Legislator Case Law & Legislation
945/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on embezzlement conviction, rejecting claim that prior acquittal bars prosecution for distinct acts.

Case Number 945/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for embezzlement, ruling that the request was procedurally valid but substantively baseless. The appellant argued that a prior acquittal for fraud should preclude prosecution for the current charge of embezzlement involving the same assets. The court held that because the two crimes protected different legal interests and involved distinct acts, the principle of res judicata did not apply, leading to the rejection of the appeal and the imposition of court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 375 and 14 of the Penal Code; The principle of res judicata does not bar prosecution for a new crime of embezzlement when the prior acquittal covered a different legal interest and distinct acts, even if the same material object is involved.

Keywords

AI generated
embezzlement res judicata distinct acts different legal interest criminal appeal court costs prior acquittal

Cited Legislation

AI generated
Article 375 of the Penal Code
Article 14 of Law 2721/1999
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 945 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 945/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ. του Σ., κατοίκου Καρδίτσας, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Καρανίσα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 380/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.

Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 8434/19-12-2014 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Φεβρουαρίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-12-2014 και με αριθμ. πρωτ. 8434/19.12.14 αίτηση του Α. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 380/2014 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας καθώς και οι από 26.2.16 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 26.2.16, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 Ν 2721/1999 προστέθηκε στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών" και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 εδάφιο, κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση".

Με τη νέα αυτή ρύθμιση καθιερώθηκαν δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως (έναντι μίας του προηγουμένου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνον η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και η δεύτερη όταν το συνολικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικώς έξι περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως μεγαλύτερης των 73.000 ευρώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση.

Το ποσό των 73.000 ευρώ του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 καθώς και του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου375 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 120.000 ευρώ με την παρ. 1 περ. ιγ ‘ του άρθρου 24 ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος από 2.4.2012. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται, αντικειμενικώς:

α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό, ολικά ή εν μέρει, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου, υποκειμενικώς δε δόλια προαίρεση, εκδηλούμενη με οποιαδήποτε ενέργεια του δράστη, που υποδηλώνει εξωτερίκευση της βουλήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα στην ατομική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ’ αρθρ. 719 ΑΚ παν ό,τι έλαβε καθώς και ό,τι κατ’ αρθρ. 721 ιδίου Κώδικα προκαταβλήθηκε σ’ αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, καθόσον δεν καθίσταται κύριος των προς εκτέλεση της εντολής δοθέντων σ’ αυτών.

Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφλαμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοιά του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης , το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), αποδείχτηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του "Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας" .

Με την ιδιότητα του αυτή, είχε οριστεί απόκτα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, δυνάμει του υπ’ αριθ. 46/14-2-2001 πρακτικού του, ως υπεύθυνος και αρμόδιος για την υλοποίηση του επιμορφωτικού προγράμματος του προσωπικού των μελών του ως άνω Εμπορικού Συλλόγου "Σύγχρονες Εφαρμογές Πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου".

Για την υλοποίηση του προγραμματικός αυτού ο κατηγορούμενος είχε την εντολή να προβεί, για λογαριασμό του Εμπορικού Συλλόγου, στην είσπραξη από τον ΟΑΕΔ που επιδοτούσε το πρόγραμμα των σχετικών χρηματικών ποσών (με εντάλματα του ΟΑΕΔ) και εν συνεχεία στην καταβολή αυτών στην υπηρεσία τη Νομαρχίας Καρδίτσας "..." με την οποία συμφώνησαν να υλοποιήσει την επιμόρφωση.

Πιο συγκεκριμένα, στην εντολή του Εμπορικού Συλλόγου προς τον κατηγορούμενο να προβεί στην υλοποίηση των προγραμμάτων κατάρτισης των μελών του Συλλόγου είναι πρόδηλο ότι αναπόσπαστα εμπεριέχεται και η εντολή της εισπράξεως των επιδοτήσεων από τον ΟΑΕΔ και καταβολής αυτών στο ... της Νομαρχίας Καρδίτσας που θα υλοποιούσε την επιμόρφωση.

Άλλωστε, ο Εμπορικός Σύλλογος δεν όρισε άλλο μέλος του ως αρμόδιο για την είσπραξη και πληρωμή. Νόμιμος εκπρόσωπος του … Καρδίτσας ήταν τότε ο μάρτυρας κατηγορίας Σ. Τ. του Γ., κάτοικος .... Ωστόσο, αυτός στην Καρδίτσα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 27/4/2001 έως τις 19/9/2001 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος και με την ανωτέρω ιδιότητά του ως εντολοδόχου του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας, με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παρανόμως μέρος από το ποσό που εισέπραξε από τον ΟΑΕΔ λόγω της ιδιότητας του για τον ως άνω σκοπό.

