Supreme Court allows appeal on procedural error regarding evidence consideration but dismisses vague legal error claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's first ground for appeal due to its lack of specificity regarding the alleged violation of substantive law. However, the court allowed the second ground, which alleged the lower court improperly considered an employee's claim of document falsity without the employee raising the objection. Consequently, the case was remanded for retrial while the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; A ground for appeal alleging violation of substantive law must specify the violated provision and the error, while a ground alleging failure to consider an objection is admissible if the court examined the claim and rejected it without the party raising the specific objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 948 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 948/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαρμαρινό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: L. A. του K., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1549/2014 μη οριστική και 3356/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 526/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.ΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.ΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α Κ.ΠολΔ. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας δεδομένου ότι ουδόλως εκθέτει η αναιρεσείουσα ποιές διατάξεις, παραβίασε η προσβαλλόμενη κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών καθώς και το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής:
"Ο ενάγων, αλβανός υπήκοος, προσλήφθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης στις 15.2.1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργασθεί στην επιχείρησή της (ψητοπωλείο), ως ψητάς (ψήστης), έχοντας τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και δη νόμιμη (προσωρινή) άδεια παραμονής και εργασίας, με βάση τις ισχύουσες τότε διατάξεις του ν. 1975/1991, εκδοθείσα το πρώτον στις 17.8.1998 και ακολούθως άδεια παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας (Πράσινη Κάρτα), εκδοθείσα την 11-11-1999 και έκτοτε ανανεούμενη νομίμως, καθώς και εν ισχύ βιβλιάριο υγείας.
Η επιχείρηση της εναγομένης, ευρισκόμενη σε κεντρικότατο σημείο στην πλατεία της ..., παρουσίαζε ιδιαίτερη κίνηση, προσφέροντας έτοιμο φαγητό (κυρίως σουβλάκια), τόσο στο κατάστημα, όσο και με μεταφορά του κατ’ οίκον με ειδικό προς τούτο προσωπικό της (σύστημα "ντελίβερι"), λειτουργούσε δε από το απόγευμα (ώρα 17.00) μέχρι ώρα 01.00 της επομένης ημέρας, καθημερινά, από Δευτέρα έως και Σάββατο και μέχρι την ίδια ώρα (01.00 το πρωί) της Κυριακής.
Επίσης, με εξαίρεση τη Μεγάλη Εβδομάδα, κατά την οποία -λόγω της φύσεως των προσφερομένων εδεσμάτων- η επιχείρηση δεν λειτουργούσε, το κατάστημα ήταν ανοικτό και κατά τις αργίες, ενώ έκλεινε επί ένα μήνα το καλοκαίρι, και δη συνήθως ολόκληρο το μήνα Αύγουστο ή από τέλος Ιουλίου μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία του Αυγούστου, διαστήματα κατά τα οποία το προσωπικό της ελάμβανε άδεια.
Με το συγκεκριμένο ωράριο, ήτοι από ώρα 17.00 μέχρι ώρα 01.00 συμφωνήθηκε να εργάζεται και ο ενάγων, του οποίου η παρουσία ήταν απαραίτητη καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος, αφού τα εδέσματα ψήνονταν και ετοιμάζονταν μετά την παραγγελία τους, αρκετές δε φορές, λαμβάνονταν παραγγελίες και μετά την 24.00 ώρα.
Η εναγομένη, εξ αρχής προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση αορίστου χρόνου και όχι με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όπως η ίδια διαλαμβάνει, ενώ το γεγονός ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν κατά τον Αύγουστο (ή από τα τέλη Ιουλίου μέχρι τέλη Αυγούστου), δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη λήξη της (φερομένης ως ορισμένου χρόνου) συμβάσεως εργασίας του -όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη - αλλά με το γεγονός της θερινής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησής της, κατά τα ανωτέρω.
Ο χαρακτήρας, εξάλλου, της συμβάσεως εργασίας του ως αορίστου χρόνου από το χρόνο της αρχικής προσλήψεώς του, συνάγεται, τόσο από το σκοπό της σύμβασής του, όσο και από το είδος της εργασίας του, αφού η εναγομένη, λόγω της συγκεκριμένης δραστηριότητάς της, είχε εξ αρχής και αδιαλείπτως την ανάγκη των υπηρεσιών του ενάγοντος, ως ψήστη, ειδικότητα την οποία ο τελευταίος κάλυπτε ικανοποιητικά, χωρίς διακοπή μέχρι το πέρας της εργασιακής σχέσης.
