Legislator Case Law & Legislation
945/2006 AI generated

Supreme Court annuls lower court verdict due to lack of reasoning and procedural errors in joint fraud case.

Case Number 945/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Ioannina Court of Appeal's decision regarding a joint fraud case due to insufficient reasoning and procedural flaws. The appellant argued that the lower court failed to properly link the victim's loss to his specific false statements and incorrectly attributed facts to co-defendants. The court found these defects violated statutory requirements for reasoned judgments and ordered a retrial before a newly constituted panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 482, 484, 469 of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment lacking specific and detailed reasoning regarding the facts and legal conclusions is voidable, and procedural errors affecting co-defendants necessitate a retrial.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure lack of reasoning joint fraud annulment of verdict procedural defects retrial order co-defendants liability

Cited Legislation

AI generated
Article 473, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482, paragraphs 1 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 484, paragraphs 1, 2, and 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 469 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 945 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 945/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κων/νου Δρόσου του Χαράλαμπου, κάτοικο Ιωαννίνων, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 97/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Ι. Κ. του Ι., 2. Μ. Β. του Ι. και 3. Κ. Β. του Σ..

Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 494/26.10.05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ’ α’ . 485παρ.1 ΚΠΔ την υπ’ αρ. 1/2005 αίτηση αναίρεσης του Κ. Δ.

του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ. 97/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ’ ουσία η υπ’ αρ. 4/04 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ’ αρ. 178/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ιωαννίνων, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμ.

Εφετείου (κακ/των) Ιωαννίνων για κακουργηματική απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και επικυρώθηκε (με κάποια τροποποίηση) το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ.1, 474 και 482 παρ.1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 11.7.05 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αρ. 1/05 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 1.7.05 , και είναι τυπικά δεκτή.

Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής δ-ξης και μάλιστα έλλειψη νόμιμης βάσης του βουλεύματος. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ’ α’ . 93 παρ.3 Συντ/τος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγ/νο, τ’ αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγ/νου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής δ-ξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη δ-ξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική δ-ξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ.

ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 κ 591/2001, Π.Χ.

ΝΑ/537 κ ΝΒ/131). ΣΤ) Στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εκτίθενται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά εν σχέσει με τον 4ο κατηγ/νο, που είναι ο νυν αναιρεσείων: Ο 4ος κατ/νος Κ. Δ. του Χ. κάτοικος ... (...), Στο Αβγό Ιωαννίνων κατά το χρονικό διάστημα από 8.7.1999 μέχρι 4.9.2001 από κοινού μετά των Ι. Κ., Π. Ν., Χ.

Θ., Κ. Β., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε από τις πράξεις αυτές είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ειδικότερα στο άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του ως υπεύθυνου παραλαβής γάλακτος στο σταθμό Αβγού Ιωαννίνων, της εγκαλούσας εταιρείας "ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΕ", της οποίας αντικείμενο είναι η αγορά και επεξεργασία γάλακτος παρέστησε ψευδώς στους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας (πρόεδρο του Δ.Σ.

και διευθυντή χρηματοδοτήσεων της Α.Ε.), ότι παραλάμβανε ποσότητες γάλακτος από δήθεν φερόμενους κατόχους ζώων, που στην πραγματικότητα δεν είχαν παραδώσει τίποτε ούτε άλλωστε κατείχαν ζώα και με αποτέλεσμα εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεών του να ζημιωθεί η εγκαλούσα κατά το ποσό της εκάστοτε καταβληθείσας προκαταβολής σε δήθεν πωλητές γάλακτος, που είχε εκταμιευθεί από την άνω εταιρεία και μάλιστα παρέστησε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας : 1) Τον Ιούνιο του 2001 και Ιούλιο 2001 ότι παρέλαβε με σχετικά δελτία αποστολής που εικονικώς εξέδωσαν οι Χ.

Θ. και Ν. Τ., ποσότητα γάλακτος από τον Η. Ν., κάτοικο ... επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δρχ. που ως προκαταβολή εισπράχθηκαν από τον τελευταίο , ενώ το αληθές είναι ότι δεν παρελήφθη καμία ποσότητα γάλακτος, 2) Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2001 έτους ότι παρέλαβε με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν.

Τ., ποσότητες γάλακτος από την Ε. Γ., επί ζημία της εγκαλούσας 4.000.000 δραχμών, που ως προκαταβολή εισέπραξε άγνωστο άτομο, ενώ η Ε. Γ. δεν κατείχε ζώα, ούτε παρέδωσε γάλα, ούτε παρέλαβε οτιδήποτε. 3) Τον Ιούλιο του 2001 έτους ότι παρέλαβε με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Δ.

Σ., κάτοικο ... επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δραχμών, που ως προκαταβολή εισέπραξαν οι Γ. Ν. και Φ. Μ., ενώ ο Δ. Σ. δεν κατείχε ζώα και ουδέν παρέλαβε εξ αυτού. 4) Τον Απρίλιο 2000 έως Ιούλιο 2001, ότι παρέλαβε με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Α. Κ., κάτοικο ..., επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δραχμών, που έλαβε ο Μ.

Β.. 5) Τον Ιούνιο έως Ιούλιο του 2001 ότι παρέλαβε με σχετικά δελτία αποστολής που εικονικώς εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Α. Ν., κάτοικο ..., επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δρχ. που εισέπραξε ο Η. Ν., ενώ δεν παρέλαβε γάλα. 6) Τον Ιούνιο έως Ιούλιο 2001, ότι παρέλαβε με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ.

Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Μ. Δ., επί ζημία της εγκαλούσας 5.000.000 δραχμών, που εισέπραξαν ο Π. Ν. και ο Δ. Σ., ενώ δεν παρέλαβε γάλα από τον Μ. Δ.. 7) Τον Μάιο έως Ιούλιο 2001, ότι παρέλαβε με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσε ο Ε. Μ., ποσότητες γάλακτος από τον Ι. Γ. κάτοικο ..., επί ζημία της εγκαλούσας 3.500.000 δραχμών που έλαβε ως προκαταβολή.