Συγκεκριμένα, μετά την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, εισέπραξε με εντολή πληρωμής του ΟΑΕΔ και σε χρέωση του υπ’ αριθμ. λογαριασμού ... του ΟΑΕΔ και με τον τρόπο αυτό έλαβε (για λογαριασμό και κατ’ εντολή του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας) στην κατοχή του στις 27-4-2001 το ποσό των 59.230.000 δραχμών (με την με αριθμ. ...

εντολή πληρωμής το ποσό των 4.590.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ.... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ.... εντολή πληρωμής το ποσό των 4.960.00 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ...

εντολή πληρωμής το ποσό των 4.860.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 4.930.00 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ...

εντολή πληρωμής το ποσό των 4.890.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών). Συνολικά, λοιπόν, έλαβε στην κατοχή του το ποσό των 64.230.000 δραχμών με τη ρητή εντολή του δ.σ. του Συλλόγου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να τα καταβάλλει στον εκπρόσωπο του ... Καρδίτσας που για λογαριασμό της Νομαρχίας Καρδίτσας, ως αμοιβή για την υλοποίηση 13 προγραμμάτων κατάρτισης στα πλαίσια της υλοποίησης του ως άνω επιμορφωτικού προγράμματος.

Ωστόσο αυτός δεν έπραξε τούτο, ως όφειλε στα πλαίσια της σχέσεως εμπιστεύσεως που τον συνέδεε με τον Εμπορικό Σύλλογο ούτε εκτέλεσε την εντολή που του έχει δοθεί, αλλά, καταχρώμενος την εμπιστοσύνη του εντολέα του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας, παρακράτησε ένα μέρος του ως άνω εισπραχθέντος ποσού, ήτοι το ποσό των 32.230.000 δραχμών (94.600 ευρώ) που έλαβε στις 27-4-2001.

Δεν είναι βάσιμο ότι κατακράτησε και το ποσό και το ποσό των 5.000.000 δραχμών στις 19/9/2001, διότι το ποσό αυτό δεν το έδωσε μεν στο ... Καρδίτσας, αλλά στο επέστρεψε στο Ταμείο του Εμπορικού Συλλόγου για την απόσβεση άλλων υποχρεώσεων του Συλλόγου. Από δε τα υπεξαιρεθέντα 32.230.000 δρχ. ένα μέρος ύψους 20.000.000 δραχμών το κατέθεσε στον με αριθμό ...

κοινό λογαριασμό της ... με δικαιούχους τον ίδιο και τον γιό του Σ. Κ. του Α.. Επομένως, συνολικώς ενσωμάτωσε στην περιουσία του το ποσό των 32.230.000 δραχμών (94.600 ευρώ), το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν υπήρξε σχέση εμπιστεύσεως και εντολής μεταξύ αυτού και του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας στην διαχείριση των ως άνω εισπραχθέντων ποσών από τον ΟΑΕΔ, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό αλλά να του αναγνωριστεί εκτός από το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ που του αναγνωρίστηκε πρωτόδικα και το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την παραπάνω πράξη του".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ, του ότι: "Στην Καρδίτσα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 27/4/2001 έως τις 19/9/2001 με περισσότερες από μια πράξεις που $ συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος και με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που του είχαν εμπιστευτεί στην κατοχή του λόγω της παραπάνω ιδιότητας του.

Συγκεκριμένα, ενώ είχε οριστεί από τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας δυνάμει του υπ αριθ. …/14-2-2001 πρακτικού του ως υπεύθυνος για την είσπραξη των χρηματικών ποσών με εντάλματα του ΟΑΕΔ και εν συνεχεία για την καταβολή αυτών στον εκπρόσωπο του ..., Σ. Τ. του Γ. ,κάτοικο ..., ως αμοιβή για την υλοποίηση του επιμορφωτικού προγράμματος του προσωπικού των μελών του ως άνω εμπορικού συλλόγου "Σύγχρονες Εφαρμογές Πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" μετά την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, εισέπραξε με εντολή πληρωμής του ΟΑΕΔ και σε χρέωση του υπ’ αριθμ.

λογαριασμού ... του ΟΑΕΔ και έλαβε στην κατοχή του στις 27-4-2001 το ποσό των 59.230.000 δραχμών (με την με αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 4.590.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ.... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ.... εντολή πληρωμής το ποσό των 4.960.00 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ...

εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 4.860.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ...

εντολή πληρωμής το ποσό των 4.890.000 δραχμών, με την υπ’ αριθμ. ... εντολή πληρωμής το ποσό των 5.000.000 δραχμών) και, συνολικά, έλαβε στην κατοχή του το ποσό των 64.230.000 δραχμών με τη ρητή εντολή σύμφωνα με τα παραπάνω να τα καταβάλλει στον εκπρόσωπο του ... Καρδίτσας ως αμοιβή για την υλοποίηση… προγραμμάτων κατάρτισης στα πλαίσια της υλοποίησης του ως άνω επιμορφωτικού προγράμματος, πλην όμως αυτός δεν έπραξε τούτο ως όφειλε στα πλαίσια της εντολής που του έχει δοθεί, αλλά καταχρώμενος την εμπιστοσύνη του εντολέα-του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας παρακράτησε μέρος - του ως άνω εισπραχθέντος ποσού, ήτοι το ποσό των 32.230.000 δραχμών στις 27-4-2001 (όχι όμως και το ποσό των 5.000.000 δραχμών στις 19/9/2001) και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, καταθέτοντας μάλιστα ποσό ύψους 20.000.000 δραχμών στον με αριθμό ...

κοινό λογαριασμό της ... με δικαιούχους τον ίδιο και τον γιό του Σ. Κ. του Α., συνολικώς δε ενσωμάτωσε στην περιουσία του το συνολικό ποσό των 32.230.00 δραχμών (94.600 ευρώ), το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας".

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο κατ’ εξακολούθηση, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ.1, 2α,β Π.Κ, όπως κατά τ ‘ ανωτέρω το τελευταίο συμπληρώθηκε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης σαφώς προκύπτει ότι η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τελέστηκε σε βάρος του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας, ο οποίος, δια του αναιρεσείοντα, όφειλε να καταβάλει τα υπεξαιρεθέντα χρήματα στο ...

της Νομαρχίας Καρδίτσας και ο οποίος, εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω αξιόποινης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα-εντολοδόχου του, εφέρετο να τα οφείλει τελικά προς την τελευταία και β) στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αναφέρονται με σαφήνεια τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από το οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική κρίση του, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρει ορισμένα δεν σημαίνει ότι στηρίχθηκε μόνο σ’ αυτά όπως στην κατάθεση του μάρτυρα Σ.

Τ. ή ότι αγνόησε τα υπόλοιπα μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Κ. και Α. Μ., τις οποίες, από το σύνολο του παραπάνω σκεπτικού της προσβαλλομένης, προκύπτει με βεβαιότητα ότι συνεκτίμησε. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΔΧ και Ε’ ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με την έννοια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Όλες οι λοιπές, διαλαμβανόμενες στους ανωτέρω λόγους, αιτιάσεις, με τις οποίες υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και, ως ελέχθη, δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ" άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σλ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστου, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη από αυτή.

Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ" ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.

Δια την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε. Στο κατ" εξακολούθηση έγκλημα όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητος των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διαρκείας στην τέλεση αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δια του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης προβάλλει την ύπαρξη του δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι με την υπ’ αριθμ. 125/13, αμετάκλητη ως προς αυτόν, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Λάρισας έχει αθωωθεί για την ίδια πράξη για την οποία, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν σ’ αυτή δόθηκε διάφορος νομικός χαρακτηρισμός, ήτοι αυτός της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου αυτού, προκύπτει ότι με την ανωτέρω απόφαση, η οποία εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος και, ως προς αυτόν, έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη (βλ. βεβαίωση γραμματέως επί του αντιγράφου της αποφάσεως περί καταχωρήσεώς της στο οικείο βιβλίο στις 14-11-2014 σε συνδυασμό με το υπ’ αριθμ. 3/25-2-16 πιστοποιητικό της Προϊσταμένης του Α’ Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας), ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσειων κηρύχθηκε αθώος του ότι: " ... 2) Σε αδιακρίβωτη επακριβώς ημερομηνία, αλλά πάντως μέσα στο μήνα Μάρτιο του έτους 2001, ο Εμπορικός Σύλλογος Καρδίτσας ανέθεσε στο ...

