Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking factual assessments and vague composition claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance and the Court of Appeal. The appellant argued that the lower courts erred in their factual findings regarding property ownership and the dissolution of the marriage, as well as questioned the composition of the appellate panel. The court ruled that these arguments were inadmissible because they solely challenged the lower courts' evaluation of facts, which is not subject to appellate review, and the composition claim was too vague to constitute a legal ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 143, 104, 96, 559(2)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews its own jurisdiction regarding the presence of parties and the composition of the court, but it cannot re-examine the factual assessments of the lower courts or dismiss appeals based on vague allegations of improper composition without specific evidence of procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 947 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 947/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Π.-Γ. (I. P.-J.), του Κ. και Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Δ. του Φ. και 2. Α. Δ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεονάρδο Μωραΐτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3357/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2209/2004 μη οριστική, 7454/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνοι οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 9-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία. να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 2695/31-3-2011 έκθεση επίδοσης έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με την παρά πόδας αυτής από 31-3-2011 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας και την από 31-3-2011 βεβαίωση του εν λόγω δικαστικού επιμελητή περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 27-5-2006 αίτησης για αναίρεση των 3357/2003 και 7454/2005 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς την αναιρεσείουσα, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παραπάνω δικάσιμο της 21-3-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Ιωάννη Κυμιωνή, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Όμως η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
2.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 3357/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της έφεσης κατά της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7454/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
2.- Επειδή, από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998). Επομένως, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης που δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, πρέπει για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως αόριστη, για το λόγο όπως, επί λέξει, αναφέρεται "δεν περιέχονται σε αυτήν ουσιώδη στοιχεία για τον σχηματισμό πλήρους δικανικού συλλογισμού και την δικονομική και ουσιαστική άμυνά της". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται το περιεχόμενο της αγωγής και δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αοριστία της.
3.- Επειδή, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη ή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (ΟλΑΠ 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο (έκτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, με το να μη απορρίψει την ένδικη αγωγή περί ακύρωσης της διαθήκης ως μη νόμιμη και κατ' ουσία αβάσιμη, έσφαλε, "αφού δεν περιέχονται σε αυτήν τα κρίσιμα στοιχεία για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και την εφαρμογή των επικληθεισών κρισίμων διατάξεων του νόμου τόσο για την κυρία βάση της αγωγής όσο και για την επικουρική αυτής, οι δε επικαλούμενες βάσεις αντιφάσκουν και ανατρέπουν η μία την άλλη". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αφενός η ιστορική βάση της αγωγής, που έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη και αφετέρου οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας.
4.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του, χωρίς συναίνεση του εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως. Η παραίτηση συνιστά ανάκληση της συγκεκριμένης αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας που ενυπάρχει στην εν λόγω αγωγή και έχει την έννοια παραίτησης μόνο από τη δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντος έναντι της πολιτείας για έκδοση απόφασης στη συγκεκριμένη δίκη, που άρχισε με την άσκηση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνεται η παραίτηση.
Η παραίτηση αυτή γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό του πληρεξούσιο, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο) κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ.
είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο. Με βάση τα προαναφερθέντα, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής μπορεί να γίνει τόσο με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία ταυ άρθρου 118 ΚΠολΔ, όσο και με νέα αγωγή, με την οποία δηλώνεται ρητά από τον ενάγοντα ότι παραιτείται από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής του, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στον εναγόμενο.
