαναφερόμενο προσύμφωνο διένειμαν άτυπα τις τρεις αγορασθείσες εκτάσεις και συγκεκριμένα στην επίδικη έκταση εγκαταστάθηκαν οι Γ. Τ. του Σ. (απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων) ο οποίος είχε τίτλο κυριότητος κατά τα προαναφερθέντα, Δ.
Η. του Σ. (απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου), Σ. Σ. του Χ. (απώτερος δικαιοπάροχος του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων) και Ε. Η. του Σ. (δικαιοπάροχος του τέταρτου εναγομένου). Συνακόλουθα τούτων στο παραπάνω κοινό ακίνητο διαμορφώθηκαν τέσσερα (4) μερίδια, ενώ στις λοιπές εκτάσεις (16 περίπου στρέμματα στη θέση "Καπετάν Γιάννη Μάνδρα" και 10 περίπου στρέμματα στη θέση Χατζή, αμφότερες της περιφερείας Ελαιοχωρίου) εγκαταστάθηκαν άλλοι συμβληθέντες στο προαναφερθέν προσύμφωνο (υπ' αριθ. .../31-8-1932).
Εξάλλου, κατά την εγκατάστασή τους οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι των διαδίκων προέβησαν σε άτυπη διανομή αυτού το έτος 1934 και έκαστος έλαβε διαιρετό τμήμα του ακινήτου και συγκεκριμένα ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Τ. του Σ. το άκρο δεξιό τμήμα αυτού σε σχέση με την Εγνατία Οδό και κατά σειρά από τα δεξιά προς τα αριστερά ο Η.
Δ. του Σ., ο Σ. Σ. του Χ. και ο Ε. Η. του Σ.. Ας σημειωθεί ότι και στην κρινόμενη αγωγή μνημονεύεται, από τους ενάγοντες η παραπάνω εγκατάσταση των δικαιοπαρόχων των διαδίκων στα παραπάνω μέρη του κοινού ακινήτου με τη διαφοροποίηση όμως ότι αυτή έγινε ως καθορισμός χρήσεως, του κοινού ακινήτου. Από το έτος 1934 και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, ο Δ.
Η. του Σ. (πατέρας του πρώτου εναγομένου) καλλιεργούσε το τμήμα στο οποίο εγκαταστάθηκε με σιτηρά, ενώ στη συνέχεια από το έτος 1965 καλλιεργούσε στο τμήμα αυτό άμπελο ποικιλίας Ροζάκι και προέβαινε στο όργωμα του αγρού, στη λίπανσή του, στην κλάδευση των κλημμάτων και στη συλλογή των καρπών, τους οποίους πωλούσε και εισέπραττε το τίμημα, μετά δε το θάνατό του με την υπ' αριθ. .../1981 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 96/1985 πρακτικό του Πρωτοδικείου Καβάλας, εγκατέστησε ως κληρονόμο του, στο τμήμα που κατείχε και ενέμετο, τον πρώτο εναγόμενο στον οποίο το είχε παραχωρήσει ατύπως από το έτος 1975 και ο οποίος το κατέχει και το νέμεται έκτοτε γνωρίζοντας και την εκ διαθήκης εγκατάστασή του.
Μάλιστα καλλιεργούσε και αυτός την άμπελο (κλάδευε, ράντιζε και συνέλεγε τους καρπούς για λογαριασμό του) και ανήγειρε σ' αυτό ισόγεια κατοικία, το έτος 1984,δυνάμει της υπ' αριθ. .../1984 οικοδομικής αδείας, ενώ το έτος 1986, έπαυσε να καλλιεργεί τον αγρό με άμπελο και φύτευσε σ' αυτόν ελαιόδενδρα τα οποία και έκτοτε περιποιείται και συλλέγει τους καρπούς τους οποίους στη συνέχεια πωλεί αντί τιμήματος.
Αποτέλεσμα τούτων, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράγματος πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, να καταστεί κύριος του διαιρετού τμήματος, πού έλαβε χώρα κατά την άτυπη διανομή με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του, το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του Δ. Η. του Σ.. Περαιτέρω, ο Σ.
