Legislator Case Law & Legislation
947/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land title dispute, ruling second instance court erred in burden of proof allocation.

Case Number 947/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding land ownership. The State argued it should bear the burden of proving the land belonged to the Ottoman or Turkish state, but the Court found the lower court incorrectly applied the burden of proof. The Court ruled that since the Attica region was not 'war booty' under the 1832 Treaty of Constantinople, the State could not claim succession to Ottoman property, thereby reversing the burden of proof.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 and 10 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof must be allocated according to the substantive law and the nature of the claim, and an appeal based on erroneous burden of proof allocation is admissible only if the lower court failed to apply the correct legal standard.

Keywords

AI generated
burden of proof allocation succession of state property Treaty of Constantinople 1832 war booty doctrine Ottoman state succession civil procedure appeal land title dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11b of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Law 26/10/7-1837 on the distinction of properties
Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 947 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 947/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή -εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1777/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1448/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται ‘ ‘ αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...’ ‘ . Ο από τον εν λόγω αριθμό λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και να εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Επίσης, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ‘ ‘ αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ‘ ‘ . Περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ‘ ‘ αν το δικαστήριο ... παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ...’ ‘ Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι το δικαστήριο υπέπεσε στο ατόπημα της λήψεως υπόψιν (παρά το νόμο) μη προσκομισθεισών αποδείξεων, μη θεμελιουμένου λόγου αναιρέσεως λόγω παραλείψεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Έτι περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται ‘ ‘ αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ‘ ‘ . Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελειώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικώς, για να είναι ορισμένος (και κατά συνέπεια παραδεκτός) ο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Η αοριστία δε του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον υπό στοιχ. Α λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο Αθηνών, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, 1448/2016, υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι δέχθηκε, ότι η αγορά της μείζονος εκτάσεως των 5.800 μ2, τμήμα της οποίας αποτελούν τα επίδικα, πραγματοποιήθηκε δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του έτους 1866, το οποίο απωλέσθηκε λόγω καταστροφής των αρχείων του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας.

Υπό το δεδομένο αυτό κι αφού η ύπαρξη και το περιεχόμενό του (συμβολαίου έτους 1866) δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, (ούτε από τα .../1967 δωρητήρια συμβόλαια), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο ως αληθή τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στις εκτάσεις που απετέλεσαν αντικείμενο δικαιοπραξίας το έτος 1866, χωρίς απόδειξη, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπό κρίση διαφοράς, καθόσον ο εντοπισμός και η αποτύπωση της αρχικής ιδιοκτησίας που φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε είναι κρίσιμος προκειμένου να διαπιστωθεί τόσο η αλληλουχία των τίτλων όσο και η καλή πίστη των φερομένων ως δικαιοπαρόχων του (αναιρεσιβλήτου),καθιστά την απόφαση ως διολισθήσασα στην προειπωθείσα πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, από την επιτρεπτή επισκόπηση προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θεμελίωσε, μορφοποίησε και καταληκτικώς εξέφρασε την κρίση του, επί τη βάσει όλων ανεξαιρέτως των ενώπιόν του επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, με αλληλοαξιολόγηση αυτών, μη εκπεφρασμένης επιλεκτικής αξιολογικής κρίσεως, αλλά αντιθέτως της κρίσεως εστιασθείσης σε πολύπλευρο αποδεικτικό επίπεδο, με συγκερασμό όλων, κατά τα ως άνω, των αποδεικτικών μέσων.

Η διέλευση μέσω της διελκυστίνδος αυτών κατηύθυνε την ουσιαστική κρίση στο διατυπωθέν πόρισμα. Το Εφετείο, δηλαδή, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς και μόνο στο εν λόγω συμβόλαιο του 1866, αλλά στην εκατέρωθεν συναξιολόγηση επί τη βάσει της (ευρέος φάσματος) ποικιλότητος των τεθέντων υπόψιν (όλων των ) αποδεικτικών μέσων, όπως προαναφέρεται.

ΙV. Με τον υπό στοιχ. Β λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στη κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11 β ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως εκ του ότι έλαβε υπόψιν μη προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και δη το προμνησθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1866. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού όπως επισκοπείται και ανωτέρω ενδελεχώς αναπτύσσεται, το αποδεικτικό πόρισμα θεμελιώνεται σε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ως έρεισμα αυτά έχει, (ήτοι, όλες αυτές τις αποδείξεις, που, επικληθείσες, προσκομίσθηκαν), παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Η δικανική πεποίθηση και κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σχηματίσθηκε, όπως στο σκεπτικό της προσβαλλομένης γίνεται μνεία, εφ’ όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και όχι κατ’ επιλογήν ορισμένων εξ αυτών, όπως προειπώθηκε.