Τα ανωτέρω δε επί συνολική ζημία της εγκαλούσας 24.500.000 δραχμών, που υποχρεώθηκε παράνομα να εκταμιεύσει προς τους ανωτέρω, επί τη βάσει των ψευδών του παραστάσεων, πεισθέντων των εκπροσώπων της σ’ αυτές. Στη συνέχεια η ίδια εισαγγελική πρόταση, με αναφορά στο πρωτόδικο βούλευμα και την εισαγγελική πρόταση, εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, που ήδη διαλαμβάνονται στο πρωτόδικο βούλευμα, ενώ το Συμβούλιο Εφετών, με μνεία όλων κατ’ είδος των αποδεικτικών μέσων και αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, συμπληρώνει ως ίδιες σκέψεις τα εξής:

Κατά την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ, το οποίο ορίζει, ότι αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΟλΑΠ 50/90 ΝοΒ 38-320). Η πράξη κάθε συμμετόχου (συναυτουργού) νομικώς εκτιμάται ως πράξη όλων των συμπραξάντων , έτσι ώστε καθένας των συναυτουργών υπέχει ποινική ευθύνη για το συνολικό εγκληματικό αποτέλεσμα, το οποίο επέρχεται από την κοινή δράση, ενώ είναι αδιάφορο αν η ατομική συμβολή κάποιου από αυτούς υπήρξε τυχόν μικρή.

Επομένως, είναι αδιάφορη η έκταση της συμβολής καθενός των συναυτουργών στο αποτέλεσμα, το οποίο επήλθε από την κοινή δράση (ΑΠ 1994/02 ΝΟΒ 51-740. 1317/01 ΕλΔικ 43-536. Χωραφάς, Περί συναυτουργίας κατά τον νέον Ποινικό Κώδικα, Ποιν.Χρ. Α-115. Μπουρόπουλος, ΕρμΠΚ, Α’ , σελ. 134, σημ.6). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η αξιόποινη πράξη της, κατ’ εξακολούθηση, απάτης από κοινού, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, αποδίδεται στους κατηγορουμένους, συνίσταται στο ότι αυτοί, ως απασχολούμενοι με διάφορες σχέσεις και ιδιότητες στην πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "‘ Ηπειρος, Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων Γάλακτος", από κοινού ενεργούντες, παρέστησαν ψευδώς στα αρμόδια όργανα της εν λόγω εταιρείας, ο μεν πρώτος (Ι.

Δ.Κ.) ότι, κατόπιν ελέγχου εκ μέρους του των κτηνοτροφικών μονάδων των αναφερομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα κτηνοτρόφων , είχε διαπιστώσει, ότι αυτοί είναι κτηνοτρόφοι, ότι κατείχαν ζώα και ότι μπορούσαν να παράσχουν στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία ποσότητες γάλακτος και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούνται χρηματικών προκαταβολών από την εταιρεία για τις εν λόγω εκ μέρους τους παρασχεθησόμενες ποσότητες γάλακτος, ενώ η αλήθεια είναι ότι οι ανωτέρω δεν δικαιούνταν χρηματικές προκαταβολές, διότι δεν μπορούσαν να παραδώσουν γάλα, καθ’ όσον δεν ήταν κτηνοτρόφοι και δεν είχαν ζώα, ο δεύτερος (Μ.

Ι. Β.) ότι είχε παραλάβει, μεταφέρει και παραδώσει στους τρίτο και τέταρτο κατηγορουμένους τις αναφερόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα ποσότητες γάλακτος από τους ανωτέρω κτηνοτρόφους, ενώ η αλήθεια είναι ότι ουδεμία ποσότητα γάλακτος είχε παραλάβει και παραδώσει στους τρίτο και τέταρτο κατηγορουμένους από τους παραπάνω δήθεν κτηνοτρόφους και οι τρίτος (Κ.

Σ.Β.) και τέταρτος (Κ. Χ.Δ.) κατηγορούμενοι ότι είχαν παραλάβει στους σταθμούς συγκεντρώσεως γάλακτος Καρβουναρίου Θεσπρωτίας και Αβγού Ιωαννίνων, αντιστοίχως και τις ανωτέρω ποσότητες γάλακτος, τις οποίες φέρονταν, ότι τους είχε παραδώσει ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ η αλήθεια είναι ότι ουδεμία από τις ποσότητες αυτές είχαν παραλάβει, αφού, κατά τα προεκτεθέντα , ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν τους είχε παραδώσει τις εν λόγω ποσότητες γάλακτος και ότι, εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεων των κατηγορουμένων, η πολιτικώς ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 94.600.000 δρχ., το οποίο, λόγω των ψευδών αυτών παραστάσεων, προκατέβαλε στους ανωτέρω δήθεν κτηνοτρόφους , για τις ποσότητες γάλακτος, τις οποίες αυτοί θα της προσέφεραν και τις οποίες δεν της προσέφεραν.

Ενόψει τούτων, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη και των όσων εκτίθενται στην αμέσως επομένη σκέψη, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων και για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, η προεκτεθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνιστά την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδομένου σ’ αυτούς εγκλήματος της απάτης, κατ’ εξακολούθηση, από κοινού, με συνολικό όφελος άνω των 25.000.000 δρχ., αφού με τις προεκτεθείσες συγκλίνουσες διαδοχικές ενέργειες αυτών πραγματώθηκε η όλη αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και επήλθε το ανωτέρω συνολικό εγκληματικό αποτέλεσμα.

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων: α) Κ. Σ.Β., περί του ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται και για ποσότητες γάλακτος, τις οποίες φέρεται, ότι παρέλαβε μετά την αποχώρησή του την 5.6.2001 από τον σταθμό Καρβουναρίου Θεσπρωτίας και β) Κ. Χ.Δ.:1) περί του ότι, ενώ ήταν αρμόδιος για την παραλαβή γάλακτος στο σταθμό Αβγού Ιωαννίνων,παραπέμπεται και για ποσότητες γάλακτος, οι οποίες είχαν παραδοθεί στον σταθμό Καρβουναρίου-Θεσπρωτίας και 2) περί του ότι και κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, η ζημία από τις ανωτέρω ως ψευδείς φερόμενες παραστάσεις του ανέρχεται σε 24.500.000 δρχ., το οποίο αποτελεί το σύνολο του προκαταβληθέντος ποσού στους δήθεν κτηνοτρόφους , το γάλα των οποίων φέρεται, ότι παρέλαβε, στερούνται εννόμου επιρροής.

