Legislator Case Law & Legislation
948/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding non-consideration of a defense raised improperly in an appeal against a payment order.

Case Number 948/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on a payment order. The appellant argued the lower court failed to consider a defense regarding the validity of the underlying bank drafts, but this argument was raised only in the appeal itself rather than in the initial notice of appeal. The court ruled that such arguments must be presented formally before the trial court to be admissible on appeal, as the Second Instance Court did not violate the law by failing to address a defense raised improperly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2) and 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews the legality of a lower court's decision based on facts and law presented at trial, requiring appeals to cite arguments raised lawfully in the original proceedings, excluding those raised improperly in subsequent appeals.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure payment order notice of appeal admissibility of appeal procedural defect second instance court legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 630A of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 583 of the Code of Civil Procedure
Article 585(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 948 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 948/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρμαρινό.

Του αναιρεσιβλήτου : ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Σκανδάλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 630A Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 2819/2000 όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εν προκειμένω, πριν συμπληρωθεί με το άρθρο 23

ΙΙ ν.2915/2001, η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει. Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως έστω και αν αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξ άλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης διαμορφώνεται κατά τρόπο ανάλογο προς αυτή των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 και 905

ΙΙ ΚΠολΔ καθώς και του άρθρου 27 σημείο 1 Συμβ.Βρυξελλών. Έτσι δεν αρκεί ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως, αλλ΄ επί πλέον θα πρέπει να αφορούσε και στην αποτροπή έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη (ΑΠ 1264/1992).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 14 (κατ' ορθή εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη γιατί δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της περί ακυρότητας της ανακοπτόμενης από αυτή διαταγής πληρωμής, γιατί δεν επιδόθηκε στην ίδια, κατά της οποίας στρέφεται, εγκύρως εντός δύο μηνών από την έκδοσή της (15.2.2000) σύμφωνα με την ΚΠολΔ 630Α, όπως ίσχυε πριν το ν.2915/2001, τον οποίο πρόβαλε με την έφεση και ανέπτυξε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της (πλημμέλεια από τον αριθ. 8 της ΚΠολΔ 559) και ακόμη γιατί δεν κήρυξε, έστω και αυτεπαγγέλτως, την ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, κατά την ΚΠολΔ 630Α προκειμένης αυτοδίκαιης ακυρότητας που αφορά τη δημόσια τάξη.

Ειδικότερα, το Εφετείο αν και δέχθηκε ότι η ένδικη ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της 44/2000 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ασκήθηκε εμπροθέσμως, γιατί είναι άκυρες οι δια θυροκολλήσεως σε οικία, που βρίσκεται στην οδό ..... αρ. ...., στον ....., γενόμενες προς αυτήν, κατά την 28.3.2000 και 9.6.2000, επιδόσεις αντιγράφων της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, γιατί τότε η ανακόπτουσα κατοικούσε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας στην οδό ....

αρ. .... στη Θεσσαλονίκη, στη συνέχεια, αφού, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε απορρίψει την ανακοπή ως εκπρόθεσμη, απέρριψε την ανακοπή στην ουσία της αντί να την δεχθεί και να την ακυρώσει κατά την ΚΠολΔ 630Α (πλημμέλεια από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559). Αμφότερες, όμως, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, γιατί όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), ήτοι της από 1.10.2001 έφεσης της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας και των από 15.9.2003 προτάσεων της ιδίας ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, η αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (που δεν είναι υποχρεωτικό να προβληθεί μόνο με λόγο ανακοπής, κύριο ή πρόσθετο, αφού ούσα αυτοδίκαιη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης) αναφέρουσα τον χρόνο έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και ότι αυτή δεν της επιδόθηκε (εγκύρως) εντός δύο μηνών από την έκδοσή της, με αίτημα να κηρυχθεί άκυρη κατ΄ εφαρμογή της ΚΠολΔ 630Α.

