Supreme Court dismisses appeal rejecting invalid jurisdiction clause covering tort claims in international contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a tort claim based on an exclusive jurisdiction clause. The appellant argued the clause was invalid and did not cover tort claims arising from the contract's breach, while the lower court found the clause clear and comprehensive. The court ruled that the clause explicitly covered related tort claims to prevent conflicting judgments, rendering the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 4 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of Council Regulation (EC) No 44/2001: An exclusive jurisdiction clause in an international contract validly covers related tort claims arising from the same legal relationship to prevent conflicting judgments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 948 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 948/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας Γερμανικού Δικαίου με την επωνυμία "EBERHARD FABER GmbH" και ήδη υπό την επωνυμία "STAEDTLER INDUSTRIEPLASTILIN GmbH", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4205/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 6/2/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 241/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την από 13-12-2013 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ελληνικής εταιρείας, κατά της υπ’ αριθ.2258/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή της για αξιώσεις της από σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας/διανομής κατά της αναιρεσίβλητης, γερμανικής εταιρείας, διότι δέχθηκε την ένσταση της τελευταίας περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού, ερειδόμενη σε, περιλαμβανόμενη στη μεταξύ τους σύμβαση, ρήτρα παρέκτασης, που προβλέπει δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και απέρριψε την αντένσταση της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της συμφωνίας αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, ενώ κατά το άρθρο 4 εδ. τελευταίο του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση αν δεν έχει δικαιοδοσία. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, που αντικατέστησε την από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών και έχει κυρωθεί και από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, συνάγεται ότι καθιερώνεται ως θεμελιώδης βάση διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων η έδρα τους και περαιτέρω, θεσπίζονται ειδικές (συντρέχουσες) βάσεις δικαιοδοσίας, οι οποίες αναφέρονται περιοριστικά στον Κανονισμό.
Όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της βούλησης να κατισχύσει της βούλησης των μερών. Ειδικότερα, στο άρθρο 23 του άνω Κανονισμού ορίζεται ότι " αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία.
Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί: α) είτε γραπτά, είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση....". Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή, που επιτρέπει στα μέρη να παρεκκλίνουν από τις περί διεθνούς δικαιοδοσίας διατάξεις του Κανονισμού και να υποβάλλουν τις διαφορές τους στο δικαστήριο που αυτά θα συμφωνήσουν, αποσκοπεί στον καθορισμό, με σαφή και ακριβή τρόπο, ενός δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους, σύμφωνα με τη σύμπτωση βούλησης τους, εκφραζόμενη κατά τις οριζόμενες στην άνω διάταξη αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις.
Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή των δικαστηρίων του κράτους που επιλέχθηκαν, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει αποκλειστικά δικονομικές επενέργειες, που συνίστανται στον αποκλεισμό ή στη θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου και το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη lex fori (ΑΠ 1542/2014).
Συνεπώς, το δικαίωμα κάθε διαδίκου να επικαλεσθεί τη συμφωνία αυτή και να προτείνει την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, λόγω του δικονομικού της χαρακτήρα, δεν υπόκειται, κατά την άσκησή του, στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίον εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1542/2014, ΑΠ 1697/2013, ΑΠ 1288/1994).