Σ. του Χ. (πάππος του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων), καλλιεργούσε το τμήμα στο οποίο εγκαταστάθηκε με σιτηρά, ενώ στη συνέχεια εγκατέστησε στο τμήμα αυτό, με την υπ' αριθ. .../1966 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 115/1976 πρακτικό του Πρωτοδικείου Καβάλας, τα τέκνα του Χ. Σ. του Σ. και Ι.
Σ. του Σ., οι οποίοι διένειμαν περαιτέρω αυτό και συγκεκριμένα ο Ι. Σ. καλλιεργούσε αυτό με άμπελο μέχρι το έτος 1984, οπότε, και ανήγειρε οικία επ' ονόματι του συζύγου της θυγατέρας του Λ. Χ. κατέλειπε δε το διαιρετό τμήμα που νεμόταν διανοία κυρίου μέχρι του θανάτου του, το έτος 2001, στην τρίτη εναγόμενη θυγατέρα του Α.
χήρα Λ.-Χ., το γένος Ι. Σ., ενώ ο Χ. Σ. καλλιεργούσε το περαιτέρω διαιρετό τμήμα μέχρι το έτος 1983, οπότε και παρέδωσε άτυπα τη νομή αυτού στο δεύτερο εναγόμενο Σ. Σ., ο οποίος ανήγειρε ισόγεια οικία, στην οποία διαμένει μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής με αποτέλεσμα αυτοί, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράγματος πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, να καταστούν κύριοι του διαιρετού τμήματος που έλαβαν κατά την παραπάνω άτυπη διανομή με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους Σ.
Σ. του Χ., Ι. Σ. του Σ. και Χ. Σ. του Σ.. Επίσης από το έτος 1934 και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής ο Ε. Η. του Σ. καλλιεργούσε το τμήμα στο οποίο εγκαταστάθηκε με σιτηρά μέχρι του θανάτου του το έτος 1939 οπότε και δυνάμει της υπ' αριθ. .../12-1-1939 δημοσίας διαθήκης που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 51/13-4-1956 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Καβάλας κληρονομήθηκε από τον υιό του Χ.
Η. ο οποίος καλλιεργούσε αυτό με αμπέλια και ανήγειρε οικία, με διαθήκη δε κατέλειπε αυτό στον τέταρτο εναγόμενο, ο οποίος διαμένει στην ανεγερθείσα οικία μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα, ασκώντας όλες τις προδισιάζουσες στη φύση του πράγματος πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, να καταστεί κύριος του διαιρετού τμήματος που έλαβε κατά την άτυπη διανομή με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του Ε.
και Χ. Η., αντίστοιχα. Σημειώνεται επίσης ότι με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες καθ' υποφοράν ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα στα πρόσωπα αυτών και των δικαιοπαρόχων τους κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου.
Περαιτέρω περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 συντελέσθηκε απαλλοτρίωση στην περιοχή, προς διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, και αφαιρέθηκε συνολικώς έκταση 1653 τ.μ., με αποτέλεσμα το επίδικο κοινό αγροτεμάχιο να έχει συνολική, έκταση 5784 τ.μ., πλην όμως αν και η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε και στα σχεδιαγράμματα της Εγνατίας Οδού φαίνεται ότι η έκταση αυτή έχει περιέλθει ολόκληρη στο Δημόσιο, το μεγαλύτερο τμήμα της, στο μέτρο που δεν χρησιμοποιήθηκε για τη διάνοιξη της οδού, κατέχεται και χρησιμοποιείται σήμερα από όλους τους διαδίκους, χωρίς να επιτρέπεται η κτήση οποιουδήποτε δικαιώματος νομής ή κατοχής επ' αυτού, απλώς και μόνο για την επικοινωνία με την παραλιακή οδό της Εγνατίας.
Το γεγονός της άτυπης διανομής προκύπτει και από τους ίδιους τους τίτλους κυριότητας των εναγόντων. Ειδικότερα ο Γ. Τ. του Σ. (απώτερος δικαιοπάροχος και προπάππους των εναγόντων) με την υπ' αριθ. .../13-12-1976 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 247/30-8-1979 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, εγκατέστησε κληρονόμο του τον γυιό του Ι.
