Supreme Court dismisses appeal on labor contract modification and dismissal grounds, upholding lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision regarding his employment contract termination. The appellant argued that his transfer and dismissal constituted an abusive exercise of management rights and a detrimental change to his employment terms, claiming the lower court failed to consider specific evidence. The court ruled that the appellate court had properly examined and rejected these arguments based on the non-detrimental nature of the transfer and the separate disciplinary grounds for dismissal, finding the appeal's core claims legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is valid if it adequately addresses the appellant's claims regarding detrimental contract changes and abuse of authority, even if the final ruling relies on distinct grounds such as disciplinary dismissal, provided the appellant's specific arguments were considered and rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 945 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Με την κρίση ότι η μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης ούτε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου το Εφετείο δεν παραβίασε τις σχετικές διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις δικαιολογίες. Η αιτίαση, ότι αφέθηκε αδίκαστο το αίτημά του για ακύρωση της απόλυσής του είναι αβάσιμη, διότι, το Εφετείο ερεύνησε το αίτημά του αυτό και το απέρριψε, όπως είναι αβάσιμη και η αιτίαση της μη λήψης υπόψη των ισχυρισμών του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και της δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασίας του, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτούς και τους απέρριψε κατ΄ ουσία. Η παραδοχή της απόφασης που αναφέρεται στην οριστική απόλυσή του, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο θεμελιώνεται, επαρκώς, μόνο στη μη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφού ο ίδιος θεμελιώνει το δικαίωμά του επικαλούμενος, αποκλειστικά, τη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο, είναι αβάσιμη, διότι με την απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων και όλα, γενικά, τα έγγραφα.
Αριθμός 945/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΠΑΤΡΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως καθολικής διαδόχου του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 649/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1131/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-4-2005 αίτησή του και τους από 29-3-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 648,652 ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.
Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει ως εξής: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας την υπηρεσία του σύμφωνα με τους όρους πριν τη μεταβολή, οπότε η μη αποδοχή αυτών από τον εργοδότη καθιστά τον τελευταίο υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).
Μονομερή δε βλαπτική μεταβολή μπορεί να αποτελέσει και η ανάθεση στον υπάλληλο εργασίας κατώτερης από εκείνη που πρόσφερε κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η οποία τον συνδέει με τον εργοδότη του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1-5,3 στοιχ. γ' και 6 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ), που κυρώθηκε με το Π.Δ 229 της 23/30-8-1994 και έχει ισχύ νόμου, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του με το Π.Δ 246/2006, συνάγεται, ότι το προσωπικό του ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και σε προσωπικό διοικήσεως και κινήσεως, το δε τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες αυτού (ΚΤΕΛ).
Κατά το άρθρο 7 του παραπάνω Γενικού Κανονισμού, ο εκδότης εισιτηρίων υπάγεται στο προσωπικό διαχειρίσεως και κινήσεως και έχει τα εξής καθήκοντα: α) Φροντίζει για την έκδοση των εισιτηρίων με σειρά προτεραιότητας και την έκδοση αποδείξεων ότι εισπράχθηκε κόμιστρο για αποσκευές ως και αποδείξεις για τη μεταφορά τυχόν ασυνόδευτων δεμάτων.
β) Ευθύνεται για την πλήρη και άμεση εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού εφόσον δεν υπάρχει σταθμάρχης και είναι υποχρεωμένος να αναφέρει στην προϊσταμένη αρχή κάθε παρατηρούμενη ανωμαλία και συρροή επιβατών προκειμένου να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Υποχρεούται να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία για την επίλυση σχετικών με το είδος της εργασίας του προβλημάτων που παρουσιάζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Στο προσωπικό κινήσεως υπάγεται και ο σταθμάρχης, ο οποίος έχει τα αναφερόμενα στην §4 του παραπάνω άρθρου καθήκοντα, προΐσταται των ελεγκτών, οδηγών, εισπρακτόρων, εκδοτών εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτών και αποθηκαρίων και ειδικότερα: α) Έχει την ευθύνη για την ακριβή τήρηση των δρομολογίων και ανάλογα με τα μέσα που έχει στη διάθεση του, για την πλήρη εξυπηρέτηση των επιβατών της αφετηρίας, των ενδιαμέσων στάσεων και του τέρματος των λεωφορειακών γραμμών.
