Legislator Case Law & Legislation
948/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on revocation of gift due to continuous neglect of duty to support donor.

Case Number 948/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court judgment revoking a gift. The donor had the right to revoke the gift because the donee continuously failed to fulfill the duty to support and care for the donor, a breach that persisted until the revocation declaration. The court held that the one-year statute of limitations for revocation does not begin until the last act of neglect occurs, rendering the donee's argument inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505, 507, and 510 of the Civil Code; The annual limitation period for revoking a gift does not commence if the grounds for revocation are continuing acts, as the period starts from the last occurrence of the breach.

Keywords

AI generated
revocation of gift duty to support statute of limitations continuous breach Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 505 of the Civil Code
Article 507 of the Civil Code
Article 510 paragraph 1 of the Civil Code
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 948 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 948/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μαραγκού.

Του αναιρεσίβλητου: F. R. του Ν., κατοίκου ..., φερόμενου ως νόμιμου κληρονόμου της αποβιωσάσης την 17-12-2013 Ε. Μ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σκιαδόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2008 αγωγή προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 244/2013 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 24-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 Α.Κ., ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Κατά δε το άρθρο 507 Α.Κ., ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανάκλησης της δωρεάς δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας ή την παράβαση του τρόπου είναι παρακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος.

Επομένως, προκειμένου για αθέτηση της υποχρέωσης του δωρεοδόχου για διατροφή και περιποίηση του δωρητή, είτε ως λόγου αχαριστίας είτε ως παράβασης τρόπου, η ανωτέρω ετήσια αποκλειστική προθεσμία δεν αρχίζει εφόσον εξακολουθεί η παράβαση από το δωρεοδόχο της υποχρέωσής του για διατροφή και περιποίηση του δωρητή.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.1/1999, Ολ.Α.Π.24/1992).

Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η σύμβαση πωλήσεως που έγινε με το αναφερόμενο συμβόλαιο είναι άκυρη ως εικονική και αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της καταδεικνύουσας την αχαριστία συμπεριφοράς και εν γένει διαγωγής του αναιρεσείοντος - εναγομένου και της απορρίψεως στη συνέχεια της εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ ενστάσεως αυτού (εναγομένου) περί αποσβέσεως του δικαιώματος της ενάγουσας δωρήτριας ανακλήσεως της δωρεάς, λόγω παρόδου έτους, αφότου η τελευταία πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης, δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με το υπ' αριθμ. .../17-11-2003 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σικυώνος Ι. Κ., που μεταγράφτηκε νόμιμα, η ενάγουσα μεταβίβασε στον εναγόμενο, με αιτία την πώληση, έναν αγρό ποτιστικό, επιφανείας, κατά το συμβόλαιο, 8.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., του Δήμου Ξυλοκάστρου, πρώην κοινότητας ...

και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Δ. Μ., Π Λ.. Β. Π. Μ., Χ. Μ., Α. Κ. και αγροτικό δρόμο, αντί τιμήματος 20.000 ευρώ. Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι το παραπάνω τίμημα θα το κατέβαλε ο εναγόμενος - αγοραστής σε μία άτοκη εφάπαξ δόση από προϊόν ισόποσου ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, το οποίο θα συνήπτε με την ...

ΑΕ ή με οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. .../13-7-2005 πράξη εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, η ενάγουσα δήλωσε ότι έλαβε το οφειλόμενο τίμημα και ότι δε διατηρεί καμία αξίωση ή απαίτηση κατά του εναγομένου. Ωστόσο, η ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως μεταξύ των διαδίκων είναι εικονική και, επομένως, άκυρη, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας (άρθρα 138 παρ. 1 και 180 Α.Κ.), καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν συνομολογήθηκε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά, αφού δεν υπήρχε αληθινή βούληση ούτε της φερόμενης πωλήτριας- ενάγουσας να πωλήσει τον αγρό της, ούτε του εναγομένου να τον αγοράσει.

Στην πραγματικότητα αυτό που θέλησαν οι συμβληθέντες κατά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου και συμφώνησαν αμοιβαίως ήταν ότι η μεταξύ τους καταρτιζόμενη πώληση δεν είναι σοβαρή και σπουδαία, αλλά μόνον φαινομενική, ήθελαν δε να καλύψουν κάτω από την πώληση αυτή δωρεά του ανωτέρω αγρού υπό τρόπον, ήθελαν δηλαδή να μεταβιβάσει η ενάγουσα στον εναγόμενο τον αγρό της, όχι λόγω πωλήσεως, αλλά λόγω δωρεάς και συνεπώς χωρίς αντάλλαγμα, με τον όρο ισόβιας και καθημερινής περιποιήσεως, φροντίδας και περιθάλψεώς της από τον εναγόμενο.