Και τούτο, διότι αφού οι εν λόγω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι συνέβαλαν στην πραγματοποίηση της αντικειμενικής υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος ο μεν πρώτος με τις προ της 5.6.2001 ψευδείς παραστάσεις του, ο δε δεύτερος με τις ψευδείς παραστάσεις του τις σχετικές με την παραλαβή γάλακτος στον σταθμό Αβγού Ιωαννίνων, με μόνες τις ενέργειές τους αυτές συνέβαλαν και συμμετείχαν στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται επί της αναληθούς προϋποθέσεως, ότι η ζημία της πολιτικώς εναγούσης από τις προεκτεθείσες ενέργειες των εν λόγω κατηγορουμένων συνίσταται στην αξία του γάλακτος, το οποίο φέρεται να έχει παραλάβει ο καθένας από αυτούς, ενώ, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η εν λόγω ζημία, δεν συνίσταται στην αξία του ανωτέρω γάλακτος, αλλά στα ποσά, τα οποία, εξαιτίας των προαναφερθεισών ψευδών παραστάσεων των κατηγορουμένων, παραπείσθηκε και προκατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα και το οποίο ποσό ανέρχεται σε 94.600.000 δρχ.

Για τους λόγους αυτούς, ως προς τον τέταρτο εκκαλούντα, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του προσβαλλομένου βουλεύματος, δεν ασκεί επιρροή στον κακουργηματικό χαρακτήρα της αποδιδομένης σ’ αυτόν ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, το ότι στο εν λόγω βούλευμα αναφέρεται, ότι η ζημία της πολιτικώς εναγούσης από τις εκ μέρους του ως ψευδείς φερόμενες παραστάσεις ανέρχεται σε 24.500.000 δρχ., αφού για τον κακουργηματικό ή μη χαρακτήρα του παραπάνω εγκλήματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική ζημία ή το συνολικό όφελος από την εγκληματική δραστηριότητα όλων των συναυτουργών, στο οποίο αυτοί απέβλεψαν με την κοινή, με την προεκτεθείσα έννοια, δράση τους και το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα , ανέρχεται εν προκειμένω σε 94.600.000 δρχ.

Άλλωστε, το ανωτέρω ποσό των 24.500.000 δρχ.τέθηκε για τον επακριβέστερο και μόνο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Τούτο συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του εκκαλουμένου βουλεύματος . Ειδικότερα, δε από το ότι, όπως προκύπτει από το εν λόγω βούλευμα, επιμερίζονται μ’ αυτό οι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς του πρώτου εκκαλούντος-κατηγορουμένου, μπορούσαν να προσφέρουν γάλα, αφενός μεν σε εκείνους, οι οποίοι, εν συνεχεία, εμφανίζονται να παραδίδουν το γάλα τους, δια του δευτέρου εκκαλούντος-κατηγορουμένου, στο σταθμό Καρβουναρίου, αφετέρου δε σε εκείνους, οι οποίοι φέρονται να παρέδωσαν το γάλα τους στον τέταρτο εκκαλούντα, στον σταθμό Αβγού.

Οι προκαταβολές δε της πολιτικώς εναγούσης σ’ όλους αυτούς ανήλθαν, όπως προκύπτει από τα όσα αποδίδονται στον πρώτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, πιστοποίησε για όλους, στο συνολικό ποσό των 94.600.000 δρχ. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 470 ΚΠΔ, πρέπει το Συμβούλιο τούτο να χωρήσει στον επακριβή καθορισμό της κατηγορίας ως προς τον παραπάνω τέταρτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ως προς το προαναφερθέν σημείο της, κατά τα παραπάνω, αποδιδομένης σ’ αυτόν αξιοποίνου πράξεως, προσδιορίζον την εκ της πράξεώς του ζημία της πολιτικώς εναγούσης από το ποσό των 24.500.000 δρχ.

στο πραγματικό ποσό των 94.600.000 δρχ., σύμφωνα με το διατακτικό. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα στο ακροατήριο ο αναιρεσείων κατηγ/νος. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα , χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ’ αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές δ-ξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ’ α’ . 484 παρ.1 στοιχ.

β’ και δ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ.ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 κ 1424/89, Π.Χ. Μ/586 κ 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά ( ΑΠ 798/88,Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ.

Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ’ ), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ’ είδος τ’ αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ: Θ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτός ο κατ’ είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, καθώς και η αναφορά στην εισαγγελική πρόταση και δι’ αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα (ΑΠ 230/99, Π.Χ.

ΜΘ/1010). Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά έχει κριθεί, η αναφορά του Συμβουλίου στην εισαγγελική πρόταση δεν επάγεται ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής του εξουσίας κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης ούτε στερεί το βούλευμα της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έτσι Α.Π. 2447/2003, Π.Χ.

ΝΔ/913). Κατ’ ακολουθία, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης είναι αβάσιμες. Ι) Εξάλλου, η επανάληψη του διατ/κού στο σκεπτικό δεν συνιστά πλέον έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον σ’ αυτό εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης (Α.Π. 1607/2004, Πράξη-Λόγος Π.Δ. 2004/558), ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατ/κό (ΑΠ 1178/2004, Π.Χ.