Τ. του Γ. (πάππο των εναγόντων) επί εκτάσεως 2000 τ.μ. στο επίδικο ακίνητο, από συνολική έκταση 2732 τ.μ., που ισχυρίζεται ότι αυτός κατείχε, στη δε υπόλοιπη έκταση εγκατέστησε τον έτερο γυιό του Η. Τ. του Γ.. Στη συνέχεια ο Ι. Τ. του Γ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-1-1988 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβ/φου Καβάλας Ελένης Τσαλίκη, νομίμως μεταγραφέντος στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στους ήδη εκκαλούντες εγγονούς του "το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα (και συνολικώς 1/2) του ανήκοντος σ' αυτόν ποσοστού εξ αδιαιρέτου 73,206% εκ του υπ' αριθ. 1138 αγρού συνολικής εκτάσεως μ.τ. 2732", ήτοι μετά το σχετικό υπολογισμό φέρεται να έχει μεταβιβασθεί σε καθένα από τους ενάγοντες ποσοστό εξ αδιαιρέτου, επί της μερίδας του δικαιοπαρόχου τους, που αντιστοιχεί σε 499 τ.μ.
και συνολικά 998 τ.μ.. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. .../ 21-4-1992 συμβολαίου αγοραπωλησίας της παραπάνω συμβ/φου ο Ηλίας Τζιπιζίδης του Γεωργίου (αδελφός του πάππου των εναγόντων) μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τούτων, έκταση 568 τ.μ. επί του επιδίκου, υπ' αριθ. 1138 αγρού, ιδιοκτησία που είχε αυτός αποκτήσει δυνάμει της προαναφερθείσας υπ' αριθ. .../13-12-1976 δημοσίας διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα αυτού Γ.
Τ. του Σ.. Εξαιρετικής σημασίας ζήτημα είναι η δήλωση του πωλητή Η. Τ. του Γ. στο συμβόλαιο αυτό (3η σελίδα του), σύμφωνα με την οποία αυτός δηλώνει ότι έχει στην πλήρη και αποκλειστική αυτού κυριότητα, νομή και κατοχή 732 τ.μ. εξ αδιαιρέτου από τμήμα αγρού 2732 τ.μ. εκ του υπ' αριθ. 1138 (επιδίκου) ακινήτου -όπως δηλονότι περιγραφόταν ως έκταση το μερίδιο του δικαιοπάροχου πατέρα του στην .../13-12-1976 διαθήκη του τελευταίου αυτού- και ότι μετά τη μεσολαβήσασα απαλλοτρίωση η συνολική έκταση που κατέλειπε ο δικαιοπάροχος - πατέρας του ήταν 2.122,31 τ.μ. (αντί 2732 τ.μ.) και το δικό του μερίδιο αποτυπωνόταν σε έκταση 568 τ.μ. (αντί 732 τ.μ.), έκταση την οποία και εν τέλει μεταβίβασε στους ενάγοντες εξ αδιαιρέτου.
Τούτο καταδεικνύει ότι όταν ο δικαιοπάροχός του Γ. Τ. του Σ. στην προαναφερθείσα διαθήκη του (το έτος 1976) ανέφερε ότι έχει στην κυριότητα (νομή και κατοχή του 2732 τ.μ. στο κοινό επίδικο ακίνητο, δεν είχε λάβει υπόψη του την απαλλοτρίωση που είχε γίνει στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και το ακίνητο που κατέλειπε ήταν 2122,31 τ.μ., συνακόλουθα δε όταν ο διάδοχός του Ι.
Τ. του Γ., με το υπ' αριθ. .../30-1-1988 συμβόλαιο δωρεάς, μεταβίβασε στους ενάγοντες το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα εκ του ανήκοντος σ' αυτόν ποσοστού εξ αδιαιρέτου 73,206% από τον αγρό 1138 (επίδικο) εκτάσεως 2732 τ.μ. (όπως είχε περιγραφεί στη διαθήκη του δικαιοπαρόχου του), το ποσοστό θα πρέπει να υπολογισθεί όχι σε 2732 τ.μ.
