Legislator Case Law & Legislation
948/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate dismissal for failure to specify salary differences in employment dispute.

Case Number 948/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of his claim. The appellant argued the lower court erred by declaring the complaint inadmissible for not specifying exact salary figures, despite the complaint clearly stating the facts and legal basis. The Court ruled that the appellate court's reasoning was flawed because the law does not require precise numerical amounts in the complaint when the underlying facts are sufficiently detailed to calculate the difference.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, and 281 of the Civil Code; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: The appellate court's declaration of inadmissibility based on the lack of specific salary figures in the complaint is erroneous when the complaint clearly sets forth the facts and legal grounds for the claim.

Keywords

AI generated
employment law dismissal of appeal salary differences appellate procedure inadmissible complaint director's power unfair dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 19/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 948 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 948/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5756/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-7-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο εργοδότης, ασκώντας το από τα άρθρα 648 και 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζόμενου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησης του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό που υπερέχει καταφανώς του τοποθετηθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη και θεμελιώνει, εκτός των άλλων, και δικαίωμα αποζημίωσης του παραλειφθέντος μισθωτού, εφόσον συντρέχουν και άλλα περιστατικά που σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του τελευταίου θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 19/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθ. 1 §§ 1,3,4,5,6 και 9 Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που καταρτίσθηκε με την από 11-11-1977 ΕΣΣΕ, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε με την 46806/1977 απόφαση του Υπ.

Εργασίας (ΦΕΚ Β', 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β', 446) και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι (α) στην Γενική Διεύθυνση λειτουργούν Διευθύνσεις και Υπηρεσίες, των οποίων ο αριθμός (αυξανόμενος ή μειούμενος), η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και η σύνθεση καθορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου (β) η τοποθέτηση των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων, των υπαγομένων στην Γενική Διεύθυνση Υπηρεσιών και των Διευθυντών και Υποδιευθυντών των Καταστημάτων, καθώς και η ανάκληση των τοποθετήσεων αυτών πραγματοποιείται, άσχετα από τον βαθμό και την αρχαιότητα, με πράξη της Γενικής Διεύθυνσης (γ) επίσης ύστερ' από έγκριση της Γενικής Διεύθυνσης πραγματοποιείται και η τοποθέτηση εκείνων που έχουν τον βαθμό του Τμηματάρχη και άνω, έστω και αν αυτοί δεν πρόκειται να τοποθετηθούν σε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας ή Τμήματος (δ) οι τοποθετήσεις όλου του λοιπού προσωπικού και οι μεταθέσεις κλπ.

ενεργούνται με πράξη της Γενικής Διεύθυνσης (ε) σε κάθε περίπτωση για την τοποθέτηση του προσωπικού και την ανάθεση σε κάθε υπάλληλο υπηρεσιακών καθηκόντων δεν λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός και οι αποδοχές του υπαλλήλου, αλλά αυτή γίνεται κατά την κρίση του αρμοδίου οργάνου, λαμβάνεται όμως πρόνοια για την μη διασάλευση της ιεραρχίας.

Εξάλλου, κατά το αρθρ. 216 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ η αγωγή ως εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, δηλαδή ιστορική βάση με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία προς θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 70 ΚΠολΔ αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να είναι η διάγνωση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή βιοτικής σχέσης που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία συμπίπτει με δικαίωμα ή μπορεί να καταλήξει σε δικαίωμα.

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η αναγνωριστική αγωγή έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης (α) να τοποθετήσει τον ενάγοντα υπάλληλό της σε θέσεις διεύθυνσης, στις οποίες παραλείποντας αυτόν παράνομα και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματός της τοποθέτησε άλλους μισθωτούς της και (β) να καταβάλει σ' αυτόν τις εντεύθεν προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, για να είναι ορισμένη η αγωγή αρκεί να περιέχονται σ' αυτή τα παραγωγικά του δικαιώματος αυτού περιστατικά και το παραπάνω αίτημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το ύψος των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσόν, και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η οφειλή της εναγομένης, που είναι το αντικείμενο της διαφοράς, είναι συγκεκριμένη και οριστή, απλώς δε απομένει να προσδιορισθεί, με μαθηματικό (λογιστικό) υπολογισμό το ακριβές ύψος της.