Έτσι σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής συντάχθηκε το προαναφερθέν πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο η ενάγουσα φέρεται να μεταβιβάζει, με αιτία την πώληση, τον αγρό της στον εναγόμενο και ο τελευταίος να παραλαμβάνει τούτον, με την ανωτέρω αιτία, αντί τιμήματος 20.000 ευρώ. Ειδικότερα, η ενάγουσα μετά τον θάνατο της αδερφής της Γ.

στις αρχές του έτους 2003, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της, των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (πάσχει από οστεοαρθρίτιδα και σκολίωση με βαρεία σπονδυλαρθρίτιδα), καθώς και του γεγονότος ότι ήταν ανύπανδρη καν χωρίς οικογένεια, στράφηκε στον εναγόμενο και την οικογένειά του προκειμένου να την φροντίσουν δεδομένου ότι τους γνώριζε από παλαιότερα, αφού από το έτος 2002 είχε εκμισθώσει στη σύζυγο του εναγομένου το ισόγειο κατάστημα της οικοδομής στην οποία η ίδια ζούσε, για να το χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη και συγκεκριμένα να το λειτουργήσει ως ψησταριά.

Μάλιστα προέβη στην σύνταξη της υπ' αριθμ. .../10-11-2003 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του Συμβολαιογράφου Σικυώνος Π. Κ., με την οποία κατέλιπε ολόκληρη την περιουσία της, κινητή και ακίνητη, μετά τον θάνατό της στον ανωτέρω εναγόμενο, τον οποίο και ονόμασε γενικό κληρονόμο της. Μερικούς μήνες νωρίτερα, ήτοι τον Ιούλιο του 2003, η ενάγουσα μεταβίβασε στην κόρη του εναγόμενου λόγω πώλησης, μία κάθετη ιδιοκτησία στην κτηματική περιφέρεια ..., τον δε Νοέμβριο του ίδιου έτους, ήτοι επτά ημέρες μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μεταβίβασε με το άνω συμβόλαιο στον εναγόμενο το ανωτέρω ακίνητο.

Συνεπώς, αφού έλαβε χώρα η σύνταξη της άνω διαθήκης, δεν θα υπήρχε λόγος να προβεί η ενάγουσα σε οποιαδήποτε μεταβίβαση αιτία πώλησης στον εναγόμενο και τη θυγατέρα του, το γεγονός δε ότι το τίμημα πιστώθηκε και υπογράφτηκε αργότερα σχετική πράξη εξόφλησης, ουδόλως συνηγορεί στο ότι επρόκειτο για αγοραπωλησία, δοθέντος μάλιστα ότι αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε ανάγκη να προβεί στη σύναψη δανείου προκειμένου να καλύψει δικές του οικονομικές ανάγκες και όχι για να εξοφλήσει το τίμημα της ένδικης σύμβασης.

Η ενάγουσα δέχθηκε να τον εξυπηρετήσει με την αναγραφή στο συμβόλαιο ότι το τίμημα πιστώθηκε, ακολούθως δε μετά δύο χρόνια υπέγραψε την εξοφλητική απόδειξη, χωρίς όμως να εισπράξει οποιοδήποτε τίμημα. Άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος σε σχετικό σημείο της κατάθεσής του ανέφερε ότι του ζητήθηκε από την ενάγουσα να την προσέξει και ότι τα ακίνητα θα ήταν δικά του αρκεί εκείνος και η οικογένεια του να την φρόντιζαν για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της.

Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα, αυτό το οποίο θέλησαν οι συμβληθέντες κατά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου και καλύφθηκε κάτω από την εικονική αυτή σύμβαση πωλήσεως, ήταν η προαναφερθείσα αμοιβαία συμφωνία τους να μεταβιβάσει η ενάγουσα στον εναγόμενο το ακίνητό της, χωρίς αντάλλαγμα, με τον όρο ισόβιας περιποιήσεως, φροντίδας και περιθάλψεώς της από αυτόν και την οικογένειά του.

Η σύμβαση αυτή συνιστά δωρεά υπό τρόπον, κατά την έννοια των άρθρων 496, 503 ΑΚ, ήτοι μεταβίβαση, με αιτία τη δωρεά, χωρίς δηλαδή αντάλλαγμα, του ανωτέρω ακινήτου από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο, με τον όρο, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως της πρώτης από το δεύτερο. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα, η παραπάνω εικονική σύμβαση πωλήσεως περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υπεβλήθη σε μεταγραφή, ενώ, παραλλήλως, συντρέχουν και λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις συνάψεώς της, η ανωτέρω κάτω απ' αυτήν υποκρυπτόμενη σύμβαση της δωρεάς υπό τρόπον είναι έγκυρη (Α.Κ. 369, 496 επ., 1192 αρ. 1, 1198).

Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι οι σχέσεις της ενάγουσας με την οικογένεια του εναγομένου άρχισαν να κλονίζονται από τα τέλη του έτους 2005 και ο εναγόμενος δεν τήρησε, υπαιτίως, τον ανωτέρω όρο, υπό τον οποίο έγινε η προς αυτόν δωρεά της προαναφερθέντος αγρού, καθόσον έκτοτε έπαψε να περιποιείται, να φροντίζει και να περιθάλπει αυτήν καθημερινώς, καίτοι η τελευταία, λόγω της προαναφερθείσης καταστάσεως της υγείας της και της ηλικίας της, είχε απόλυτη ανάγκη την εν λόγω καθημερινή περιποίηση και φροντίδα.

Ειδικότερα, σχεδόν αμέσως μετά την σύνταξη της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. .../13-7-2005 πράξης εξόφλησης του τιμήματος αγοραπωλησίας, η στάση του εναγομένου απέναντι στην ενάγουσα μεταβλήθηκε τελείως και αρχικά οι επισκέψεις του στο σπίτι της φερόμενης ως πωλήτριας, άρχισαν να αραιώνουν και κατά την έλευσή του εκεί δεν έκανε αυτά που είχαν συμφωνήσει, δηλαδή να την περιποιείται και να φροντίζει να καλύπτει τις οικιακές και προσωπικές ανάγκες της δωρήτριας, ενώ από το 2006 διακόπηκε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται μεταξύ των άλλων, και από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 31-10-2005 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σικυώνος κατά της συζύγου του εναγομένου, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε είχε εκμισθώσει ένα ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί να της αποδώσει το μίσθιο λόγω δυστροπίας και να υποχρεωθεί να της καταβάλλει τα αναφερόμενα στην αγωγή μισθώματα.

Οι κακές σχέσεις των ανωτέρω συνεχίστηκαν και το επόμενο έτος όταν ο εναγόμενος άσκησε σε βάρος της ενάγουσας αγωγή (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2006) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου με την οποία ζητούσε στα πλαίσια της σχέσης εντολής του με την ενάγουσα, που ισχυριζόταν ότι τους συνέδεε, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό 27.080,41 ευρώ, λόγω εκτελεσθεισών από αυτόν εργασιών κατ' εντολή της.

Εξάλλου, από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. …/2009 ένορκης βεβαίωσης προκύπτει ότι ο εναγόμενος και η θυγατέρα του από το τέλος του έτους 2005 έπαυσαν να παρέχουν οποιαδήποτε βοήθεια στην ενάγουσα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της, κατάσταση η οποία οξύνθηκε, μετά την απόφαση της ίδιας να βαπτίσει και να φιλοξενήσει στην οικία της περί το έτος 2006 έναν νέο αλβανικής καταγωγής, προκειμένου να την προσέχει.

Το ίδιο δε διάστημα ο εναγόμενος άρχισε να υβρίζει την ενάγουσα, και να της δημιουργεί επεισόδια, η δε θυγατέρα του έπαψε να την φροντίζει και επεδείκνυε αδιαφορία σε αυτή. Η αδιαφορία αυτή του εναγομένου για την τύχη της ενάγουσας, η οποία, ενόψει των συνθηκών που προεκτέθηκαν, είχε ιδιαίτερη ανάγκη από φροντίδα και συμπαράσταση, συνεχίστηκε και διήρκεσε μέχρι την ανάκληση της δωρεάς εκ μέρους της ενάγουσας, που έγινε το Σεπτέμβριο 2008, όταν η ενάγουσα διατύπωσε προς τον εναγόμενο (και την θυγατέρα του) την επιθυμία της να ανακαλέσει την ως άνω δωρεά επειδή δεν τήρησε τον συμφωνημένο όρο να παρέχει τις υπηρεσίες του προς αυτήν, μέχρι το τέλος της ζωής της, αλλά αντίθετα την εγκατέλειψε, αδιαφορώντας παντελώς για την τύχη της.

Οι προεκτεθείσες εξακολουθητικές ενέργειες και παραλείψεις του εναγομένου συνιστούν πράγματι υπαίτια παράβαση της άνω υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι της ενάγουσας και εφ' όρου ζωής της, με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο και κατά την κοινή αντίληψη στοιχειοθετούν βαρεία αντικοινωνική και ηθικά κατακριτέα συμπεριφορά που αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς την ενάγουσα, διότι αντιβαίνουν προς τους κανόνες του δικαίου και τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και στοιχειοθετούν την κατά το άρθρο 505 Α.Κ.