αλλά σε 2.122,31 τ.μ. όσα είχαν απομείνει μετά την απαλλοτρίωση και συνεπώς πρέπει να μεταβιβάσθηκαν (2.122,31τ.μ.Χ 73,206% : 4) = 388 τ.μ. στον καθένα των εναγόντων. Προκύπτει συνεπώς ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ήδη από το έτος 1976 μεταβιβάζουν συγκεκριμένη εδαφική έκταση και δεν αναφέρονται σε ποσοστό συγκυριότητας κοινού ακινήτου, γεγονός που ενισχύει την εκδοχή της άτυπης διανομής.
Εξάλλου από το έτος 1972 είχε διαμορφωθεί η έκταση του αγρού σε βαθμίδες ανάλογες του αριθμού των κατεχόντων, λόγω του επικλινούς του εδάφους, για την καλύτερη καλλιέργεια των τμημάτων που καθένας κατείχε, το έτος δε 1992 οι ενάγοντες δια των εκπροσώπων τους ανήγειραν τοιχείο σε τμήμα του κοινού ορίου, που υφίσταται μεταξύ του τμήματός τους και αυτού του πρώτου εναγομένου και επίσης φύτευσαν κυπαρίσσια στο υπόλοιπο τμήμα του κοινού ορίου (όπως προκύπτει και από προσκομισθείσες φωτογραφίες).
Εξάλλου, εκτός των άλλων, για διανομή αντιστοιχούσα σε τέσσερις (4) ιδιοκτήτες κάνει λόγο και ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός Π. Ζ. στην από Μαΐου 1988 τεχνική έκθεσή του, όπου και αναπτύσσει σχετικά απόψεις και εκτιμήσεις και με βάση το προσύμφωνο του 1932, διαθήκες κ.λ.π., καθώς και στο αντίστοιχο σχεδιάγραμμά του που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έκαστος των αρχικών δικαιοπαρόχων των εναγομένων νεμόταν με διάνοια κυρίου το διαιρετό τμήμα που έλαβε κατά την άτυπη διανομή, γεγονός που συνέχισαν και οι ειδικοί και καθολικοί διάδοχοι αυτών, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθιστάμενοι, έτσι, κύριοι των διαιρετών αυτών τμημάτων, και όπως αυτά στη συνέχεια περιορίσθηκαν μετά τη συντελεσθείσα απαλλοτρίωση προς διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, με έκτακτη χρησικτησία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μεταξύ αυτών και των εναγόντων (οι οποίοι απέκτησαν κυριότητα επίσης επί διαιρετού τμήματος κατά παράγωγο τρόπο) σχέση συγκυριότητας.
Ειδικότερα και όπως προκύπτει από το από Μαΐου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-αγρονόμου μηχανικού Π. Ζ. η παραπάνω άτυπη διανομή αφορά καθένα των διαδίκων και επί των κάτωθι αναφερόμενων ακινήτων: α) οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του υπό στοιχεία (ΑΒΒ2ΘΙΚΑ) ακινήτου εκτάσεως 2180,95 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση του υπό στοιχεία (Κ1Β1Β2ΘΙΚ1) ακινήτου εκτάσεως 1270,03 τ.μ.
β)ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος του υπό στοιχ. (ΒΓΓ1Γ2Γ3ΗΒ2Β1Β) ακινήτου εκτάσεως 1861,65 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση του υπό στοιχ. (Β1Γ2Γ3ΗΒ2Β1) ακινήτου επιφανείας 1456,65 τμ, γ)ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων είναι συγκύριοι του υπό στοιχ.(Γ1ΔΔ1Δ3Δ4Γ3Γ1) ακινήτου εκτάσεως 1761,92 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση του υπό στοιχ. (Γ2Δ2Δ3Δ4Γ3Γ2) εκτάσεως 1487,14 τ.μ.