Όμως ο δικονομικός χαρακτήρας της ανωτέρω συμφωνίας δεν αποκλείει, στην περίπτωση της κατάχρησης της ελευθερίας της επιλογής δικαστηρίου των συμβαλλομένων και της αντίθεσης της προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη ή τη δημόσια τάξη, τον έλεγχο του κύρους και της ισχύος της (βλ σχ. ΑΠ 1288/1994). Περαιτέρω, το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας περί παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας για υφιστάμενες διαφορές καθώς και για μελλοντικές που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση (σύμβαση), καλύπτει και τις συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, που απορρέουν μεν από το νόμο και όχι από τη σύμβαση, πλην όμως έχουν αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο αυτή και συνδέονται στενά με τα βιοτικά περιστατικά της παράβασης της σύμβασης, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες εάν οι υποθέσεις κρίνονταν χωριστά (ΑΠ 1542/2014, ΑΠ1697/2013, ΑΠ 755/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση του Εφετείου, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε προτείνει πρωτοδίκως την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, επικαλούμενη ρήτρα στη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας σύμβαση αποκλειστικής διανομής περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Νυρεμβέργης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η τελευταία (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) σε αντίκρουση της ένστασης αυτής επικαλέσθηκε πρωτοδίκως, κατ’ αντένσταση και επανέφερε με λόγο έφεσης ότι υφίσταται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, διότι η ρήτρα αυτή ήταν καταχρηστική και συνεπώς άκυρη, ως αντιβαίνουσα α) στη γενική αρχή απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος, που προβλέπεται στο άρθρο 17 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συνδυαζόμενη με την παραβίαση της γενικής αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της μη καταστρατήγησης του ευρωενωσιακού δικαίου, β) στο κατοχυρωμένο στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, γ) στο κατοχυρωμένο στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη καταχράστηκε την ελευθερία επιλογής δικαστηρίου, καθόσον η ενάγουσα και ήδη αναρεσείουσα αποτελούσε το ασθενέστερο μέρος της συναλλαγής, μη έχοντας διαπραγματευτική δύναμη και δυνατότητα αντίδρασης, διότι διαφορετικά θα λυόταν η μεταξύ τους σύμβαση, ότι τα γερμανικά δικαστήρια δεν είχαν σχέση με τις διαφορές από την ένδικη σύμβαση, αφού κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Κανονισμού αρμόδια είναι τα δικαστήρια της έδρας του εμπορικού διανομέα και επιπλέον ότι ο συνδυασμός επιλογής γερμανικών δικαστηρίων και του γερμανικού ως ουσιαστικού δικαίου, με δεδομένο ότι αυτό αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω ζημίας στον αποκλειστικό διανομέα υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις από ό,τι το ελληνικό, έχει ως αποτέλεσμα την ιδιαίτερη προσβολή του προστατευμένου από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας επί της περιουσίας της, αφού υφίσταται κίνδυνος να απωλέσει τις παραπάνω αξιώσεις της και οδηγεί σε καταστρατήγηση του κανόνα της ημεδαπούς δημόσιας τάξης και άμεσης εφαρμογής του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, που εφαρμόζεται αναλογικά και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής.
Το Εφετείο από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Από τη νόμιμα προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τα διάδικα μέρη από 1.11.2002 έγγραφη σύμβαση (άρθρο 14) αποδείχθηκε ότι μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών συμφωνήθηκαν τα εξής: "Τόπος δικαστικής αρμοδιότητας είναι η Νυρεμβέργη, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
H EBERΗARD FABER, ωστόσο, διατηρεί το δικαίωμα να προχωρήσει σε νομικές ενέργειες στη χώρα και την πόλη στην οποία βρίσκεται η έδρα της Δ. Το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα είναι εφαρμοστέο σε αυτή τη σύμβαση. Η Εφαρμογή της Σύμβασης της Χάγης και της Συνθήκης των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με τις Συμβάσεις και τη Διεθνή Πώληση αγαθών εξαιρείται με αμοιβαία συμφωνία." Επομένως, τα αντισυμβαλλόμενα μέρη ρητά έχουν συμφωνήσει, ότι για τις διαφορές από τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικά αρμόδιο θα είναι το δικαστήριο της Νυρεμβέργης Γερμανίας, χωρίς κάποια επιφύλαξη ή εξαίρεση στην ως άνω δικονομική ρήτρα για την ενάγουσα ενώ αντίθετα προβλέπεται η δυνατότητα της εναγόμενης να προχωρήσει σε νομικές ενέργειες στη χώρα και στην πόλη της ενάγουσας.
Η προαναφερόμενη ρήτρα, με την οποία συμφωνήθηκε η κατάλυση της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων ως προς την ενάγουσα, είναι απόλυτα σαφής και δεν επιδέχεται αντίθετη ερμηνεία κατά τη lex fοri συντρέχουσας αρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων καθώς στην προαναφερθείσα περίπτωση, στην οποία τα μέρη θέλησαν να υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, έστω και συντρέχουσα, ρητά το πρόβλεψαν.