ΝΕ/518). Με βάση τα προεκτεθέντα είναι αβάσιμες κι εδώ οι αντίστοιχες αιτιάσεις της αναίρεσης. ΙΑ) Επίσης περί της δολίας προαιρέσεως του δράστη δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι ο δόλος ενυπάρχει στην παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη και προκύπτει από αυτήν (ΑΠ 1259/90 και 208/91, Π.Χ.ΜΑ/557 και 883), η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί υπάρξεως τέτοιας δολίας προαιρέσεως είναι ανέλεγκτη από τον ‘ Αρειο Πάγο.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης, διότι από τα εκτεθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά του αναιρεσιβαλλόμενου βολεύματος προκύπτει ο δόλος του αναιρεσείοντος. ΙΒ) Τέλος και η μορφή της συναυτουργίας εκτίθεται με ίδιες μάλιστα σκέψεις του βουλεύματος, οπότε είναι αβάσιμη η αντίθετη αιτίαση της αναίρεσης, ενώ ΙΓ) δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης, όπως εσφαλμένα προτείνεται, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων (έτσι Α.Π. 472/2004, Π.Χ.

ΝΕ/152). Κατ’ ακολουθία των προαναφερθέντων, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν κατ’ α’ . 583 παρ.1 ΚΠΔ τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. ΓΙ’ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν’ απορριφθεί η υπ’ αρ. 1/11.7.2005 αίτηση αναίρεσης του κατηγ/νου Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ. 97/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και 2) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη απ’ αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α’ του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3.6.1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης.

Ειδικότερα σε περίπτωση απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μία από τις οποίες οδήγησε και σε ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από τον ίδιο παθόντα, συντρέχουν περισσότερες πράξεις και επομένως πρόκειται για απάτη κατ’ εξακολούθηση. Από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3.6.1999, προκύπτει ακόμη, ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός".

Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ.

πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (Ολ. ΑΠ 50/1990). Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Συναυτουργία όμως δεν είναι δυνατή, ούτε άλλωστε και οποιαδήποτε άλλη μορφή συμμετοχής, μετά την τέλεση της πράξης, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, και συνεπώς προκειμένου περί απάτης, που είναι τετελεσμένη όταν επέλθει η βλάβη της περιουσίας του παθόντος, δεν νοείται συμμετοχή μετά την επέλευση της βλάβης.

Μετά από αυτή η συνδρομή προς το φυσικό αυτουργό, δεν αποτελεί πια συμμετοχή στο έγκλημα, αλλά είτε ξεχωριστό έγκλημα [λ.χ. περιπτώσεις των άρθρων 231 και 394 ΠΚ], είτε αδιάφορη ποινικά πράξη.

2. Στην προκείμενη περίπτωση με το 178/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, εκτός άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, 1] ο Ι. Κ., 2] ο Μ. Β., 3] ο Κ. Β., και 4] ο ήδη αναιρεσείων Κ. Δ., για να δικαστούν καθένας από αυτούς για απάτη κατ’ εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας "ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΕ", από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., και κατά συναυτουργία καθένας τους με τους παρακάτω αναφερόμενους, ο δε δεύτερος και για πλαστογραφία με χρήση, κατ’ εξακολούθηση.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό του άνω βουλεύματος, και καθ’ όσον αφορά την πράξη της από κοινού κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση, παραπέμφθηκαν: 1] Ο πρώτος [Ι. Κ.] για 26 μερικότερες πράξεις απάτης, που τέλεσε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες στο χρονικό διάστημα 13.1.1999 μέχρι 4.9.2001, από κοινού με τους άνω 3ο και 4ο κατηγορούμενους, καθώς και τους Ν.

Τ., Π. Ν., Χ. Θ., και Ν. Λ., από τις οποίες επήλθε συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 94.600.000 δραχμών, 2] ο δεύτερος [Μ. Β.] για 21 μερικότερες πράξεις απάτης, που τέλεσε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες στο χρονικό διάστημα 8.7.1999 μέχρι 4.9.2001, από κοινού με τους άνω 1ο , 3ο και 4ο κατηγορούμενους, καθώς και τους Π. Ν., και Χ. Θ., από τις οποίες επήλθε συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 70.000.000 δραχμών, 3] ο τρίτος [Κ.

Β.] για 24 μερικότερες πράξεις απάτης, που τέλεσε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1999 μέχρι τον Ιούλιο του 2001, από κοινού με τους άνω 1ο, 2ο και 4ο κατηγορούμενους, καθώς και τους Π. Ν. και Χ. Θ., από τις οποίες επήλθε συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 94.600.000 δραχμών, και 4] ο αναιρεσείων [Κ.

Δ.] για 7 μερικότερες πράξεις απάτης, που τέλεσε στο χρονικό διάστημα από 8.7.1999 μέχρι 4.9.2001, από κοινού με τους άνω 1ο , και 3ο , κατηγορούμενους, καθώς και τους Π. Ν. και Χ. Θ., από τις οποίες επήλθε συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 24.500.000 δραχμών. Ειδικότερα, κατά το διατακτικό του εν λόγω βουλεύματος ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: " Στο Αβγό Ιωαννίνων κατά το χρονικό διάστημα από 8.7.1999 μέχρι 4.9.2001 από κοινού μετά των Ι.

Κ., Π. Ν., Χ. Θ., Κ. Β., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε από τις πράξεις αυτές είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ειδικότερα στο άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του ως υπεύθυνου παραλαβής γάλακτος στο σταθμό Αβγού Ιωαννίνων, της εγκαλούσας εταιρείας "ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΕ", της οποίας αντικείμενο είναι η αγορά και επεξεργασία γάλακτος παρέστησε ψευδώς στους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας (πρόεδρο του Δ.Σ.

και διευθυντή χρηματοδοτήσεων της Α.Ε.), ότι παραλάμβανε ποσότητες γάλακτος από δήθεν φερόμενους κατόχους ζώων, που στην πραγματικότητα δεν είχαν παραδώσει τίποτε ούτε άλλωστε κατείχαν ζώα και με αποτέλεσμα εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεων του να ζημιωθεί η εγκαλούσα κατά το ποσό της εκάστοτε καταβληθείσας προκαταβολής σε δήθεν πωλητές γάλακτος, που είχε εκταμιευθεί από την άνω εταιρεία και μάλιστα παρέστησε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας : 1) Τον Ιούνιο του 2001 και Ιούλιο 2001 ότι παρέλαβε με σχετικά δελτία αποστολής που εικονικώς εξέδωσαν οι Χ.