β) Εφαρμόζει τη σειρά και το χρόνο εκκινήσεως των λεωφορείων για την εκτέλεση των δρομολογίων και το χρόνο λήξεως της εργασίας. γ) Αντιμετωπίζει όσο γίνεται κάθε ανωμαλία στη συγκοινωνία που προέρχεται από βλάβη λεωφορείων, ασυνήθιστη συρροή και συνωστισμό επιβατών κτλ., παίρνοντας τα κατάλληλα μέτρα για την ενίσχυση της δύναμης των λεωφορείων με εφεδρικά ή λεωφορεία άλλων γραμμών.
Η ενίσχυση αυτή πραγματοποιείται μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον προϊστάμενο Πρόεδρο του ΚΤΕΛ και αν αυτό δεν είναι δυνατό με τη δική του. δ) Φροντίζει για την αντικατάσταση του προσωπικού των λεωφορείων (οδηγού ΚΤΕΛ ή εισπράκτορα), σε περίπτωση κωλύματος, με άλλους που είναι σε εφεδρεία, καθώς και για την ευταξία των εισπρακτόρων και οδηγών στο χώρο του σταθμαρχείου.
ε) φροντίζει για την όσο γίνεται τακτική και σύμφωνα με τη σειρά προελεύσεως επιβίβαση των επιβατών στα λεωφορεία, όπως και για τη μη υπέρβαση του καθορισμένου αριθμού επιβατών σε κάθε λεωφορείο. στ) Συμπληρώνει και ελέγχει τα ημερήσια δελτία εργασίας των οδηγών και εισπρακτόρων με τα οποία το ΚΤΕΛ είναι υποχρεωμένο να τους εφοδιάζει.
ζ) Τηρεί κατάσταση κινήσεως των λεωφορείων σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΚΤΕΛ και συντάσσει δελτίο μεταβολών δρομολογίων. η) Ελέγχει την καθαριότητα των λεωφορείων και έχει τη διακριτική ευχέρεια να μη δρομολογήσει λεωφορείο, εφόσον αυτό δεν είναι ομολογουμένως καθαρό. θ) Παρακολουθεί την ακριβή τήρηση από τους ελεγκτές, οδηγούς και εισπράκτορες, εκδότες εισιτηρίων, φορτοεκφορτωτές και αποθηκάριους κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, των αποφάσεων του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, των αστυνομικών διατάξεων, των υγειονομικών κανονισμών, των εντολών ΚΤΕΛ και των προϊσταμένων τους, ως και των υποχρεώσεων τους από τον παρόντα κανονισμό και εφόσον διαπιστώνει παραβάσεις αναφέρει σχετικά στον Πρόεδρο του ΚΤΕΛ.ι).
Εκδίδει εισιτήρια στους επιβάτες όπου δεν υπάρχει εκδότης. Μεριμνά για την είσπραξη του αντιτίμου, εκδρομικών διαδρομών των λεωφορείων του ΚΤΕΛ. Ιδία, παρακολουθεί την κόσμια εμφάνιση και συμπεριφορά των ανωτέρω. Δύναται σε έκτακτη περίπτωση και εφόσον απουσιάζει ο Προϊστάμενος Κινήσεως, να επέμβει προκειμένου, να ενισχυθούν ορισμένες γραμμές με λεωφορεία και προσωπικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων ανήκει στο προσωπικό κινήσεως του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ αστικής περιοχής Πατρών, στο οποίο εργάζεται από το έτος 1978, αρχικά ως εισπράκτορας και τα τελευταία χρόνια ως σταθμάρχης, με σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την από 28-9-2001 εντολή του Προϊσταμένου του προσωπικού κινήσεως, που δόθηκε ύστερα από εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, ο αναιρεσείων, που υπηρετούσε τότε ως σταθμάρχης στο σταθμαρχείο της Γραμμής 2 του Αστικού ΚΤΕΛ, μετακινήθηκε στο σταθμαρχείο της γραμμής Ρίου - Πατρών του ίδιου ΚΤΕΛ, που βρίσκεται στην προβλήτα των φέρυ-μπώτ.
