Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning regarding evidence not explicitly listed in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1, X2, and X3 against the Athens Court of Appeal's decision of 7312/2005. The appellants argued that the lower court failed to consider specific tax documents submitted by the respondents, claiming this deprived the judgment of a legal basis under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, ruling that the documents were merely supporting arguments rather than independent claims requiring separate consideration, and that the lower court had implicitly weighed all evidence without needing explicit mention of every document.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 166 AK: An appeal for insufficient reasoning is inadmissible when the omitted evidence serves only as a supporting argument rather than an independent claim, provided the lower court's decision clearly indicates that all evidence was considered and weighed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 949 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 949/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φάμα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, δι'αυτήν ατομικώς και ως ασκούσα την γονική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της α) Ψ3 και β) Ψ4, κατοίκων ... . Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λεβεντάκο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μαργώνη, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το επώνυμο της 2ης αναιρεσιβλήτου "..." αντί του ορθού "...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2145/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7312/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 1-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο,, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση ή αποκλείστηκε η εφαρμογή της, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Εξ άλλου ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό, στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση.
Προκύπτει, έτσι, σαφώς ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής σύμβασης επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση, λοιπόν, της ενοχής καθ' ορισμένο χρονικό σημείο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής.
Ο χρόνος αυτός είναι δυνατόν να καθορίζεται από το νόμο η από τη δικαιοπραξία, ειδικά δε, καθόσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου συνάψεως της οριστικής σύμβασης συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή η οποία είναι 20ετής.
Αναφορικά με τη σημασία, η οποία πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής σύμβασης εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των μερών. Κατ' αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.
Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι τη συμπλήρωση της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής σύμβασης. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική. Το αν η προθεσμία αυτή είναι προθεσμία εκπλήρωσης των εκατέρωθεν παροχών, υπό την έννοια της δήλης ημέρας, ή ανατρεπτική ή αποσβεστική προθεσμία που με την παρέλευσή της επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, εξαρτάται από τη βούληση των μερών, για την εξεύρεση της οποίας αν οι συμβαλλόμενοι δεν εκφράστηκαν σαφώς, ερμηνεύεται η σύμβαση σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατά κανόνα, επί προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου κατά την κατάρτιση του οποίου έχει καταβληθεί μέρος ή ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα και ο πωλητής παρέδωσε στον αγοραστή τη νομή και κατοχή του ακινήτου, η προθεσμία αυτή, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, συνομολογείται ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής .
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: 'Ότι με το υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ρεβύθη, οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, υποσχέθηκαν να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε ενάγοντα, τα 491/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο ...
και επί των οδών ... και ... αρ. ..., το οποίο ποσοστό αναλογούσε σε νομίμως συσταθείσα χωριστή ιδιοκτησία, σύμφωνα με το ν.3741/1929, το ν.δ.1024/1971 και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, εμβαδού 623 τ.μ. με τα επί του τμήματος αυτού κτίσματα. Ως τίμημα για την πώληση του ακινήτου αυτού συμφωνήθηκε πράγματι το ποσό των 64.000.000 δραχμών. 'Ότι με το εν λόγω προσύμφωνο συμφωνήθηκαν και τα εξής: "Το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας θα συνταχθεί και θα υπογραφεί ...
στις 2 Οκτωβρίου 1998, μετά την τακτοποίηση όλων των νομίμων προϋποθέσεων για την κατάρτισή του και μετά από έγγραφη πρόσκληση των αγοραστών προς τους πωλητές, η οποία θα κοινοποιείται πέντε ημέρες πριν από την υπογραφή στη διεύθυνση κατοικίας των πωλητών ... . Οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να προσέλθουν για την υπογραφεί του οριστικού συμβολαίου αυτοπροσώπως ή να παραστούν νόμιμα με πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο αυτών, αλλιώς αυτός που δεν θα προσέλθει θα θεωρείται ως μεταμεληθείς, για οποιοδήποτε λόγο και αν οφείλεται η μη προσέλευσή του, πλήν ανωτέρας βίας, με τις νόμιμες συνέπειες του άρθρου 403 του Α.Κ. ... .
