Legislator Case Law & Legislation
949/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on enforcement notice description, ruling lower court correctly found no prejudice.

Case Number 949/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting an annulment request. The appellant argued enforcement notices lacked sufficient description of claims and privileges, but the lower court found the notices complete when supplemented by existing judicial decisions. The Supreme Court agreed, holding that the appellant suffered no irreparable prejudice since the necessary details were available in the referenced court records.

Legislator headnote

AI generated

Art. 972 para. 1 K.Pol.D.; Art. 159 no. 3 K.Pol.D.: An enforcement notice must describe the claim and privilege, but if the description is supplemented by referenced judicial decisions containing the necessary details, the notice is valid and the annulment request is inadmissible as it causes no irreparable prejudice.

Keywords

AI generated
enforcement notice description annulment request irreparable prejudice supplementary judicial decisions civil procedure law enforcement proceedings bankruptcy priority

Cited Legislation

AI generated
Art. 972 para. 1 K.Pol.D.
Art. 159 no. 3 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 949 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 949/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαρμαρινό και 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΣΕΚΑΠ Α.Ε) ", που εδρεύει στην Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάναλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιουμένη στην υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Άρτεμη Αντωνιάδου - Καστρινού, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ως επί του Πλειστηριασμού υπάλληλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.06.2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:18538/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2908/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10.06.2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 14 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά το μέρος που αφορούν την πρώτη αναιρεσίβλητη και ν' απορριφθούν κατά τα λοιπά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περιπτ. β' του Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η παράβαση της διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, αν η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της.

Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρου 974 Κ.Πολ.Δικ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δικ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνα τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης.

Ανάμεσα στις προϋποθέσεις αυτές είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ' αυτό απαίτησης μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισης τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δικ.

και να υφίστανται έτσι βλάβη. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δικ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ.

Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης αρκεί η μορφολογική εξατομίκευση της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξης της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο δημόσιο έγγραφο. Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ.

γ' και δ' του Κ.Πολ.Δικ υποχρέωση του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (βλ. άρθρο 151 Κ.Πολ.Δικ) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Δεν επιφέρει όμως η πάροδος άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ έκπτωση από το δικαίωμα προσαγωγής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δικ., να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιον του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ τα εξής : 1) Η εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Παπαστράτος ΑΒΕ Σιγαρέτων" στην από 26-3-2004 αναγγελία της, που επιδόθηκε την 31-3-2004, εκθέτει ότι έχει απαίτηση κατά του καθού η εκτέλεση, βάσει της 1199/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, 95.252,05 ευρώ, που ασφαλίστηκε με προσημείωση υποθήκης βάσει της 520/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και έχει εγγραφεί στον τομ. 1739 φύλλο 96 αριθ. 1.

Από το κατατεθέν στην υπάλληλο του πλειστηριασμού την 1-4-2004 αντίγραφο από απόγραφο της άνω 1199/2003 διαταγής πληρωμής αποδεικνύεται ότι η αναγγελθείσα ανώνυμη εταιρία είχε κατά του καθού η εκτέλεση την προαναφερθείσα χρηματική απαίτηση από οπισθογράφηση της 17804712-1 τραπεζικής επιταγής εκδόσεως της ΚΕΪΤΣ ΑΕ σε διαταγή του καθού η εκτέλεση, η οποία δεν αναφέρει την αιτία της απαίτησης, ενώ με την 520/1997 απόφαση διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για αναγνωριζόμενη απαίτηση 53.000.000 δραχμών (= 155.539,25 ευρώ) από πίστωση φόρου κατανάλωσης καπνού στην εταιρία με την επωνυμία "ΚΕΪΤΣ ΑΕΕ" βάσει της από 17-9-1982 συμβάσεως πλαισίου στην οποία προσχώρησε και η "ΚΕΪΤΣ ΑΕΕ" και της από 26-11-1996 εγγύησης του καθού η εκτέλεση. 2) Η εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΣΕΚΑΠ ΑΕ" στην από 31-3-2004 αναγγελία της εκθέτει ότι έχει απαίτηση κατά του καθού η εκτέλεση 164.081,89 ευρώ, που ασφαλίστηκε με 3 προσημειώσεις υποθηκών βάσει των αποφάσεων α) 520/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που έχει εγγραφεί για 15.000 ευρώ στον τόμο 1739, φύλλο 96 και αριθ.3 του οικείου βιβλίου υποθηκών, β) 495/2003 του ίδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έχει εγγραφεί για 15.600 ευρώ στον τόμο 1980, φύλλο 43 και με αριθ.7 των άνω βιβλίων και γ) 40636/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει εγγραφεί για ποσό 150.000 ευρώ, που έχει εγγραφεί στον τόμο 1980, φύλλο 43 με αριθ.9.