την υλοποίηση 13 προγραμμάτων ... αντικείμενο κατάρτισης "Σύγχρονες Εφαρμογές Πληροφορικής-Αυτοματισμοϊ Γραφείου", ήτοι; α) το α/α .4 πρόγραμμα διάρκειας από 13/3/2001 έως 27/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 4 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζόμενους, β) το με α/α 6, πρόγραμμα διάρκειας από 28/3/2001 έως 11/4/2001 στο οποίο συμμετείχαν 11 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζόμενους γ) το με α/α 7) πρόγραμμα διάρκειας από 13/3/2001 έως 27/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 4 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζόμενους, δ) το με α/α 8 πρόγραμμα διάρκειας από 10/3/2001 έως 4/4/2001 στο οποίο συμμετείχαν 9 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζόμενους, το με α/α 9 πρόγραμμα διάρκειας από 12/3/2001 έως 28/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 4 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζόμενους, στ).

το με α/α 10 πρόγραμμα διάρκειας από 15/3/2001 έως 29/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 5 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζομένους ζ) το με α/α 11 πρόγραμμα διάρκειας από 15/3/2001 έως 29/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 9 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζόμενους, η) το με α/α 13 πρόγραμμα διάρκειας από 15/3/2001 έως 29/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 1 επιχείρηση με 20 καταρτιζομένους θ] το με α/α 14 πρόγραμμα διάρκειας από 15/3/ 2001 έως 29/3/2001 στο οποίο συμμετείχαν 3 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζομένους, ι) το με α/α 16 πρόγραμμα διάρκειας από 30/3/2001 έως 17/4/2001 στο οποίο συμμετείχαν 12 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζομένους ια) το με α/α 18 πρόγραμμα διάρκειας από 30/3/2001 έως 17/4//2001 στο οποίο συμμετείχαν 6 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζομένους ίβ) το με α/α 30 πρόγραμμα διάρκειας από 30/3/2001 έως 17/4/2001 στο οποίο συμμετείχαν 14 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζομένους, και γ) το με α/α 34 πρόγραμμα διάρκειας από 21/3/2001 έως 25/4/2001 στο οποίο συμμετείχαν 10 επιχειρήσεις με 20 καταρτιζομένους.

Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω αναφερθείσα ιδιότητα του παρέστησε σε αδιακρίβωτη επακριβώς ημερομηνία, αλλά πάντως μέσα στο μήνα Μάρτιο του έτους 2001 από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Σ. Τ., Δ/ντή και νόμιμο εκπρόσωπο του ..., Α. Μ. Κ., υπεύθυνη γραμματείας του ..., και Α. (Ιούλιο, υπεύθυνο λογιστηρίου ..., με κοινή πρόθεση και μετά από συναπόφασή τους εν γνώσει του ψευδώς, στην Καρδίτσα, στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ, προκειμένου να εισπράξουν από κοινού την προβλεπόμενη επιδότηση, ότι τα ως άνω προγράμματα υλοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους της υπ’ αριθμ. .../19-1- 2001 εγκύκλιο του, με αποτέλεσμα να πεισθούν αυτοί να εγκρίνουν την αποπληρωμή των ως άνω προγραμμάτων συνολικού κόστους 5.000.000; 5.000.000, 5.000.000, 4.860.000, 4.590.000, 5.000.000, 4.930.000, 5.000.000, 5.000.000, 4.890.000, 5.000.000, 4.960.00 και 5.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, με την καταβολή του ποσού των 64.230.000 δραχμών, το οποίο εισέπραξε τμηματικώς από τον ΟΑΕΔ, χωρίς δικαίωμα, από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορούμενούς του στις 27/4/2001 και 19/9/2001, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με ισόποση, ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, αφού τα εν λόγω προγράμματα δεν.

είχαν υλοποιηθεί ορθώς, καθώς οι απασχολούμενοι σ’ αυτά εκπαιδευτές δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα να διδάξουν, δεδομένου ότι δεν είχαν προσκομίσει τίτλους σπουδών συναφείς με το αντικείμενο της κατάρτισης ούτε είχαν προϋπηρεσία τουλάχιστον 5 ετών στο αντικείμενο αυτό (λ.χ. οι Μ. Κ., Ε. Κ., Μ. Ο., Ν.Π., Δ.

Κ., Κ. Μ., Ν. Γ., Α. Τ., Ψ. Ε.), οι φερόμενοι ως εκπαιδευόμενοι δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο κατάρτισης, ούτε παρακολουθούσαν τα μαθήματα, αλλά εμφανίζονταν ψευδώς στα οικεία παρουσιολόγια ως παρόντες, δεν απαιτείτο δε αγορά εκπαιδευτικού υλικού για το πρόγραμμα με κωδικό 8, αφού το ... είχε τον απαραίτητο εξοπλισμό για την υλοποίηση των παραπάνω προγραμμάτων.