Θ. και Ν. Τ., ποσότητα γάλακτος από τον Η. Ν., κάτοικο ... επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δρχ. που ως προκαταβολή εισπράχθηκαν από τον τελευταίο , ενώ το αληθές είναι ότι δεν παρελήφθη καμία ποσότητα γάλακτος, 2) Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2001 ότι παρέλαβε, με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν.

Τ., ποσότητες γάλακτος από την Ε. Γ., επί ζημία της εγκαλούσας 4.000.000 δραχμών, που ως προκαταβολή εισέπραξε άγνωστο άτομο, ενώ η Ε. Γ. δεν κατείχε ζώα, ούτε παρέδωσε γάλα, ούτε παρέλαβε οτιδήποτε. 3) Τον Ιούλιο του 2001 έτους ότι παρέλαβε, με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Δ.

Σ., κάτοικο ... επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δραχμών, που ως προκαταβολή εισέπραξαν οι Γ. Ν. και Φ. Μ., ενώ ο Δ. Σ. δεν κατείχε ζώα και ουδέν παρέλαβε εξ αυτού. 4) Τον Απρίλιο 2000 έως Ιούλιο 2001, ότι παρέλαβε, με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Α. Κ., κάτοικο ..., επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δραχμών, που έλαβε ο Μ.

Β.. 5) Τον Ιούνιο έως Ιούλιο του 2001 ότι παρέλαβε, με σχετικά δελτία αποστολής που εικονικώς εξέδωσαν οι Μ. Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Α. Ν., κάτοικο ..., επί ζημία της εγκαλούσας 3.000.000 δρχ. που εισέπραξε ο Η. Ν., ενώ δεν παρέλαβε γάλα. 6) Τον Ιούνιο έως Ιούλιο 2001, ότι παρέλαβε, με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσαν οι Μ.

Β. και Ν. Τ., ποσότητες γάλακτος από τον Μ. Δ., επί ζημία της εγκαλούσας 5.000.000 δραχμών, που εισέπραξαν ο Π. Ν. και ο Δ. Σ., ενώ δεν παρέλαβε γάλα από τον Μ. Δ.. 7) Τον Μάιο έως Ιούλιο 2001, ότι παρέλαβε, με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσε ο Ε. Μ., ποσότητες γάλακτος από τον Ι. Γ. κάτοικο ..., επί ζημία της εγκαλούσας 3.500.000 δραχμών που έλαβε ως προκαταβολή.

Τα ανωτέρω δε επί συνολική ζημία της εγκαλούσας 24.500.000 δραχμών, που υποχρεώθηκε παράνομα να εκταμιεύσει προς τους ανωτέρω, επί τη βάσει των ψευδών του παραστάσεων, πεισθέντων των εκπροσώπων της σ’ αυτές".

Μετά από εφέσεις του αναιρεσείοντος και των προαναφερόμενων τριών συγκατηγορουμένων του, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 97/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων με το οποίο το Συμβούλιο απέρριψε τις εφέσεις αυτές κατ’ ουσία, και επικύρωσε τις σχετικές παραπεμπτικές διατάξεις του εκκληθέντος βουλεύματος, αφού διόρθωσε το διατακτικό του 1] ως προς τον 1ο κατηγορούμενο, ορίζοντας ότι αυτός τέλεσε την άνω πράξη από κοινού και με τον 2ο , δηλαδή τον Μ.

Β., 2] ως προς τον τελευταίο [Μ. Β.], κατά το σημείο που αφορά το ύψος της ζημίας, την οποία προσδιόρισε αντί του αναφερόμενου στο πρωτόδικο βούλευμα ποσού των 70.000.000 δραχμών, σε εκείνο των 94.600.000 δρχ. και 3] ως προς τον αναιρεσείοντα, επίσης κατά το σημείο που αφορά το ύψος της ζημίας, την οποία ομοίως προσδιόρισε, αντί του αναφερόμενου στο πρωτόδικο βούλευμα ποσού των 24.500.000 δραχμών, σε εκείνο των 94.600.000 δρχ.- Για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή το Συμβούλιο Εφετών με δικές του σκέψεις, και συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν, ως προς την από κοινού κακουργηματική απάτη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος κατηγορούμενος (Ι. Κ.) ως Διευθυντής του εργοστασίου της εταιρείας "ΗΠΕΙΡΟΣ ΑΕΒΕ", που λειτουργεί στον Αμμότοπο Άρτας, ενώ εισηγείτο την καταβολή προκαταβολής σε κτηνοτρόφους και εξεδίδετο επιταγή η οποία παραδιδόταν στους κτηνοτρόφους, που είχαν ελεγχθεί από αυτόν και οι κτηνοτρόφοι εφέροντο ότι παρέδιδαν γάλα στους μεταφορείς, οι οποίοι το ζύγιζαν και το μετέφεραν με δελτίο αποστολής στον εκάστοτε σταθμό, που εκεί το ζύγιζαν ως υπεύθυνοι του σταθμού συγκέντρωσης και πρόψυξης γάλακτος ο μεν Κ.

Β. στην περιοχή, Καρβουναρίου Θεσπρωτίας, ο δε Κ. Δ. στην περιοχή Αβγού Ιωαννίνων, και το απέστελλαν με νέο δελτίο αποστολής προς μεταφορά στο εργοστάσιο, το οποίο και παραλάμβανε ο Ν. Λ., διαπιστώθηκε ότι δεν παραδίδονταν οι αναγραφόμενες στα δελτία αποστολής ποσότητες γάλακτος, αφού, κατόπιν ελέγχων ζυγίσματος του μεταφερόμενου γάλακτος στο εργοστάσιο, διαπιστώθηκαν ελλείμματα εκατοντάδων κιλών και οι μηνυόμενοι κτηνοτρόφοι δεν ήταν πραγματικοί κτηνοτρόφοι, αφού δεν είχαν ζώα και δεν παρέδωσαν γάλα.