Πέραν αυτού, ουδεμία νομική υποχρέωση των μερών υπήρξε προς σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθ’ όσον, τόσο υπό τις προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1975/91, η χορηγούμενη άδεια παραμονής και ασκήσεως επαγγέλματος σε αλλοδαπό, καίτοι ετήσιας διάρκειας, προβλεπόταν ανανεούμενη, όσο και από τις μεταγενέστερες διατάξεις των άρθρων 19 §§ 1, 7 και 8, 21 § 1, 22 §§ 1 και 3 και 53 §1 ν. 2910/2001 (το άρθρο 72 του οποίου κατήργησε την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1975/1991), η χορηγούμενη άδεια εργασίας και παραμονής αποσυνδέθηκε από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με συγκεκριμένο εργοδότη, με συνέπεια οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτονται με αλλοδαπούς που εμπίπτουν στη ρύθμιση του νόμου αυτού, μπορεί να είναι είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου (πρβλ.
ΑΠ 1113/2013 Ε7 2014/432). Λεκτέον, εξάλλου, ότι οι εκάστοτε χρόνοι λήξεως των προσωρινών ή περιορισμένης διάρκειας αδειών παραμονής - εργασίας του ενάγοντος, ουδόλως συνέπιπταν με τους χρόνους που η εναγομένη ισχυρίζεται πως έληγαν οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας του, ώστε να δύναται να ευσταθήσει το επιχείρημά της ότι συνήψε τις συμβάσεις αυτές λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο λήξης των προσωρινών αδειών του ενάγοντος (και συμμορφούμενη, συνακόλουθα, με τις επιταγές του νόμου).
Συγκεκριμένα, με βάση όσα διατείνεται η εναγομένη, οι φερόμενες ως ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος, έληγαν πάντοτε τέλη Ιουλίου ή Αύγουστο εκάστου έτους από το 1999 μέχρι το 2001, σε αντιπαραβολή δε: η από 17-8-1998 "Κάρτα Προσωρινής Άδειας Παραμονής" (Λευκή Κάρτα), είχε ισχύ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1δ του άρθρου 73 του ν. 2676/99, έως την 30-4-1999, ενώ, λόγω της μεσολαβησάσης υποβολής από τον ενάγοντα αιτήσεως για έκδοση Πράσινης Κάρτας, η παραμονή του (και κατ’ επέκταση η δυνατότητά του προς εργασία, κατ’ άρθρο 2 παρ.3 του π.δ. 358/1997), επεκτάθηκε μέχρι την έκδοση αυτής, με βάση το άρθρο 2 του π.δ. 359/1997.
Η τελευταία αυτή Κάρτα, εκδόθηκε την 11-11-1999 και είχε ετήσια ισχύ, ακολούθησε δε η έκδοση άλλης όμοιας Κάρτας με διετή διάρκεια, ήτοι από 30-1-2001 έως 29-1-2003, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε αυτοδικαίως επί εξάμηνο σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ.4 του ν. 2910/2001, ενώ στη συνέχεια ο ενάγων έλαβε άδεια εργασίας αόριστης διάρκειας.
Ακολούθως, και η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, που κατατέθηκε στον ΟΑΕΔ την 25-7-2001, ένα δηλαδή μήνα προ της φερομένης ως "επαναπροσλήψεώς του" (την 21-8-2001), ήταν εικονική και εξυπηρετούσε το σκοπό της εναγόμενης να μην εμφανίζει εξαρχής τον ενάγοντα στο αορίστου χρόνου προσωπικό της. Εξάλλου, το κατατεθέν στον ΟΑΕΔ έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ των μερών την 1-11-2002 και τιτλοφορείται "...", με βάση το οποίο φέρεται να συνομολογήθηκε ωράριο 35 ωρών εβδομαδιαίως, το οποίο έγγραφο (όπως βάσιμα διαλαμβάνει και η εναγομένη) συντάχθηκε ουσιαστικά προς εξυπηρέτηση του ενάγοντος, προκειμένου να υποβληθεί στο Δήμο για την ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας του, ήταν επίσης εικονικό, καθ’ όσον ο ενάγων απασχολήθηκε με πλήρες ωράριο, κατά τα ως άνω, και με ημερομηνία πρόσληψης αυτή που ανωτέρω αναφέρεται.
Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο αυτή παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα εξέλαβε ως χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος την 15-2-1999 και ακολούθως, με βάση την κρίση της αυτή, συνήγαγε το χρόνο προϋπηρεσίας του για τους περαιτέρω υπολογισμούς των οφειλομένων.....
Καθ’ όσον αφορά, περαιτέρω, στο δεύτερο ποσό, αυτό εξάγεται από τους γενομένους υπολογισμούς της εναγομένης, η οποία, στον πρώτο λόγο της έφεσης της, αμφισβητώντας - όπως έχει ήδη αναφερθεί- το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του ενάγοντος, ισχυρίζεται ότι όφειλε να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, 30 και όχι 60 ημερομίσθια, και ότι, συνεπώς, αντί του ποσού των 1.645 ευρώ που θα έδει να του καταβάλει, του κατέβαλε 3.026,80 ευρώ, ήτοι αχρεωστήτως το ποσό των 1.381,80 ευρώ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ’ όσον, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων είχε προσληφθεί κατά το έτος 1999 και όχι κατά το έτος 2001, είχε δε συμπληρώσει, κατά το χρόνο της καταγγελίας, ενδεκαετή υπηρεσία, με συνέπεια η καταβληθείσα αποζημίωση των 3.026,80 ευρώ, μετά και το συνυπολογισμό των προσαυξήσεων λόγω νυχτερινής εργασίας κλπ, να υπολείπεται της νομίμου. Όμως, ολόκληρη η καταβληθείσα αποζημίωση των 3.026,80 ευρώ, εφόσον η καταγγελία κρίθηκε άκυρη, είναι συμψηφιστέα με τους μισθούς υπερημερίας που οφείλει να καταβάλει η εναγομένη στον ενάγοντα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη.
Συνεπώς, και το ανωτέρω ποσό των 1.381,80 ευρώ, που αποτελεί τμήμα της καταβληθείσης αποζημίωσης, είναι και αυτό συμψηφιστέο (αν και για διαφορετικό λόγο), κι επομένως η εναγομένη, εφόσον διατηρεί τουλάχιστον ισόποση ανταπαίτηση προς επιστροφή της αχρεωστήτως καταβληθείσης αποζημίωσης, σε κάθε περίπτωση δικαιούται να το προτείνει σε συμψηφισμό, γενομένης έτσι εν μέρει δεκτής της ένστασής της αυτής, η οποία αποδεικνύεται άμεσα (με δικαστική ομολογία του ενάγοντος). Επομένως, από το ποσό των μισθών υπερημερίας (29.605,50 ευρώ) θα αφαιρεθεί το προτεινόμενο σε συμψηφισμό ποσό των 1.381,80 ευρώ και θα επιδικασθούν στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία 28.223,70 ευρώ. Λεκτέον ότι, το υπόλοιπο ποσό της καταβληθείσης αποζημίωσης (που δεν προτάθηκε εδώ σε συμψηφισμό), είναι δυνατόν, κατ’ άρθρ. 442 Α.Κ., να προταθεί ακόμη και κατά την εκτέλεση, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή".
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, απ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό της κρίσης του περί του χρόνου προσλήψεως του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης δέχθηκε εικονικότητα του περιεχομένου του από 1.11.2002 εγγράφου που κατατέθη στον ΟΑΕΔ με τίτλο "...", δίχως όμως αυτό να έχει προταθεί από τον ενάγοντα.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ. 56 παρ. 2 ΚΠολΔ), της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό (ένσταση) περί εικονικότητος του ανωτέρου εγγράφου, δίχως να έχει προτείνει ο ενάγων σχετική ένσταση, για το γεγονός αυτό, το οποίο έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι, συναρτάται με τον χρόνο πρόσληψης αυτού με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στην επιχείρηση της εναγομένης και ως εκ τούτου το ύψος της καταβλητέας πράγματι αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, με συνέπεια, την σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, υπερημερία της ήδη αναιρεσείουσας λόγω καταβολής μειωμένης αποζημιώσεως και την επιδίκαση στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο μισθών υπερημερίας συνολικού ποσού 29.605,50 ευρώ.
Τούτο δε ενόψει του ότι υπήρχε αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων της προς την πραγματική διάρκεια της ένδικης εργασιακής σύμβασης και του γεγονότος ότι δεν προέκυψε δόλος της εναγομένης - αναιρεσείουσας εργοδότριας για την καταβολή μειωμένης αποζημιώσεως κατά την καταγγελία της εν λόγω εργασιακής συμβάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν, των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του προαναφερθέντος δευτέρου λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 526/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