V. Με τον υπό στοιχ. Γ λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην (κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι με την προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκώς και ασαφώς αιτιολόγησε το ζήτημα της συνδρομής της καλής πίστεως στο πρόσωπο του φερομένου ως απωτάτου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, Δ.

Μ., κατά την διενέργεια από αυτόν των διαλαμβανομένων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πράξεων νομής, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1866 έως τις 11-9-1915, με περαιτέρω συνέπεια την κτήση κυριότητος από αυτόν με έκτακτη χρησικτησία κατά της διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Οι δε παραδοχές (ανεπαρκείς και ασαφείς, κατά τα ως άνω) του δικάσαντος δικαστηρίου δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί του εάν ο ανωτέρω φερόμενος, ως απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου άσκησε ή όχι πράξεις νομής στην επίδικη έκταση με καλή πίστη και ειδικότερα με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα του Δημοσίου επί της επίδικης εκτάσεως και εν τέλει ‘ ‘ το εάν ορθώς εφαρμόσθηκαν ή όχι οι σχετικές διατάξεις του προϊσχύοντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσεως κυριότητος ιδιώτου επί δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία ‘ ‘ .

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, υπό το δεδομένο του περιεχομένου του, αφού δεν εκτίθεται το απαραιτήτως για την συγκεκριμενοποίησή του μνημονευτέο, ήτοι οι σχετικές διατάξεις του προϊσχύσαντος (ΒΡ) δικαίου εν σχέσει προς τις οποίες η διαπίστωση της (προσήκουσας ή μη) εφαρμογής καθίσταται ανέφικτη ως εκ των φερομένων ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VI. Με τον υπό στοιχ. Δ (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει, ότι έχει την τεκμαρκτή κυριότητα επί της επίδικης εκτάσεως ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου επί τη βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου (από: 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830), με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα εν συνδυασμώ προς την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως ‘ ‘ Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων’ ‘ , καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη, δηλαδή, ‘ ‘ διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου σε όλες τις εκτάσεις, πλην των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (αμπέλια, οικοδομήματα), με τα ανωτέρω Πρωτόκολλα και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ανεξαρτήτως του αγροτικού ή μη χαρακτήρα τους.

Συνεπώς ενόψει του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των εν λόγω διατάξεων, επί της επίδικης έκτασης, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των προπαρατεθεισών διατάξεων έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους και ούτω καθ’ εξής.

Επομένως, βάσει των ανωτέρω, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και εσφαλμένως κατένειμε το σχετικό βάρος απόδειξης και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατ’ άρθρα 559 αρ. 1 και 13 ΚΠολΔ’ ‘ . Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της δικαιώματι πολέμου διαδοχής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από το Οθωμανικό Κράτος, δοθέντος ότι η Αττική, στην Κ.Π του Δήμου ...

της οποίας ευρίσκεται η επίδικη έκταση, δεν είναι ‘ ‘ δωρυάλωτη’ ‘ , δηλαδή , δεν κατακτήθηκε με όπλα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προμνησθέντα πρωτόκολλα (του Φεβρουαρίου 1830 και τα επακολουθήσαντα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα, ομοίως του 1830 ως άνω) του Λονδίνου και την Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, (τούτων συνδυαζομένων με τον νόμο της 26-6/10-7-1837 ‘ ‘ περί διακρίσεως κτημάτων’ ‘ ), το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά την διάρκεια του πολέμου είχε καταλάβει με στρατιωτικές δυνάμεις και είχε δημεύσει, ως και τα κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω Πρωτοκόλλων εγκαταλελειμμένα και μη υπό τρίτων καταλειφθέντα έως την έναρξη ισχύος του περί διακρίσεως των κτημάτων νόμου, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της ελληνικής επαναστάσεως και εφεξής χρησιδεσπόζοντο από έλληνες.

Η Αττική, όπως προαναφέρεται, δεν είναι ‘ ‘ δωρυάλωτη’ ‘ , παραχωρηθείσα στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833 με έρεισμα την από (27-6) 9 -7-1832 προεκτεθείσα Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως. Κατόπιν τούτου, (οίκοθεν νοείται, ότι) δεν συνέτρεξε, καθόσον αφορά στην (μη ‘ ‘ δωρυάλωτη’ ‘ ) Αττική, περίπτωση διαχρονικής τεκμαρτής ιδιοκτησιακής κατοχυρώσεως δικαιώματι πολέμου υπέρ του αναιρεσείοντος, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα υποστηρίζει το τελευταίο, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω αναπτυσσόμενα.

VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, πρέπει, συμφώνως προς το διατακτικό, η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957, ως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 1448/2016 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς ) Αθηνών.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