Ο υπάλληλος Α. Κ. κατόπιν ελέγχων διαπίστωσε ότι από 16/5/2001 μέχρι 3/6/2001 υπήρξε συνολικό έλλειμμα 7.927 κιλών, ενώ στις 5/6/2001 σε ξαφνικό έλεγχο που διενήργησε ο υπάλληλος Γ. Κ. διαπίστωσε έλλειμμα του μεταφερόμενου γάλακτος στο εργοστάσιο κατά 532 κιλά για το σταθμό Καρβουναρίου. Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο Ν. Λ.

στο δελτίο παραλαβής που εξέδιδε στο εργοστάσιο δεν ανέγραφε τα πραγματικά κιλά γάλακτος που παραλάμβανε αλλά ανέγραφε την ψευδή ποσότητα των κιλών, την οποία ανέγραφε το δελτίο αποστολής που είχαν εκδώσει οι υπεύθυνοι των παραπάνω σταθμών, και έτσι η εταιρεία κατέβαλε την αξία μη πραγματικά παραληφθέντων.

Συγκεκριμένα: 1] Την 21.8.2001 διαπιστώθηκε ότι ενώ ο Ι. Κ. είχε εισηγηθεί στις 12/5/2000 να καταβληθεί προκαταβολή 4.000.000 δρχ. στον κτηνοτρόφο Γ. Ν. και εκδόθηκε επιταγή ισόποσης αξίας, ο δε υπάλληλος Γ. Β. με την …/17-5-2000 απόδειξη την παρέδωσε στον Κ. Β. για να την παραδώσει αυτός στον άνω, αυτή δεν παραδόθηκε στον τελευταίο αλλά στο Β.

Κ., ο οποίος πλαστογραφώντας την υπογραφή του Ν. την εισέπραξε. Στις 21/8/2001, ο γιος του Γ. Ν., Β. Ν. γνωστοποίησε στην εν λόγω εταιρεία, ότι ο πατέρας του ούτε ζήτησε προκαταβολή αλλά και ούτε έλαβε αυτός ως προκαταβολή επιταγή ποσού 4.000.000 δρχ. 2.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 7/7/2000 επιστολή του προς τον Διευθυντή Χρηματοδοτήσεων της άνω εταιρείας Ε.

Π., αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα της Δ. Κ., και προβλέπει ότι μπορεί αυτή να παραδώσει ετησίως 15.000 κιλά γάλα, ζητά να εκδοθούν δύο επιταγές ποσού 1.000.000 δρχ. και 500.000 δρχ. με ημερομηνίες έκδοσης 12/7/2000 και 12/8/2000 στην κτηνοτρόφο αυτή, χαρακτηρίζοντας την ως νέα κτηνοτρόφο. Έτσι ο Ε. Π. εξέδωσε τις ...

και ... τραπεζικές επιταγές ποσού 500.000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. αντίστοιχα και τις απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στην παραπάνω κτηνοτρόφο. Όπως αποδεικνύεται όμως από τη βεβαίωση ... της Νομαρχίας η Δ. Κ. δεν είχε ζώα. Εντούτοις ο Μ. Β. (2ος κατ/νος) ως μεταφορέας φέρεται ότι δήθεν μετέφερε γάλα, το οποίο παρέλαβε από την κτηνοτρόφο και το παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου 3ο κατ/νο (Κ.

Β.), ο οποίος δήθεν το παρέλαβε και το απέστειλε στο εργοστάσιο, το οποίο παρέλαβε ο κατ/νος Ν. Λ.. 3.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 9/6/2000 επιστολή του προς τον άνω Διευθυντή της εταιρείας Ε. Π., και αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Ι. Γ. και προβλέπει ότι μπορεί αυτός να παραδώσει ετησίως 35.000 κιλά γάλα, ζητά να εκδοθούν δύο επιταγές, ως προκαταβολή, ποσού 4.000.000 δρχ.

και 3.000.000 δρχ. με ημερομηνίες λήξεως 14/6/2000 και 14/7/2000 στον κτηνοτρόφο αυτό, χαρακτηρίζοντας αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο. Ο άνω Ε. Π. εξέδωσε τις ... και ... τραπεζικές επιταγές ποσού 4.000.000 δρχ. και 3.000.000 δρχ. αντίστοιχα και απέστειλε αυτές στο εργοστάσιο να παραδοθούν στον κτηνοτρόφο, οι οποίες εισπράχθηκαν και χρεώθηκε ο λογαριασμός του κτηνοτρόφου.

Στη συνέχεια, ο ίδιος 1ος κατ/νος ζήτησε με την από 8/5/2001 επιστολή του να δοθεί συμπληρωματική προκαταβολή 5.000.000 δρχ., βεβαιώνοντας ότι μπορεί ο ίδιος κτηνοτρόφος να παραδίδει 400 κιλά γάλα ημερησίως και εκδόθηκε η ... επιταγή με ποσό 4,000.000 δρχ. Έτσι ο Ι. Γ. ενώ έλαβε προκαταβολή 11.000.000 δρχ., από την ... βεβαίωση της Νομαρχίας προκύπτει ότι αυτός δεν είχε ζώα.

Ο 2ος κατ/νος [Μ. Β.] ως μεταφορέας με τα σχετικά δελτία αποστολής [α] για τους μήνες Φεβρουάριο έως Μάϊο 2001 μεταφέρει δήθεν γάλα 1828, 10.059, 1.707, και 7.228 κιλά αντιστοίχως, το οποίο παρέλαβε από τον κτηνοτρόφο και το παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού, Καρβουναρίου, 3ο κατ/νο [Κ. Β.], ο οποίος και το απέστειλε στο εργοστάσιο, όπου δήθεν το παρέλαβε ο κατ/νος Ν.