Η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και να ανατρέπονται εξ υπαρχής μόνο τα αποτελέσματα που επήλθαν με και από την άσκησή της, όπως π.χ. η εκκρεμοδικία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 4-10-2002 αγωγής, που είχε κοινοποιηθεί στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπάρχει σ' αυτή ρητή δήλωση, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 26-7-2000 και με αριθ. εκθ. κατ. 77892/2001 προηγούμενης (με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα) αγωγής τους κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι οι ενάγοντες νομοτύπως προέβησαν στην ανωτέρω παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (και όχι από το δικαίωμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο), με αποτέλεσμα να έχει παύσει η εκ της πρώτης αγωγής εκκρεμοδικία και να υφίσταται η δυνατότητα άσκησης νέας αγωγής δεν έσφαλε. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
5.- Επειδή, κατ' άρθρο 501 ΚΠολΔ παρέχεται σε εκείνον που δικάσθηκε ερήμην το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας αν δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στη περίπτωση όμως που αυτός προτιμήσει να ασκήσει κατά της απόφασης, αντί της ανακοπής ερημοδικίας, έφεση, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την τελευταία ως υποκατάστατο της ανακοπής, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης με την αιτίαση ότι όχι ορθώς δικάσθηκε ερήμην, διότι τούτο μόνο με λόγο ανακοπής μπορεί να προβληθεί. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο ισχυριζόταν, ότι κακώς δικάσθηκε πρωτοδίκως ερήμην, διότι ουδέποτε της επιδόθηκε αντίγραφο της ένδικης αγωγής, ορθώς έκρινε και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
6.- Επειδή, κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (ΚΠολΔ176) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν συμψηφισμό των εξόδων, που σε κάθε περίπτωση είναι δυνητική με βάση τη διάταξη του άρθρ. 179 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε από τη διάταξη του άρθ. 2 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, η οποία ισχύει από 1-1-2002 (αρθρ. 15 του Ν. 2943/2001), εφαρμόζεται δε και στην προκειμένη υπόθεση που συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 3-2-2003. Εξάλλου, τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ. του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα εκ 500 ευρώ, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, διότι δεν αιτιολόγησε πως κατέληξε στον προσδιορισμό του ύψους αυτών. Επίσης, αβάσιμη είναι και η περαιτέρω αιτίαση που περιλαμβάνεται στον ίδιο λόγο, ότι κακώς επιδικάσθηκαν έξοδα, αφού δεν υπήρχε σχετικό αίτημα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 25-8-2003 προτάσεων των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, οι τελευταίοι υπέβαλαν το οικείο αίτημα, δεν απαιτείτο δε για την καταδίκη της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και τον προσδιορισμό αυτών υποβολή καταλόγου δαπανών εκ μέρους των εφεσιβλήτων, κατ' άρθρο 191 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα (με τον ίδιο λόγο) περαιτέρω ισχυρίζεται.
7.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, όταν προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ περί εξώδικης επίλυσης της διαφοράς. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ, με το να απορρίψει χωρίς αιτιολογία τον σχετικό λόγο της έφεσής της,
8.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματος περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί αγωγής κατά του συζύγου της Φ. Δ. εκ της συμμετοχής της στα συζυγικά αποκτήματα του τελευταίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πράγματι πλήττει την ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
9.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι είναι κατ' ουσίαν βάσιμη η από 4-10-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη η .../5-8-1999 δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Φ.
Δ., που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Καλλιρόης Στάμου-Κουνέλη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1383/2000 πρακτικό δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η κατάλειψη με την προαναφερόμενη διαθήκη του Φ.
Δ. όλων των περιουσιακών στοιχείων του στην εναγομένη, παλλακίδα του, κατά παραγνώριση και αδικαιολόγητη περιφρόνηση, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, των γνήσιων τέκνων αυτού, είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη. Η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι "αβασάνιστα θεώρησε δεδομένα όσα στην οριστική απόφαση περιέχονται και ως αποδειχθέντα τα γεγονότα, όπως παρουσιάσθηκαν επ' ακροατηρίω από την μάρτυρα των αντιδίκων, ενώ δεν αξιολόγησε ορθώς το αποδεικτικό υλικό το συλλεγέν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή.
Αντιθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση με διατυπώσεις όπως, κατέστησε παλλακίδα του την ήδη εναγόμενη αλλοδαπή υπήκοο (Βουλγαρίας) συζούσε με αυτήν στην πρώην συζυγική οικία και ενώ στο σπίτι τους κατοικούσε η εναγομένη υπό την διαληφθείσα ιδιότητά της ... τα έξοδα της κηδείας δεν κατέβαλε η εναγόμενη (που είχε την συναφή υποχρέωση ως κατ' ουσίαν σύζυγός του)...μετά δε την σύνταξη της ανωτέρω ευνοϊκότατης για αυτήν διαθήκης του Δ.
τον εγκατέλειψε ... η κατάλειψη όλων των περιουσιακών στοιχείων του Φ. Δ. στην εναγόμενη παλλακίδα του, πλήρως μεροληπτικά και αδικαιολόγητα, άστοχα και επιλήψιμα προβαίνει σε συκοφαντικές και προσβλητικές αναφορές περί δήθεν ερωτικών σχέσεων και σχέσεως παλλακείας με τον Φ. Δ. προσβάλλοντας σε κάθε περίπτωση την μνήμη του τεθνεώτος.
Οι μόλις ανωτέρω απρεπείς χαρακτηρισμοί δεν αποδεικνύονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Τα όρια της ανοχής και του απλού αναγνώστη της προσβαλλόμενης απόφασης δοκιμάζονται όταν αναγινώσκει ότι ο διαθέτης συνήψε ερωτικό δεσμό με την εναγόμενη, επέτρεπε δε στην τελευταία να εμφανίζεται ενώπιον του υιού του Α.