Τέλος, κατά το αρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής ως αόριστο. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" την 22-11-1967 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος της, εξελιχθείς μέχρι τον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' που φέρει από 1-7-1995, ότι η εναγομένη διά των αρμοδίων οργάνων της κατά τους αναφερομένους στην αγωγή χρόνους τοποθέτησε αντ' αυτού διαδοχικά σε θέσεις Διευθυντή Τομέα και Διευθυντή Διεύθυνσης τους κατονομαζόμενους εκεί συναδέλφους του, ότι υπερέχει καταφανώς έναντι αυτών τόσον ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία, δικά του και των αντ' αυτού τοποθετηθέντων στις ως άνω θέσεις, αναλυτικά περιγράφει στην αγωγή, όσο και ως προς την εμπειρία, την απόδοση και τις ειδικότερες υπηρεσίες επιθεώρησης, ανάκρισης κλπ., κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, ότι η μη τοποθέτησή του στις θέσεις αυτές έγινε παράνομα και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης κλπ., και ότι από την παράλειψη αυτή της εναγομένης υπέστη ζημία λόγω της απώλειας των προσθέτων αποδοχών και παροχών που θα ελάμβανε, εάν είχε τοποθετηθεί στις θέσεις αυτές, καθώς και ηθική βλάβη, ζήτησε, ύστερ' από μερική μετατροπή του αιτήματος (1) ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη (α) είναι υποχρεωμένη να τον τοποθετήσει, αντί των τοποθετηθέντων συναδέλφων του, στις αναφερόμενες θέσεις Διευθυντή Τομέα από 24-7-1997, άλλως από 23-1-1998, άλλως από 16-7-1998, άλλως από 3-3-1999, και στην συνέχεια, ή απευθείας, στις ειδικότερα αναφερόμενες θέσεις Διευθυντή Διεύθυνσης από 13-12-1999, άλλως από 22-5-2000, άλλως από 9-10-2000, άλλως από 8-1-2002 (β) οφείλει να του καταβάλει, νομιμότοκα, τις μηνιαίες μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των αποδοχών της θέσης του Διευθυντή Τομέα και Διευθυντή Διεύθυνσης, στις οποίες έπρεπε να τοποθετηθεί, και εκείνων της θέσης που κατείχε, και (2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.800€.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κρίθηκε από το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 5756/2008 απόφασή του, ύστερ' από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, ως αόριστη κατά το με στοιχ. 1β' κεφάλαιο της (και νόμιμη κατά τα λοιπά), επειδή στο δικόγραφο της δεν προσδιορίζονταν οι ζητούμενες διαφορές με την αναφορά των αποδοχών που ελάμβανε ο ενάγων και εκείνων που θα ελάμβανε εάν είχε τοποθετηθεί στις ως άνω θέσεις, όπως είχε κριθεί και με την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορριφθείσης στην συνέχεια της κατ' αυτής έφεσης του ενάγοντος κατά τον μοναδικό συναφή λόγο της.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, κατά το άνω κεφάλαιο, το οποίο περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα γεγονότα που το θεμελιώνουν, αφού στο αγωγικό δικόγραφο περιέχονται τα παραγωγικά του εν λόγω δικαιώματος του ενάγοντος περιστατικά, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται με συγκεκριμένο αριθμητικό ποσό το ύψος των ζητουμένων μισθολογικών διαφορών που δικαιούται ο αναιρεσείων ενάγων από την παράνομη και καταχρηστική κλπ.

παράλειψη τοποθέτησης του στις ως άνω θέσεις. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το αρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5756/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