Η μετακίνηση του υπαγορεύτηκε από υπηρεσιακούς λόγους για την κάλυψη συγκεκριμένων υπηρεσιακών αναγκών. Συγκεκριμένα υπήρχαν έντονα παράπονα των κατοίκων της περιοχής ότι τα λεωφορεία που εκτελούσαν την ανωτέρω συγκοινωνιακή αστική γραμμή δεν τηρούσαν το ωράριο και ξεκινούσαν νωρίτερα από την προβλήτα των φέρυ -μπώτ, με αποτέλεσμα να παραμένουν οι επιβάτες εκεί μέχρι την άφιξη του επόμενου δρομολογίου και να διαμαρτύρονται για την ταλαιπωρία τους.
Ο αναιρεσείων μετακινήθηκε στο σταθμαρχείο αυτό, αφενός για τον έλεγχο της ώρας αναχώρησης ίου κάθε λεωφορείου και αφετέρου για την έκδοση εισιτηρίων στους επιβάτες. Το αντικείμενο αυτό υπηρεσίας του είναι καταχωρισμένο στην από 28-9-2001 εντολή του προϊσταμένου κινήσεως. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εκεί που μετακινήθηκε δεν ήταν σταθμαρχείο αλλά απλό εκδοτήριο εισιτηρίων και έτσι θα ασκούσε καθήκοντα εκδότη εισιτηρίων και όχι σταθμάρχη, με αποτέλεσμα την ηθική και υλική μείωση του και τον υποβιβασμό του.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αληθεύει, γιατί στην προβλήτα των φέρυ μπώτ λειτουργούσε σταθμαρχείο, στο οποίο και ο ίδιος είχε υπηρετήσει το Σεπτέμβριο του έτους 1999, απλώς δε τον τελευταίο καιρό δεν είχε επανδρωθεί. Τα καθήκοντα που ανατέθηκαν σ' αυτόν δεν ήταν καθήκοντα εκδότη εισιτηρίων αλλά σταθμάρχη και ειδικότερα ο μεν έλεγχος της αναχώρησης των λεωφορείων και η καταχώριση στην κάρτα της ώρας αναχώρησης και του αριθμού του λεωφορείου υπάγονται αμιγώς στα καθήκοντα του σταθμάρχη η δε έκδοση εισιτηρίων υπάγεται, επικουρικώς, στα καθήκοντα σταθμάρχη, εφόσον δεν υπηρετεί εκεί εκδότης εισιτηρίων, πράγμα που παραδέχεται και ο ίδιος.
Άλλωστε τα ίδια καθήκοντα εκτελούσε και στο άλλο σταθμαρχείο που υπηρετούσε, αφού αυτά είναι τα καθήκοντα του σταθμάρχη. Ισχυρίζεται ακόμη ότι με τη μετακίνηση του αυτή θα εργαζόταν λιγότερες ώρες με συνακόλουθη μείωση αποδοχών και θα πραγματοποιούσε λιγότερη υπερωριακή απασχόληση με αντιστοίχως μικρότερη αμοιβή.
Και αυτός ο ισχυρισμός περί μείωσης του χρόνου απασχόλησης και των αμοιβών, δεν αποδείχθηκε, αφού άλλωστε συνδέεται με την ύπαρξη εκδοτηρίου εισιτηρίων και τα καθήκοντα του εκδότη. Η μετακίνηση του αναιρεσείοντος σε άλλο σταθμαρχείο ως σταθμάρχη εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν περιορίζεται ούτε από τον κανονισμό προσωπικού ούτε από το νόμο ούτε από τη σύμβαση εργασίας ούτε υπάρχει, εν προκειμένω, κατά την ενάσκηση ταυ δικαιώματος αυτού παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.
Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε, η μετακίνηση του αναιρεσείοντος υπαγορεύτηκε από υπηρεσιακές ανάγκες, έγινε σε σταθμαρχείο με καθήκοντα σταθμάρχη, χωρίς μειώσεις χρόνου απασχόλησης και αποδοχών και η επιλογή του μεταξύ των υπηρετούντων σταθμαρχών δεν έγινε αυθαιρέτως ή εκδικητικώς, όπως αυτός ισχυρίζεται, αλλά έγινε επειδή αυτός ήταν ο νεότερος στο βαθμό αυτό μεταξύ των συναδέλφων του.