Λ., και [β] από 1/6/2001 έως 9/6/2001 μεταφέρει δήθεν 610 κιλά γάλακτος τα οποία παρέδωσε στον Κ. Β. και στον Κ. Δ. [αναιρεσείοντα], οι οποίοι και το, απέστειλαν στο εργοστάσιο και εκεί το παρέλαβε ο Ν. Λ.. Από 14/6/2001 μέχρι και 21/6/2001 την μεταφορά γάλακτος από τον ίδιο κτηνοτρόφο την ανέλαβε ο Ν. Τ., ο οποίος μετέφερε δήθεν 535 κιλά γάλα που πήρε από τον άνω κτηνοτρόφο Ι.

Γ. και το παρέδωσε στους υπεύθυνους του σταθμού Αβγού και Καρβουναρίου και αυτοί το απέστειλαν στο εργοστάσιο που παρέλαβε επίσης ο Ν. Λ.. 4.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 6/11/2000 επιστολή του προς τον άνω Διευθυντή της εταιρείας και αφού δήθεν είχε ελέγξει την Κτηνοτροφική μονάδα του Ε. Δ. προέβλεψε ότι δήθεν μπορεί να παραδώσει ο τελευταίος ετησίως 14.500 κιλά γάλα και ζήτησε να εκδοθούν δύο επιταγές ως προκαταβολή ποσού 2.000.000 δρχ.

και 1.000.000 δρχ. με ημερομηνίες λήξεως 10/11/2000 και 10/12/2000 στον κτηνοτρόφο αυτό και έτσι ο Δ/ντής Χρηματοδοτήσεων εξέδωσε τις ... και ... επιταγές αντίστοιχα, ενώ όπως αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της Νομαρχίας ο κτηνοτρόφος αυτός δεν είχε ζώα. Ο 2ος κατ/νος (Μ. Β.) εξάλλου, ως μεταφορέας φέρεται ότι δήθεν μεταφέρει 244 κιλά, το οποίο πήρε από τον κτηνοτρόφο αυτό και το παρέδωσε στον 3ο κατ/νο [Κ.

Β.] ο οποίος το απέστειλε στο εργοστάσιο που παρέλαβε ο Ν. Λ.. Από αντίγραφα των εξοφληθέντων επιταγών που χορήγησε η πληρώτρια τράπεζα προκύπτει ότι έχει οπισθογραφήσει αυτές ο Ε. Δ. και την πρώτη έχει εισπράξει ο Γ. Ν. ενώ τη δεύτερη την έχει εισπράξει ο κατηγορούμενος Β. Κ.. 5.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 7/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Η.

Ν., προβλέπει ότι αυτός μπορεί να παραδώσει 20.000 κιλά γάλα και ζητά να εκδοθούν δύο επιταγές ως προκαταβολή, ποσού 2.000.000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. με ημερομηνίες έκδοσης 12/7/2000 και 12/8/2000, και έτσι ο άνω Δ/ντής εξέδωσε τις ... και ... επιταγές αντίστοιχα. Από τις βεβαιώσεις δε της Νομαρχίας αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κτηνοτρόφος δεν είχε ζώα.

Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι Χ. Θ. και Ν. Τ. φέρονται ότι παρέλαβαν [α], από 1/3/2001 μέχρι 28/5/2001 930, 875 και 810 κιλά γάλα, ο πρώτος και [β] ο από 14/6/2001 μέχρι 26/7/2001 985 και 1401 κιλά γάλα ο δεύτερος, τα οποία παρέδωσαν στο σταθμό Καρβουναρίου και από εκεί το απέστειλαν στο εργοστάσιο, όπου και το παρέλαβε δήθεν ο κατ/νος (Ν. Λ.). 6.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 7/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα της Α .

Ο. προβλέπει ότι αυτή δήθεν μπορεί να παραδώσει 10.000 κιλά γάλα και ζητά να εκδοθούν δύο επιταγές ως προκαταβολή. Έτσι ο άνω Δ/ντής εξέδωσε σε διαταγή της Α. Ο. δύο επιταγές ποσού καθεμία 500.000 δρχ. με αριθμούς ... και ... και ημερομηνία έκδοσης 12/7/2000 και 12/8/2000 αντίστοιχα και απέστειλε αυτές στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στην τελευταία.

Όπως όμως αποδεικνύεται από τις βεβαιώσεις της Νομαρχίας η Α. Ο. δεν είχε πρόβατα κι επομένως δεν ήταν δυνατό να έχει παραδώσει γάλα. Η δεύτερη επιταγή ποσού 500.000 δρχ. εισπράχθηκε από τον 2ο κατηγορούμενο Μ. Β.. Ο τελευταίος εξάλλου, με σχετικά δελτία αποστολής μεταφέρει δήθεν 464 και 318 κιλά γάλα, τα οποία παρέλαβε από την παραπάνω κατ/νη και παρέδωσε στον 3ο κατ/νο (Κ.

Β.), υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου, ο οποίος δήθεν τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο Ν. Λ.. 7. Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 7/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα της Μ. Δ. προέβλεψε ότι αυτή μπορεί να παραδώσει 25.000 κιλά γάλα και ζητά να εκδοθούν ως προκαταβολή δύο επιταγές ποσού 3.000.000 δρχ.

με ημερομηνία έκδοσης 12/7/2000 και ποσού 1.000.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης 12/8/2000, ήτοι σύνολο 4.000.000 δρχ. χαρακτηρίζοντας αυτή ως νέα κτηνοτρόφο. Έτσι ο άνω Δ/ντής εξέδωσε σε διαταγή της άνω Μ. Δ. τις ... και ... επιταγές και τις απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στην εν λόγω κτηνοτρόφο, η οποία όπως αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της Νομαρχίας δεν είχε πρόβατα..

Μετά από πλαστογράφηση της υπογραφής της άνω κτηνοτρόφου, την επιταγή των 3.000.000 δρχ. την εισέπραξε ο κατ/νος Π. Ν., ενώ εκείνη του 1.000.000 δρχ. ο 2ος κατ/νος Μ. Β.. Ο τελευταίος εξάλλου με δελτία αποστολής φέρεται ότι μετέφερε 601 κιλά γάλα που παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου 3ο κατηγορούμενο (Κ.