έννοια της αχαριστίας, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς. Επομένως, εγκύρως εχώρησε η προαναφερόμενη ανάκληση της δωρεάς εκ μέρους της ενάγουσας. Ειδικότερα, η αχάριστη συμπεριφορά του εναγομένου, που άρχισε από τα τέλη του έτους 2005, εξακολούθησε μέχρι και το 2008, όταν η ενάγουσα προέβη στην προαναφερόμενη προφορική (άτυπη) δήλωση ανάκλησης δωρεάς για την ανωτέρω αιτία και στη συνέχεια κατέθεσε την ένδικη αγωγή της.

Η ένσταση του εναγομένου περί αποσβέσεως του δικαιώματος ανάκλησης, λόγω της παρόδου της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας (510 Α.Κ.), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η παράβαση του όρου της περιποίησης και της περίθαλψης της ενάγουσας, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του εναγομένου συνεχίστηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής και ουδέποτε διακόπηκε.

Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να ζητήσει την αναμεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου σ' αυτήν, αφού ο εναγόμενος μετά την έγκυρη ανάκληση της δωρεάς το κατέχει χωρίς νόμιμη αιτία. Κατ' ακολουθίαν, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να αναγνωριστεί η εικονικότητα του υπ' αριθμ. .../17-11-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ι.

Κ., να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της υποκρυπτόμενης σε αυτό δωρεάς υπό τρόπο του εν λόγω ακινήτου, να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω δωρεά υπό τρόπο έχει νομίμως και εγκύρως ανακληθεί, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να αναμεταβιβάσει συμβολαιογραφικώς την κυριότητα του προπεριγραφομένου ακινήτου στην ενάγουσα, αφού μετά την ως άνω ανάκληση κατέχει τούτο χωρίς νόμιμη αιτία και δη για αιτία που έληξε, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του να καταδικαστεί σε δήλωση βουλήσεως προς τούτο.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προαναφερόμενη σύμβαση πωλήσεως, που καταρτίσθηκε με το ως άνω συμβόλαιο, είναι άκυρη ως εικονική και συνεπώς ο εναγόμενος με τη σύμβαση αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (αγρού), στη συνέχεια δε δέχθηκε κατ' ουσία την από 29-10-2010 έφεση της ενάγουσας Ε.

θυγ. Ε. Μ. κατά της υπ' αριθμ.218/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της ενστάσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί αποσβέσεως του δικαιώματος της δωρήτριας ανακλήσεως της δωρεάς, λόγω παρόδου έτους από το 2006, αφότου αυτή αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του λόγου της ανάκλησης, εξαφανίζοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας αντίθετα, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 138 παρ.1, 505, 507 και 510 παρ.1 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της πιο πάνω συμβάσεως πωλήσεως εξέθεσε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του Α.Κ.

Ειδικότερα, σε σχέση με την εικονικότητα της δηλώσεως βούλησης, για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, που καταχωρίσθηκε στο επίμαχο συμβόλαιο πώλησης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα με αυτό σύμβαση πωλήσεως πραγματοποιήθηκε μόνο φαινομενικά και όχι σπουδαία, ύστερα από αμοιβαία συμφωνία της ενάγουσας πωλήτριας και του εναγομένου αγοραστή.

Επίσης, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι τα γεγονότα που συνιστούσαν από τον αναιρεσείοντα δωρεοδόχο παράβαση του τρόπου υπό τον οποίο έγινε η δωρεά (παραβίαση φροντίδας και περιποίησης εν γένει της υπερήλικης δωρήτριας εφ' όρου ζωής) ήταν εξακολουθητικά και συνεχίστηκαν μέχρι και τη δήλωση ανάκλησης της δωρεάς, που έγινε το Σεπτέμβριο του έτους 2008, και να απορρίψει στη συνέχεια την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του Α.Κ.

ένσταση του εναγομένου περί αποσβέσεως του δικαιώματος της δωρήτριας ανακλήσεως της δωρεάς, λόγω παρόδου έτους από τα τέλη του έτους 2005, αφότου αυτή αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του λόγου της ανάκλησης, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε αναφέρονται σ' αυτόν οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου από τις οποίες θα κρινόταν η ορθή ή όχι ερμηνεία της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 Α.Κ.

Τέλος, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά τα λοιπά, υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-2015 αίτηση του Γ. Γ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 244/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