Με τα κατατεθέντα την 1-4-2004 στην υπάλληλο του πλειστηριασμού έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι αναφερόμενες στην άνω αναγγελία αποφάσεις, αναγνωρίζεται η ύπαρξη των αναγγελλόμενων απαιτήσεων συνολικού ύψους 164.081,89 ευρώ και διατάζεται η εγγραφή 3 προσημειώσεων υποθηκών για απαιτήσεις από πίστωση φόρου κατανάλωσης καπνού στην εταιρία με την επωνυμία "ΚΕΪΤΣ ΑΕΕ" βάσει της από 17-9-1982 συμβάσεως πλαισίου στην οποία προσχώρησε η εταιρία αυτή και της από 26-11-1996 συμβάσεως εγγυήσεως του καθού η εκτέλεση και των εφεσίβλητων ως άνω εταιριών.

Σε αμφότερες τις άνω αναγγελίες της δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων παραδεκτά με παραπομπή στις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, περιγράφονται οι απαιτήσεις των κατ1 είδος, ποσό και έννομη σχέση από την οποία έχουν προέλθει, καθώς και τα προνόμια τους (προσημειώσεις υποθηκών), δηλαδή εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία περιγραφής που απαιτεί η διάταξη του άρθ. 972 παρ.1 ΚΠολΔ, και έπρεπε οι περί αοριστίας των αναγγελιών αυτών ως προς τα στοιχεία περιγραφής των απαιτήσεων και του προνομίου των λόγοι της ανακοπής ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι (ειδικώς για την απαίτηση της Παπαστράτος ΑΒΕΣ εξυπακούεται ότι η επιταγή για την οποία εκδόθηκε η 1199/2003 διαταγή πληρωμής οπισθογραφήθηκε υπό του καθού η εκτέλεση προς τη δικαιούχο εφεσίβλητη σε εκπλήρωση της απαίτησης της από τη σύμβαση εγγύησης που προαναφέρθηκε).

Με βάση αυτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή κατά του υπ. αριθ. .../2004 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Άρτεμης Αντωνιάδου-Καστρινού ως προς τους λόγους της ακυρότητας των ως άνω αναγγελιών λόγω της αοριστίας αυτών ως προς την περιγραφή της απαίτησης και του προνομίου τους .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ούτε παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 972 Κ.Πολ.Δ. καθόσον με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο των αναγγελιών, όπως αυτές συμπληρώνονται με το περιεχόμενο των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, με βάση τις οποίες και έγινε η εγγραφή των προσημειώσεων, στις οποίες και γίνεται σχετική παραπομπή με την αναγγελία, η περιγραφή των αναγγελθεισών απαιτήσεων και του προνομίου αυτών οι οποίες και κατετάγησαν στο πίνακα, είναι πλήρης κατά τη έννοια της προαναφερθείσας διάταξης που εφαρμόστηκε (972 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο και όσον αφορά την αναγγελία της πρώτης στήριξε στα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτή, τα δε διαλαμβανόμενα περαιτέρω στην απόφαση: "... ειδικώς για την απαίτηση της Παπαστράτος ΑΒΕΣ εξυπακούεται ότι η επιταγή για την οποία εκδόθηκε η 1199/2003 διαταγή πληρωμής οπισθογραφήθηκε υπό του καθού η εκτέλεση προς τη δικαιούχο εφεσίβλητη σε εκπλήρωση της απαίτησης της από τη σύμβαση εγγύησης που προαναφέρθηκε" έχουν την έννοια της επεξήγησης του αποδεικτικού πορίσματος.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά την αναγγελία της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2009 αίτηση της Τράπεζας Πειραιώς για αναίρεση της υπ. αριθ. 2908/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει για μεν τη πρώτη αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για δε τη δεύτερη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