ενδεδυμένη με ενδυμασίες της μητέρας του. Και αυτό, διότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση, διάδικοι και μάρτυρες, γνωρίζονται καλά και γνωρίζουν ότι η ήδη σήμερα η αιτούσα είναι σχετικώς υψηλού αναστήματος και ευμεγέθης, ενώ η Δ.-Β. μάλλον μικρών μεγεθών στα ρούχα της". Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι "θεώρησε δεδομένη και δεν αξιολόγησε την αμετάκλητη ήδη 8269/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί λύσεως του γάμου του Φ.
Δ. και της Ε. Δ. και τις εξ αυτού του λόγου έννομες συνέπειες". Ομοίως, η αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο αναίρεσης διατείνεται, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι "δεν αναγνώρισε αλλά αντιθέτως ακύρωσε την γενόμενη αποκλήρωση των εφεσιβλήτων κατά τρόπο υπερβαίνοντα τις εξουσίες του ίδιου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου χωρίς να στηριχθεί πουθενά παρά μόνον στις δηλώσεις των ίδιων των ωφελουμένων από την ακύρωση προσβάλλοντας στην σε πλήρη ηρεμία τελεσθείσα δήλωση τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη κατά λανθασμένη υπαγωγή εκ της ελάσσονος πρότασης".
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δέκατο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι "η ακύρωση της επίμαχης διαθήκης δεν ερείδεται στερεώς, αν και γίνεται γενικόλογα επίκληση των χρηστών ηθών ...στην προσβαλλόμενη απόφαση ο σχετικός λόγος αναλίσκεται στην προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η έννοια των χρηστών ηθών, όπως την αντιλαμβανόταν ο αείμνηστος Φ.Δ.
και οι αντιλήψεις του περί σεβασμού και οικογενειακών δεσμών ήταν είτε άλλοτε "χαλαρές" (βλ. τα περί "παλλακείας" με "Βουλγάρα αλλοδαπή", αλλά εν είδει σχιζοφρενούς υποκριτή ... καταδίκη της "ίδιας" - κατά το δίκασαν Εφετείο ...- συμπεριφοράς του υιού του [... γάμος του με την "Γερμανίδα αλλοδαπή"] είτε πολύ στενόμυαλες και υπερβολικές ... (βλ.
τα περί απαίτησης του στα του γάμου του υιού του με την έως και σήμερα σύζυγο του). Στην δε συνέχεια της αποφάσεως του Εφετείου ο αείμνηστος Φ. Δ. ... δικάζεται μετά θάνατον και κρίνεται (μετά θάνατον) αποκλειστικός υπαίτιος για την διάσπαση της γαμικής συμβίωσης του με την σύζυγο του .., ενώ η ίδια απόφαση έχει δεχθεί ότι ο γάμος των Δ.
πρωτοδίκως -τουλάχιστον- είχε λυθεί λόγω αντικειμενικού κλονισμού ένεκα τετραετούς διάστασης". Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι "από τους αντιδίκους της συνομολογείται ρητά ότι ουδέποτε πήρε την κατοχή των επίμαχων ακινήτων, αφού, όταν οι αντίδικοι πήγαν προς εγγραφή την συζητηθείσα αρχικώς αγωγή, οι ίδιοι δημιούργησαν την μερίδα ακινήτων της Κας Π.-Γ.".
Όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού η αναιρεσείουσα, με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
10.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου, η οποία ιδρύει τον κατά το πρώτο εδάφιο της διάταξης αυτής λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε από το νόμιμο αριθμό των δικαστών που απαιτούνται για τη σύνθεσή του, δηλαδή και όταν συγκροτήθηκε από αριθμό δικαστών μικρότερο ή μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζει ο νόμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δωδέκατο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 2 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι εντύπωση προκαλεί η αρχική και τελική σύνθεση του δικάσαντος Εφετείου, δεδομένου ότι στην επ' ακροατηρίω διαδικασία τον Μάιο 2005 παρούσα ήταν και γυναίκα δικαστής, η οποία υπέβαλε ερωτήσεις-και μάλιστα πολλές- δίνοντας σε εμάς την αίσθηση ότι θα ήταν η Εισηγήτρια της υποθέσεως στην επίμαχη σύνθεση, πλην όμως στην απόφαση μόνο άνδρες δικαστές αναφέρονται". Ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης είχε καθοριστεί η τριμελής σύνθεση του δικάσαντος Εφετείου, στην οποία δεν περιλαμβανόταν κάποιος από τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-5-2006 αίτηση της Ι. Π.-Γ. για αναίρεση της 3357/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την 7454/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