Από την ως άνω ρήτρα προκύπτει ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Νυρεμβέργης της Γερμανίας υπάγονται όλες οι διαφορές που απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση όσο και οι συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, ενόψει και του ότι δεν γίνεται διάκριση γι’ αυτές και αφού, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Επομένως, η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη, δεδομένου ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της (έγγραφος τύπος, ορισμένη έννομη σχέση και ρηχή μνεία του τοπικά αρμόδιου Δικαστηρίου, δηλαδή του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης), όπως ειδικότερα αναφέρεται στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, η ενάγουσα πρόβαλε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με την έφεσή της περί ακυρότητας της ως άνω δικονομικής ρήτρας λόγω αντιθέσεως αυτής τόσο στις γενικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ήτοι στη γενική αρχή της μη καταχρήσεως δικαιώματος, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, την αρχή της μη καταστρατηγήσεως του Δικαίου της Ενώσεως, ως επίσης, και της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α.
και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, όσο και στις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 281, 288, 919 ΑΚ, 2α Ν. 703/1977, 18° Ν. 146/1914, καθώς και λόγω αντίθεσης της συγκεκριμένη ρήτρας στις διατάξεις των άρθρων 3, 33 ΑΚ και 9§1 Π.Δ. 219/1991, καθόσον λόγω της οικονομικής εξάρτησης της από την εναγομένη αναγκάσθηκε να δεχθεί τη ρήτρα, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η διεκδίκηση των απαιτήσεων της.
Σημειώνεται ότι το κύρος της ρήτρας περί αποκλεισμού της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, ως δικονομικής σύμβασης, κρίνεται κατά το δίκαιο της έδρας του δικάζοντος Δικαστή, συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση θα κριθεί κατά το ελληνικό δίκαιο (ΕφΑΘ 856/1986 Δ 17.463, ΕφΑΘ 2466/1985 ΕλλΔνη 26.725, Γέσιου-Φαλτσή, Η πολιτική δίκη σε κίνηση, 1985, σελ. 136).
Ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι αφενός η σχετική ρήτρα αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και της ενάγουσας, την οποία η τελευταία αποδέχθηκε, αφού ολόκληρη η ένδικη σύμβαση με την επίμαχη ρήτρα στάλθηκε, όπως καταθέτει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο μάρτυρας της ενάγουσας Γ.
Δ., από την εναγομένη πριν τη σύναψη της στην ενάγουσα και υπεγράφη κατόπιν διαπραγματεύσεων από την τελευταία, οπότε είχε τη δυνατότητα να τη μελετήσει και να την αποδεχθεί, όπως και έκανε, ή να την απορρίψει, είτε στο σύνολό της είτε στα σημεία που διαφωνούσε. Άλλωστε ο ίδιος ο προαναφερθείς μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι ο ίδιος προσωπικά συζήτησε τους όρους της σύμβασης με τον δικηγόρο της εναγόμενης, ονόματι Σ., τον οποίο συνάντησε στη Γερμανία και επιχείρησε μεταβολή των όρων της σύμβασης που σχετίζονταν με την επιστροφή των εμπορευμάτων.
Άλλωστε ο καθορισμός ως αποκλειστικά αρμόδιων των δικαστηρίων του τόπου ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, έστω και αν αυτός είναι ο τόπος του οικονομικά ισχυρότερου συμβαλλόμενου μέρους, δεν καθιστά άκυρη τη συμφωνία για το άλλο μέρος, μόνον για το λόγο ότι συνεπάγεται για το μέρος αυτό αυξημένες οικονομικές δαπάνες για παράσταση στα αλλοδαπά δικαστήρια.
Η συμφωνία παρέκτασης συνεπάγεται πάντα αυξημένη δικαστική δαπάνη για ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, ώστε αυτή η συνεπεία να μην είναι από μόνη της αρκετή για να καταστήσει τη συμφωνία άκυρη, χωρίς να συντρέχουν άλλα πραγματικά περιστατικά που να επιβαρύνουν τη θέση του μέρους που υποβάλλεται σε δικαστικό αγώνα ενώπιον των δικαστηρίων αλλοδαπής πολιτείας.