Η ανωτέρω μετακίνηση του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης ούτε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Παρά ταύτα ο πρώτος, επικαλούμενος ότι η μετακίνηση του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη νέα του θέση και δήλωσε την άρνηση του αυτή στο δεύτερο, το οποίο, για το λόγο αυτό, του γνωστοποίησε εγγράφως ότι η μετακίνηση του είναι νόμιμη και του επισήμανε ότι αν δεν παρουσιαστεί στην υπηρεσία του, θα αναγκαστεί να εφαρμόσει τον κανονισμό προσωπικού περί αδικαιολόγητης απουσίας από την υπηρεσία.
Ο αναιρεσείων επέμεινε στην άρνηση του και μετά από επανειλημμένες κλήσεις σε απολογία, τιμωρήθηκε δύο φορές πειθαρχικά με την ποινή της προσωρινής παύσης 20 και 30 ημερών, αντίστοιχα, την 18-1-2002 και 1-3-2002 και τέλος τιμωρήθηκε την 8-11-2002 με την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά έκρινε το Εφετείο ότι η κατά τα άνω μετακίνηση του αναιρεσείοντος, κατ' εντολή της διοικήσεως του αναιρεσίβλητου, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως αυτού και ότι το αναιρεσίβλητο δεν έχει υποχρέωση να απασχολεί τον αναιρεσείοντα όπως προηγουμένως και να καταβάλλει τις αποδοχές, που αντιστοιχούν στην εν λόγω θέση.
Κατόπιν αυτών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 649/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 21-1-2003 αγωγή του. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς οι συναφείς, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του (αληθώς από τον αριθμό 1 και όχι 8), τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κυρίου δικογράφου και πρώτος των προσθέτων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ,του και κρίνοντας κατά τον άγω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη "απόφαση του πλήρεις, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν, εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα και οι, από το άρθρο 559 αριθ. 19,δεύτερος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων(στο σύνολο τους) λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Εξάλλου 1) ο πέμπτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 9, πλημμέλεια, στην οποία υπέπεσε το Δικαστήριο, αφήνοντας αδίκαστο το αίτημα του για ακύρωση της απόλυσης του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε το αίτημα του αυτό και το απέρριψε και 2) ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος των προσθέτων, με τους οποίους προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αριθ. 8, πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και της δυσμενούς μεταβολής των όρων της εργασίας του, από τη μετακίνηση του σε απόσταση 23 χιλιομέτρων, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι, διότι από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτούς και τους απέρριψε κατ' ουσία.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, αναφερομένη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 20/2002 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, δίχως αυτή να είναι αιτιολογημένη, κατά παράβαση δηλαδή του άρθρου 19 παρ. 2 του Πδ/τος 229/1994, που επιβάλλει την πλήρη αιτιολογία της, και έτσι παραβίασε τη διάταξη αυτή και διέλαβε στην απόφαση του ελλείπεις αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του είναι απορριπτέος, διότι η παραδοχή της απόφασης που αναφέρεται στην οριστική απόλυση του, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο Θεμελιώνεται, επαρκώς, μόνο στη μη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος και όχι στην οριστική απόλυση του, η οποία επακολούθησε με βάση την παραπάνω πειθαρχική απόφαση.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται, ο αναιρεσείων θεμελιώνει το δικαίωμα του επικαλούμενος, αποκλειστικά, τη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και όχι την άκυρη απόλυση του, με βάση την απόφαση περί απολύσεως. Τέλος αβάσιμος είναι και ο, από το άρθρο 559 άρ. 11 του ΚΠολΔ, τρίτος των προσθέτων λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του, περί μειώσεως του χρόνου απασχόλησης και της αμοιβής του, δεν έλαβε υπόψη του το ....
έγγραφο της Περιφερειακής Επιθεωρήσεως Αχαΐας του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας και τις καταστάσεις ωρών εργασίας του έτους 2001,διότι με την απόφαση του βεβαιώνει ότι κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων και όλα, γενικά, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης, συνάγεται, αδιστάκτως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 27-4-2005, αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 1131/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και τους από 29-3-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