Οι πωλητές δηλώνουν σήμερα και θα δηλώσουν και πάλι με το οριστικό συμβόλαιο ότι τα 491/1000 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου τα οποία αντιστοιχούν στην οικοδομή που θα ανοικοδομείτο, δηλαδή στις αποθήκες που υπάρχουν στο παραπάνω τμήμα οικοπέδου, με τα παραρτήματα, συστατικά και παρακολουθήματά τους είναι ελεύθερα και απαλλαγμένα από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, εκτός από μια προσημείωση υποθήκης, της οποίας η εγγραφή διετάχθη με την υπ' αριθμ. 708/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, η οποία υπόσχονται οι πωλητές ότι θα έχει αρθεί μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι χάριν καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος των 64.000.000 δρχ. ο πρώτος ενάγων και εκ προσυμφώνου αγοραστής, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό του άλλου αγοραστή αδελφού του, α) πριν την κατάρτιση του προσυμφώνου και ειδικότερα την 16.7.1998, εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ... και ...
επιταγές ποσού 7.000.000 δρχ. η κάθε μία, πληρωτέες από την Τράπεζα Πειραιώς, β) κατά την κατάρτιση δε του προσυμφώνου (13.8.1998) εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές, ποσού 30.000.000 και 20.000.000 δρχ. αντιστοίχως, πληρωτέες από την Εμπορική Τράπεζα. Ότι οι τρεις πρώτες των επιταγών αυτών, μεταβιβάσθηκαν δι' οπισθογραφήσεως στον πρώτο εναγόμενο, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών πωλητών αδελφών του και πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα. 'Οτι η τετάρτη των εν λόγω επιταγών μεταβιβάστηκε από εκδότη της πρώτο ενάγοντα στους εναγομένους, οι οποίοι, αφού έθεσαν στη θέση του οπισθογράφου τη σφραγίδα της ομόρρυθμης εταιρίας τους "ΑΦΟΙ ...
ΟΕ", την παρέδωσαν, συμφωνούντων και των εναγομένων, στο πληρεξούσιο δικηγόρο της ιταλικής εταιρίας με την επωνυμία "SOMEAT SRT" ΒΒ, προς μερική εξόφληση χρέους της πρώτης στη δεύτερη, για την εξασφάλιση του οποίου είχε εγγραφεί η παραπάνω προσημείωση, το ποσό δε της επιταγής αυτής εισπράχτηκε από την πληρώτρια τράπεζα, παρουσία και του πρώτου εναγομένου, κατατέθηκε δε στο λογαριασμό της άνω ιταλικής εταιρίας. 'Ότι οι εναγόμενοι εκ προσυμφώνου πωλητές, από της καταρτίσεως του άνω προσυμφώνου (13.8.1998) παρέδωσαν στους εκ προσυμφώνου αγοραστές ενάγοντες τη συννομή του προσυμφωνηθέντος ακινήτου, οι τελευταίοι δε αυτοί, γνωστοποίησαν στους μισθωτές των εντός αυτού οικοδομών(αποθηκών) ότι τα μίσθια πωλήθηκαν στους ενάγοντες και ότι έκτοτε το μίσθωμα θα πρέπει να καταβάλλεται σ' αυτούς (ενάγοντες-αγοραστές) και όχι στους εκ προσυμφώνου πωλητές (εκμισθωτές), μεταξύ δε των εκ προσυμφώνου αγοραστών και των μισθωτών καταρτίστηκαν νέα μισθωτήρια για το χρονικό διάστημα από 1.9.1998 μέχρι 1.9.2001, οι δε μισθωτές των αποθηκών κατέβαλαν πλέον τα μισθώματα στους εκ προσυμφώνου αγοραστές, τουλάχιστον μέχρι το έτος 2002, ο δε μισθωτής ΑΑ μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 'Ότι την 02.10.1998, που, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με το προσύμφωνο έπρεπε να καταρτισθεί η οριστική σύμβαση, αυτή δεν καταρτίστηκε, διότι δεν είχαν τακτοποιηθεί όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και ειδικότερα διότι οι εκ προσυμφώνου πωλητές δεν είχαν φορολογική ενημερότητα και δεν είχε αρθεί η προσημείωση υποθήκης, η εξάλειψη της οποίας διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 26.975/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το ότι δε οι πωλητές δεν είχαν φορολογική ενημερότητα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι με τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Παρασκευής Χρυσικοπούλου, με τα οποία οι εναγόμενοι επώλησαν άλλα ακίνητά τους, σε τρίτους, μέρος του τιμήματος παρακρατήθηκε από την άνω συμβολαιογράφο και αποδόθηκε στην οικεία Δ.Ο.Υ.