Μόνη δε η επίκληση των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσει η ενάγουσα προκειμένου να προσφύγει κατά της εναγομένης στα αλλοδαπά δικαστήρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δυσχεραίνει σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστά αδύνατη την άσκηση από την ενάγουσα των νόμιμων δικαιωμάτων της, δεδομένου ότι και η ενάγουσα είναι μία εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών και κέρδη (όπως αναφέρει στην αγωγή της ο τζίρος από την πώληση μόνον των προϊόντων της εναγομένης κατά τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008 ανήλθε στο ύψος των 500.000 ευρώ το έτος), ώστε η δαπάνη της νομικής παράστασης της στα δικαστήρια αλλοδαπής πολιτείας να μην της δημιουργεί ανυπέρβλητο πρόβλημα.
Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι η σχετική ρήτρα περί αποκλεισμού της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων υπήρχε πάντα και στις προγενέστερες συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ της εναγόμενης και του πατέρα του ομορρύθμου εταίρου -νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Γ. Δ., γεγονός που καταδεικνύει ότι από την αρχή της μεταξύ τους συνεργασίας θέλησαν οι διάδικοι (ήτοι η ενάγουσα αφ’ ενός και η επιχείρηση της οικογενείας Δ.
με οποιαδήποτε μορφή της αφ’ ετέρου) να υπαγάγουν όλες τις σχετικές με τη σύμβαση διανομής σχέσεις τους στα δικαστήρια του τόπου της έδρας της εναγομένης και ότι η ρήτρα αυτή δεν επιβλήθηκε αιφνιδιαστικά από την εναγομένη, που εκμεταλλευόμενη, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, την εξάρτηση της τελευταίας από αυτήν, λόγω της πλέον των 80 ετών συνεργασίας τους, την περιέλαβε στην τελευταία σύμβαση του 2002.
Προσέτι, η προβληθείσα αντένσταση ακυρότητας της ως άνω ρήτρας (που προέβαλε η ενάγουσα και επαναφέρει με την ένδικη έφεση), επειδή κατά τους ισχυρισμούς της, το γερμανικό δίκαιο, σε αντίθεση με το ελληνικό, δεν προβλέπει αξίωση αποζημίωσης πελατείας του διανομέα παρά μόνο του εμπορικού αντιπροσώπου, είναι νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι η ερευνώμενη ρήτρα δεν προσκρούει στην ημεδαπή δημόσια τάξη από μόνο το γεγονός ότι ο εφαρμοστέος αλλοδαπός κανόνας είναι άγνωστος στην Ελλάδα ή αντίκειται σε ελληνική αναγκαστικού δικαίου διάταξη....".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, δέχθηκε ότι η συμφωνία περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Νυρεμβέργης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ήταν έγκυρη, απορρίπτοντας την αντένσταση περί ακυρότητας της, λόγω καταχρηστικότητάς της, για τους παραπάνω λόγους και στη συνέχεια αφού απέρριψε και την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας.
Ήδη η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, κατ’ εκτίμηση, την αιτίαση από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 23 του Κανονισμού 44/2001, 1,3 παρ.3, 7 παρ. 2 της Σύμβασης της Ρώμης, 9 παρ.1 ΠΔ 219/1991 και 17 έως 19 οδηγίας 86/653/ΕΟΚ και δεν κήρυξε άκυρη ως καταχρηστική τη ρήτρα περί αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας των άνω γερμανικών δικαστηρίων, σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και συγκεκριμένα τη γενική αρχή απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος, τη γενική αρχή της αναλογικότητας, την αρχή της μη καταστρατήγησης του κοινοτικού δικαίου, τη γενική αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, καθώς και τα ενωσιακά θεμελιώδη δικαιώματα της δίκαιης δίκης και της προστασίας της περιουσίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό πόρισμα του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις. Ειδικότερα, η επίμαχη ρήτρα αποτελεί έκφραση της αυτονομίας της βούλησης και ρύθμιση που προβλέπεται από το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 και συνεπώς δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., που δεν επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να στερείται την πρόσβαση στο δικαστήριο, χωρίς τη βούλησή του.