και δ)ο τέταρτος εναγόμενος είναι κύριος του υπό στοιχ. (Δ1ΕΖΔ4Δ3Δ1) ακινήτου εκτάσεως 1633,24 τμ και μετά την απαλλοτρίωση του υπό στοιχ. (Δ2ΕΖΔ4Δ3Δ2) εκτάσεως 1474,10 τ.μ.. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η ένσταση ιδίας κυριότητας εκάστου των εναγομένων σε διαιρετό τμήμα του υπ' αριθ. 1138 αγρού, ένσταση που παραδεκτώς προεβλήθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και νομίμως επαναφέρεται και ενώπιον του παρόντος κατά την έκκλητη δίκη".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων για την αναγνώριση σ' αυτούς συγκυριότητας κατά ποσοστό 20% στον καθένα επί του ανωτέρω, υπ' αριθ. 1138, αγρού, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1045 και 1113 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας από τους ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους επί διαιρετών τμημάτων του επίδικου, υπ' αριθ. 1138, αγρού, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της παραδοχής της άνω ένστασης ιδίου κυριότητας, ειδικότερα δε του τρόπου περιέλευσης από τους δικαιοπαρόχους αυτών με άτυπη διανομή διακριτών μερών του εν λόγων, υπ' αριθ. 1138, αγρού, που αναφέρονται με σαφήνεια, της άσκησης νομής επ' αυτών από τους δικαιοπαρόχους τους και στη συνέχεια και από καθένα από αυτούς με διάνοια αποκλειστικού κυρίου επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία και της απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας επί διαιρετού τμήματος, ως άνω, του υπ' αριθ. 1138 αγρού με έκτακτη χρησικτησία, που αποτελούσε και τη βάση της ένστασής τους ιδίας κυριότητας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έβδομος - κατ' ορθή εκτίμηση του πρώτου και εβδόμου - από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τρίτος, πέμπτος και όγδοος - κατ' ορθήν εκτίμηση του πέμπτου - από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι περιλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, α') "για να θεμελιώσει νομικά και ουσιαστικά την περί ιδίας κυριότητας ένσταση των εναγομένων ..." περιέλαβε στην απόφασή του και "την εντελώς ασαφή και ελλιπή αιτιολογία ... (ότι και) οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή καθ' υποφοράν ισχυρίζονται, ότι οι εναγόμενοι με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα στα πρόσωπα αυτών και των δικαιοπαρόχων τους κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου" και β') με το να δεχθεί, ότι "το γεγονός της άτυπης διανομής προκύπτει και από τους ίδιους τους τίτλους κυριότητας των (ήδη αναιρεσειόντων) εναγόντων" διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα της άτυπης διανομής και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι, ως προς το στοιχείο (α'), πρόκειται για διατυπούμενο απλό επιχείρημα, το οποίο δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία και συνεπώς δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ως προς δε το στοιχείο (β'), διότι ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων - δηλαδή του περιεχομένου των τίτλων κυριότητας των ήδη αναιρεσειόντων - η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της βασιμότητας της περί ιδίας κυριότητας ένστασης των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα αμέσως παρακάτω έγγραφα, δηλαδή, α') τη με αριθμό 70/1982 οικοδομική άδεια (όπως κατά το έτος 1984 αναθεωρήθηκε), β') την αίτηση προς έκδοσή της, γ') το συνημμένο στην άδεια αυτή σχεδιάγραμμα αποτύπωσης και δ') την από έτους 1984 τεχνική έκθεση του μηχανικού Τ.
Μ., η οποία συντάχθηκε με εντολή των Ι. Τ. (δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας), Η. Χ., Η. Α. και Χ. Σ. (δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων), έγγραφα τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν, με νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους περί συγκυριότητας αγωγικού ισχυρισμού τους.
Ο λόγος αυτός ως αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, και "από όλα τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς αναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.
ΙV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει, όμως, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να κάνει δεκτή την ένσταση ιδίας κυριότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων και να απορρίψει την ένδικη συγκυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στην προηγούμενη με τα στοιχεία ΙΙΙ σκέψη της παρούσας απόφασης, περιεχόμενο το οποίο "προσδιορίστηκε με τη συμμετοχή όλων των κοινωνών", οι οποίοι αναγνώρισαν ότι μέρος του επίδικου ακινήτου "το οποίο επιδικάστηκε στους (ήδη αναιρεσιβλήτους) εναγομένους" αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στα προεκτεθέντα έγγραφα, αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που, με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευθέντα έγγραφα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.11.2008 αίτηση των 1) Ι. Κ. του Α. κ.ά. για αναίρεση της 30/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