Απλώς, όπως σαφώς συνάγεται από τα εν λόγω κρίσιμα διαδικαστικά έγγραφα (και οι σχετικοί σ΄ αυτά ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας επαναλαμβάνονται στο αναιρετήριο), αυτή, προσβάλλουσα την εκκαλουμένη, γιατί απέρριψε την ανακοπή της ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) ισχυρίσθηκε, ότι άσκησε οικειοθελώς, νόμιμα και εμπρόθεσμα, την υπό κρίση ανακοπή της εντός της νόμιμης προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, μόλις έλαβε γνώση την 9.6.2000 τυχαίως για την ύπαρξη της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής θεωρώντας ότι ο χρόνος της δεύτερης επίδοσής της την 9.6.2000 ήταν η πρώτη επίδοσή της, αφού αμφότερες οι επιδόσεις σ΄ αυτήν της ένδικης διαταγής πληρωμής, την 28.3.2000 και την 9.6.2000, με θυροκόλληση, σε οικία επί της οδού ..... ...

στον ..... είναι άκυρες, διότι, αυτή, κατά τους εν λόγω κρίσιμους χρόνους, κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ..... αρ. .... Εκ του ότι δε το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων εν προκειμένω της ΚΠολΔ 630Α και συνακόλουθα δεν κήρυξε, επίσης αυτεπαγγέλτως, άκυρη την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ΚΠολΔ 559 αρ. 14, αφού πρόκειται για ακυρότητα που μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του και η αναιρεσείουσα δεν την πρόβαλε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.

Δεν μπορεί δε να προβληθεί η ακυρότητα αυτή το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (που ουδόλως ασχολήθηκε με την ύπαρξη εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής της ΚΠολΔ 630Α), ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, αφού η απαγγελλόμενη αυτοδίκαιη ακυρότητα της διαταγής πληρωμής κατά την ΚΠολΔ 630Α, δεν αφορά στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.

Η θέσπιση της διατάξεως αυτής, με βάση την οποία η κατά τα άρθρα 631 και 904 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του ΚΠολΔ εκτελεστότητά της διαταγής πληρωμής αίρεται στην περίπτωση της μη επίδοσής της στον οφειλέτη μέσα σε δυο μήνες από την έκδοσή της αφορά μόνο το συμφέρον του καθού η διαταγή πληρωμής και οφείλεται στη μέριμνα να λαμβάνει αυτός έγκαιρα γνώση της διαταγής και να έχει έτσι τη δυνατότητα άμυνας εναντίον της, ώστε να μη παραμένει η διαταγή πληρωμής ανεπίδοτη για αόριστο χρόνο στα χέρια του δανειστή και εντεύθεν σε εκκρεμότητα επ΄ αόριστο χρόνο η σχετική απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, με κίνδυνο να μπορεί ο δανειστής κάποτε να την αξιοποιεί αθέμιτα εις βάρος της αξιοπιστίας και φερεγγυότητας του καθού στις συναλλαγές.

ΙΙ. Με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι κατά του κύρους της διαταγής ή κατά της ύπαρξης της απαίτησης και επομένως δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά στη δίκη της ανακοπής, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Νέοι τέτοιοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ) και όχι με τις προτάσεις και πολύ περισσότερο με την έφεση (άρθρα 525, 526 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, κατά τον αριθμό 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, δεν ιδρύει το λόγο η παράλειψη απαντήσεως σε λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής που προβλήθηκε όχι με το δικόγραφο της ανακοπής ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, αλλ΄ απαραδέκτως με την έφεση.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, εκτιμώμενο μόνο από τον αριθ. 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, γιατί δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό της, προβληθέντα το πρώτον με την έφεση, ήτοι ότι η ίδια διαταγή πληρωμής είναι επίσης άκυρη, γιατί στηρίζεται στην έκδοση από την αναιρεσείουσα των με αρ. ..... και ..... επιταγών της Ιονικής Τράπεζας, οι οποίες, όμως, δεν εκδόθηκαν από την αναιρεσείουσα, καθώς, ούτε η υπογραφή στη θέση του εκδότη αυτών είναι η δική της γνήσια υπογραφή, αλλ΄ ούτε και τα γράμματα στα σώματα αυτών είναι τα δικά της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύθηκε πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από την παράλειψη του Εφετείου ν΄ απαντήσει σε λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που προβλήθηκε όχι παραδεκτώς με το δικόγραφο της ανακοπής ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, αλλ' απαραδέκτως με την έφεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2005 αίτηση της ......, περί αναιρέσεως της 4/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2007. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