Περαιτέρω αυτή δεν αντιβαίνει και στις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ενωσιακές αρχές και θεμελιώδη ενωσιακά δικαιώματα, που καλύπτονται και δεν αφίστανται και της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ του εσωτερικού δικαίου, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η άνω συμφωνία έγινε όχι αιφνιδιαστικά, αλλά κατόπιν διαπραγματεύσεων και χωρίς εκμετάλλευση της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι, κατά τις παραδοχές, η ρήτρα αυτή περιλαμβανόταν και σε προγενέστερες συμβάσεις, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του πατέρα του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ο οποίος λειτουργούσε την ίδια επιχείρηση υπό ατομική μορφή επί πολλά χρόνια.
Η επιλογή δε και μόνον ως αποκλειστικώς αρμοδίων των δικαστηρίων του τόπου εγκατάστασης του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία δεν καθιστά τη ρήτρα καταχρηστική, αλλ’ ούτε και αντιβαίνουσα στην αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς άκυρη. Τέλος, ούτε ο συνδυασμός επιλογής γερμανικών δικαστηρίων και γερμανικού δικαίου ως εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, καθιστά άκυρη ως καταχρηστική τη ρήτρα, διότι, πέραν του ότι με βάση τη Σύμβαση της Ρώμης επιτρέπεται η επιλογή δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη και μάλιστα ακόμη και δικαίου που δεν έχει κάποιο σύνδεσμο με αυτά, η υπαγωγή της ένδικης σύμβασης στο επιλεγέν γερμανικό δίκαιο δεν έχει καταστρατηγικό χαρακτήρα υπό την έννοια να μην εφαρμοσθεί το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του ΠΔ 219/1991, που προβλέπει την αποζημίωση πελατείας και εφαρμόζεται αναλογικά και στους αποκλειστικούς διανομείς, σε αντίθεση με το γερμανικό δίκαιο, που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προβλέπει δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω ζημίας στους αποκλειστικούς διανομείς υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις, έτσι ώστε να επέρχεται μείωση των δικαιωμάτων της και ιδιαίτερη προσβολή στο προστατευόμενο από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Η.Σ.Δ.Α.
δικαίωμα επί της περιουσίας της, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όπως έχει προαναφερθεί, δεν υπήρξε κατά την κατάρτιση της σύμβασης έλλειμμα διαπραγμάτευσης και εκμετάλλευση προέχουσας θέσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και εξάλλου το γεγονός και μόνον ότι το γερμανικό δίκαιο δεν είναι εξίσου προστατευτικό με εκείνο των δημόσιας τάξης και αμέσου εφαρμογής διατάξεων του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 δεν καθιστά την ένδικη ρήτρα άκυρη.
Τέλος, ούτε μπορεί να γίνει λόγος και για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.A, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, στην οποία περιλαμβάνεται και η περιουσία, ενόψει του ότι στην Ελλάδα ίσως υπήρχε η δυνατότητα ευνοϊκότερης μεταχείρησης ως προς την αποζημίωση της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της σχετικά με την ακυρότητα της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας, επειδή ο συνδυασμός επιλογής γερμανικών δικαστηρίων και γερμανικού δικαίου θα έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της άνω δημόσιας τάξης και αμέσου εφαρμογής διάταξης του άρθρου 9 παρ.1 του ΠΔ 219/1991, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει, κατ’ εκτίμηση, την αιτίαση από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 361 ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου, ερμήνευσε το συμβατικό όρο της μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας/διανομής περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Νυρεμβέργης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε σχέση με τις καταλαμβανόμενες από αυτόν αξιώσεις, περιλαμβάνοντας σ’ αυτές και τις αδικοπρακτικής φύσης αξιώσεις των διαφυγόντων κερδών και της χρηματικής ικανοποίησης, που δεν συνέχονται με την αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης, αλλά ερείδονται σε πράξεις αθέμιτες και παρά το νόμο δέχθηκε την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και κατά τις παραπάνω βάσεις της.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το παραπάνω ζήτημα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη εταιρεία γερμανικού δικαίου (με την επωνυμία "STAEDTLER Industriplastilin GmbH", ως μετονομάσθηκε εταιρεία με την επωνυμία "EBΕRHARD FAΒER. GmbH") με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, προβάλλει προεχόντως, την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την υπό κρίση υπόθεση, για το λόγο ότι μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αυτής και των αντίστοιχων της ενάγουσας εταιρείας συνεφωνήθη, και δη, ρητά, καθώς σχετικός όρος περιλήφθη στη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, ότι αποκλειστικά αρμόδια Δικαστήρια προς επίλυση εκάστης προκύπτουσας μεταξύ τους διαφοράς είναι τα Δικαστήρια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης εταιρείας είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, και συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την επισκόπηση του κειμένου της με ημερομηνία 28-10-2002 έγγραφης συμβάσεως, η οποία υπεγράφη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης εταιρείας και αυτών της ενάγουσας εταιρείας (έχουσα ισχύ από την 1-11-2002), την οποία (σύμβαση) νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και τα δύο διάδικα μέρη, προκύπτει ότι τόπος εκτελέσεως της συμβάσεως και αποκλειστικής δωσιδικίας είναι το Νόυμαρκτ/ Οπφ/ Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Neumarkt/ Opf/ Federal Republic of Germany), ενώ ως εφαρμοστέο δίκαιο ορίζεται το Δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (βλ.