Ότι οι ενάγοντες με εξώδικη πρόσκλησή τους προς τους εναγομένους, που επιδόθηκε σ' αυτούς την 31.3.2000 ζήτησαν από αυτούς να προσέλθουν την 5.4.2000 στη συμβολαιογράφο Αθηνών Π. Ρεβύθη για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, πλήν όμως αυτοί αρνήθηκαν να συμπράξουν, ανταπαντώντας δε με εξώδικη δήλωσή τους, χωρίς να αρνούνται, την είσπραξη του συμφωνηθέντος τιμήματος, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι το οριστικό συμβόλαιο δεν υπογράφτηκε μέχρι τη συμφωνηθείσα προθεσμία από υπαιτιότητα των εναγόντων και ότι μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας προθεσμίας, η οποία δεν είχε παραταθεί, δεν είχαν υποχρέωση να συμπράξουν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε α)ότι οι ενάγοντες εκ προσυμφώνου αγοραστές, εκπλήρωσαν την εκ του προσυμφώνου παροχή τους προς καταβολή του τιμήματος και β) ότι η συμφωνηθείσα με το προσύμφωνο προθεσμία προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ήταν προθεσμία εκπλήρωσης της συμφωνηθείσας παροχής των εναγομένων (να μεταβιβάσουν το προσυμφωνηθέν ακίνητο) και όχι ανατρεπτική προθεσμία, όπως ισχυρίζονταν οι εναγόμενοι.
Ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της εκκαλουμένης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων περί καταδίκης των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της καταβολής του τιμήματος στους εναγομένους εκ προσυμφώνου πωλητές και του είδους της συμφωνηθείσας με το προσύμφωνο προθεσμίας, δεχόμενο ότι αυτή είχε συνομολογηθεί ως προθεσμία εκπλήρωσης της παροχής και όχι ως διαλυτική-ανατρεπτική.
Επομένως οι 1ος και 3ος λόγοι, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε αφενός μεν πως οι ενάγοντες κατέβαλαν το συμφωνηθέν τίμημα και αφετέρου πως η συμφωνηθείσα για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου προθεσμία συνομολογήθηκε ως ανατρεπτική, είναι αβάσιμοι.
Ο συναφής 5ος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι αυτοί ήσαν φορολογικά ενήμεροι, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αποτελεί επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής όλα τα πραγματικά περιστατικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ιδίου κώδικα, να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, με αναφορά των συγκεκριμένων ελλείψεων, συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη, και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος που αυτός προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, διαφορετικά ο σχετικός λόγος είναι αόριστος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό προέβαλαν οι αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο νομίμως.
Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, νοούνται οι παραδεκτώς προταθέντες, νόμιμοι, και ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής ένστασης κλπ, καθώς και οι λόγοι έφεσης, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου και των διαδίκων.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι αυτοί ήσαν φορολογικώς ενήμεροι.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ως άνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά επιχείρημα από τις αποδείξεις σχετικά με επικαλούμενη στην αγωγή υπερημερία των εναγομένων εκ προσυμφώνου πωλητών, για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης. Ο από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως, προς απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν επίδραση την έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους ζητήματος το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός, απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο νόμιμος τρόπος του παραδεκτού της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι που ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτούς νομίμως έγγραφα, ήτοι α) την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως της εταιρίας με την επωνυμία "'Ενωση Κρέατος Αφοί ...
και Αφοί ... και Σία Ε.Π.Ε." στην 25η σελίδα της οποίας αναφέρεται ότι "σημειώνεται ότι προσαρτώνται στο παρόν υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ... και ... της Δ.Ο.Υ. ..., ... Δ.Ο.Υ. ... αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητος των συμβαλλομένων εταίρων" και β) τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ... και ... έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί ήσαν συνεχώς φορολογικά ενήμεροι.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι από τα άνω φερόμενα ως παρά το νόμο μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, αποδεικνύεται κατά τους αναιρεσείοντες ότι αυτοί ήσαν φορολογικά ενήμεροι, ήτοι όχι αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά επιχείρημα των εναγομένων αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.01.2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7.312/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