Επιπλέον, ενώ απ’ τις οικείες εγκυκλίους του ΟΑΕΔ οριζόταν ότι στα προγράμματα μπορούν να λάβουν μέρος, εργαζόμενοι για τους οποίους οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις έχουν καταβάλει στο ΙΚΑ τις εργοδοτικές εισφορές 0,45% υπό την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος δε συμμετέχει την ίδια χρονική περίοδο υλοποίησης του προγράμματος σε άλλο πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το …, υπήρχαν διάφορες επιχειρήσεις με τους εργαζομένους τους που συμμετείχαν σε περισσότερα του ενός προγράμματα.

Ειδικότερα, η επιχείρηση - εργαζόμενοι (Κ. Γ.) συμμετείχαν στο πρόγραμμα 11/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" και στο πρόγραμμα …/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τον ίδιο τίτλο προγράμματος. Οι επιχειρήσεις - εργαζόμενοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα 10/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" συμμετείχαν και στο πρόγραμμα …/2001 του Προμηθευτικού Σύν/σμου Σιδηρουργών Ν.

Καρδίτσας. Οι επιχειρήσεις - εργαζόμενοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα …/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" συμμετείχαν και στο πρόγραμμα …/2001 του ... με τίτλο προγράμματος "Διοικητικό και Οικονομικό Στέλεχος". Η επιχείρηση - εργαζόμενοι (...) συμμετείχαν στο πρόγραμμα …/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" και στο πρόγραμμα …/2001 του ...

με τίτλο προγράμματος "Διοικητικό και Οικονομικό. Στέλεχος". Οι επιχειρήσεις - εργαζόμενοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα 14/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" συμμετείχαν και στο πρόγραμμα 13/2001 του ... με τίτλο "Διοικητικό και Οικονομικό Στέλεχος".

Οι επιχειρήσεις - εργαζόμενοι (Μ. Η., Μ. Χ. Ο.Ε., Κ. Λ., Κ. Ε., ..., Β.Β.) συμμετείχαν στο πρόγραμμα 11/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" και στο πρόγραμμα …/2001 του ... με τίτλο προγράμματος "Διοικητικό και Οικονομικό Στέλεχος". Οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα …/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" συμμετείχαν και στο πρόγραμμα 4/2001 του Συλλόγου ...

με τίτλο προγράμματος "Διοικητικό και Οικονομικό Στέλεχος". Οι επιχειρήσεις - εργαζόμενοι που συμμετείχαν στο πρόγραμμα …/2001 του Εμπορικού Συλλόγου Καρδίτσας με τίτλο "Σύγχρονες εφαρμογές πληροφορικής - Αυτοματισμοί γραφείου" συμμετείχαν και στο πρόγραμμα …/2001 του Συλλόγου ... με τίτλο προγράμματος "Διοικητικό και Οικονομικό Στέλεχος".

Κατόπιν όλων των προαναφερθέντων συνάγεται ότι το συνολικό παράνομο όφελος που αποκόμισε, με τους συγκατηγορούμενούς του από την παραπάνω πράξη του και στο οποίο συνολικό όφελος σκοπούσε με τις μερικότερες προαναφερόμενες πράξεις του, ανέρχεται στο ποσό των (25.739.421+64.230.000 δρχ) 89.969.421 δραχμών ή 264.033,51 ευρώ ...".

Ig Όμως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατακτικών των ανωτέρω δύο αποφάσεων, δεν υπάρχει το βασικό στοιχείο της ταυτότητας πράξεως στις δύο περιπτώσεις επί των οποίων έκριναν οι εν λόγω αποφάσεις, αφού με κάθε ένα από τα άνω εγκλήματα, έστω και αν αυτά αναφέρονται στο ίδιο υλικό αντικείμενο, προσβάλλεται διαφορετικό έννομο αγαθό, κάθε δε πράξη είναι διαφορετική και προς τα πρόσωπα των παθόντων, με αποτέλεσμα να μην απορρέει δεδικασμένο από την αμετάκλητη αθώωση του αναιρεσείοντα για την πράξη της απάτης, ως αβάσιμα ούτος υποστηρίζει.

Συνεπώς, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 511 ΚΠΔ) είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2014 και με αριθμ. πρωτ. 8434/19-12-14 αίτηση του Α. Κ. του Σ., κατοίκου Καρδίτσας, οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 380/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας καθώς και τους από 26-2-16 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 26-2-16. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