όρο 16 της συμβάσεως). Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι τα συμβαλλόμενα μέρη ρητά προέβλεψαν, και δη, χωρίς ουδεμία επιφύλαξη ή εξαίρεση, ότι για τις προκύπτουσες από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβασή διαφορές αποκλειστικά αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο του Νόυμαρκτ/ Οπφ /Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Neumaxkt /Opf/ Federal Republic of Germany).
Η ως άνω, δε δικονομική ρήτρα, με την οποία συνεφωνήθη μεταξύ των διάδικων μερών η κατάλυση της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, είναι διατυπωμένη με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μην επιδέχεται αντίθετη ερμηνεία, και δη, περί συντρέχουσας αρμοδιότητας και των Ελληνικών Δικαστηρίων, αφού σε μία τέτοια περίπτωση, τα συμβαλλόμενα μέρη θα εδύνατο να το προβλέψουν ρητά.
Εξάλλου, από την προαναφερόμενη ρήτρα προκύπτει ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου του Νόυμαρκτ/Οπφ/Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υπάγονται, όχι μόνο, όλες οι διαφορές οι οποίες απορρέουν από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, αλλά και οι διαφορές από τις συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις τους, αφού ουδεμία διάκριση γίνεται ως προς αυτές.
Έχει, δε, άλλωστε, κριθεί, ακόμη και από τη νομολογία του Δ.Ε.Κ., ότι τυχόν τέτοια συμφωνία καλύπτει και τις συναφείς αξιώσεις οι οποίες απορρέουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση και στηρίζονται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, προκειμένου να αποφευχθεί, ενδεχομένως, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων εάν οι εν λόγω υποθέσεις εκδικάζονται χωριστά".
Ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο, όπως από τις παραπάνω παραδοχές του προκύπτει, δεν δέχθηκε και δη ούτε αμέσως ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου, αναφορικά τόσο με τη ρήτρα περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των άνω γερμανικών δικαστηρίων, όσο και με τις αξιώσεις που ρυθμίζονται από αυτή.
Ούτε προκύπτει ότι προέβη σε ερμηνεία από την αναφορά της φράσης "ενόψει και του ότι δεν γίνεται διάκριση γι’ αυτές", καθόσον αυτή περιλήφθηκε προς επιβεβαίωση της άνω παραδοχής του. Οι αξιώσεις δε αυτές αδικοπρακτικής φύσης, ερειδόμενες σε αθέμιτο ανταγωνισμό, έχουν αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο τη σύμβαση και συνδέονται στενά με τα βιοτικά περιστατικά της παράβασης της, ως αποτελούσες συνέχεια της αντισυμβατικής λύσης της και συνεπώς καταλαμβάνονται από την παραπάνω ρήτρα.
Μετά ταύτα, το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και δεχόμενο την ένσταση περί έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας και για τις προβαλλόμενες με την αγωγή αδικοπρακτικές αξιώσεις, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη αυτή (αγωγή). Ενόψει όλων των προαναφερομένων, δεν υφίσταται λόγος για αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, όπως αβάσιμα αιτείται η αναιρεσείουσα.
Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των 300 ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 397/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της ( άρθ. 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 241/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