Β.) ο δε Ν. Τ. φέρεται ότι μετέφερε 1206 κιλά γάλα, τα οποία παρέδωσε στον Κ. Δ. [αναιρεσείοντα], υπεύθυνο του σταθμού Αβγού, οι οποίοι στη συνεχεία τα παρέδωσαν δήθεν στον κατηγορούμενο Ν. Λ..

8.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 21/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Π. Ρ. προβλέπει ότι αυτός μπορεί να παραδώσει. 20.000 κιλά γάλα, αν και δεν είχε πρόβατα, και ζητά να εκδοθούν δύο επιταγές ως προκαταβολή ποσού 2.000.000 δρχ. καθεμία με ημερομηνίες έκδοσης 26/7/2000 και 26/8/2000. Έτσι ο παραπάνω Δ/ντης εξέδωσε σε διαταγή του εν λόγω κτηνοτρόφου τις ... και ... επιταγές ποσού καθεμία 2.000.000 δρχ. Τις επιταγές αυτές εμφάνισε και εισέπραξε ως κομιστής ο κατηγορούμενος Π. Ν.. Ο 2ος κατ/νος [Μ. Β.] με σχετικά δελτία αποστολής φέρεται ότι μετέφερε 1078, 778, 1827, 463 κιλά γάλα τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [Κ. Β.] και αυτός στη συνέχεια στο Ν. Λ..

9.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 5/4/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Δ. Κ., χαρακτήρισε αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο και ότι μπορεί να παραδώσει γάλα από τις 15/4/2000 και ζήτησε να του δοθεί προκαταβολή ποσού 3.000.000 δρχ. Έτσι ο παραπάνω διευθυντής εξέδωσε στις 11/4/2000 την ... επιταγή ποσού 3.000.000 δρχ. και την απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθεί στον δικαιούχο κτηνοτρόφο, ο οποίος όμως δεν είχε πρόβατα. Την εν λόγω επιταγή την εμφάνισε και την εισέπραξε ο 2ος κατ/νος (Μ. Β.). Ο τελευταίος εξάλλου με σχετικά δελτία αποστολής φέρεται να μεταφέρει από 1/6/2000 έως 20/6/2000, 1107 κιλά γάλα, και από 11/5/2000 έως 31/5/2000, 1394 κιλά γάλα τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατ/νο Κ. Β.] και αυτός στον Ν. Λ..

10.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 15/10/1999 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Κ. Ζ., χαρακτήρισε αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο, προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει τριάντα (30) τόνους γάλα, και προς τούτο ζήτησε να δοθεί προκαταβολή σε αυτόν ποσού 4.000.000 δρχ. Έτσι ο παραπάνω διευθυντής εξέδωσε τις με αριθμ. ... με ημερομηνία έκδοσης 21/10/1999 και ... επιταγές με ημερομηνία έκδοσης 21/11/1999, ποσού 2.000.000 δρχ. η κάθε μία, που απεστάλησαν στον 1ο κατηγορούμενο για να παραδοθούν στον εν λόγω κτηνοτρόφο, ο οποίος όμως από το 1975 ζει στη Γερμανία και δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή γάλακτος. Τις επιταγές αυτές, αφού πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του Κ. Ζ. εισέπραξε ως κομιστής την με πρώτη ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] την δε 2η ο Κ. Σ.. Ο ίδιος εξάλλου, 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] φέρεται να έχει μεταφέρει από 9/1/2000 έως 31/1/2000 899 κιλά γάλα, από 1/2/2000 έως 29/2/2000 1506 κιλά γάλα, από 1/3/2000 έως 31/3/2000 1585 κιλά γάλα, από 1/4/2000 έως 30/4/2000 1535 κιλά γάλα, από 1/5/2000 έως 31/5/2000 1553 κιλά γάλα, από 1/6/2000 έως 20/6/2000 562 κιλά γάλα, από 19/2/2001 έως 28/2/2001 424 κιλά γάλα, από 1/3/2001 έως 31/3/2001 1254 κιλά γάλα, από 1/4/2001 έως 30/4/2001 1063 κιλά γάλα, από 1/5/2001 έως 28/5/2001 961 κιλά γάλα τα οποία παρέδωσε, δήθεν, στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο Κ. Β.] και αυτός τα απέστειλε στο εργοστάσιο και τα παρέλαβε ο Ν. Λ..

11.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 26/3/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα της Ε. Γ., χαρακτήρισε αυτή ως νέα κτηνοτρόφο, προέβλεψε ότι μπορεί να δώσει 20.000 κιλά γάλα και ζήτησε να της δοθούν ως προκαταβολή 4.000.000 δρχ. αν και αυτή δεν έχει πρόβατα και συνεπώς δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα Έτσι ο παραπάνω διευθυντής εξέδωσε τις ... και ... επιταγές σε διαταγή της Ε. Γ. με ημερομηνίες έκδοσης 30/6/2000 και 28/7/2000 αντίστοιχα, ποσού 2.000.000 δρχ. καθεμία. Τις επιταγές αυτές έχει εισπράξει ως τελευταίος κομιστής ο Ν. Ν., αφού πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της Ε. Γ.. Ο 2ος κατ/νος [Μ. Β.] με σχετικά δελτία αποστολής φέρεται ότι μετέφερε από 4/3/01 μέχρι 31/3/01, 677 κιλά γάλα, από 1/4/01 μέχρι 30/4/01, 918 κιλά γάλα, από 15/01 μέχρι 29/5/01, 1002 κιλά γάλα τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο Κ. Β.] και αυτός τα απέστειλε στο εργοστάσιο και τα παρέλαβε ο Ν. Λ.. Εξάλλου, ο Ν. Τ. φέρεται ότι μετέφερε από 21/6/2001 μέχρι 30/6/01, 369 κιλά γάλα, και από 1/7/01 μέχρι 29/7/01, 1314 κιλά γάλα, τα οποία παρέδωσε στον Κ. Δ. [αναιρεσείοντα], υπεύθυνο του σταθμού Αβγού και αυτός τα απέστειλε στον άνω Ν. Λ..

12.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 6/11/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Δ. Σ. προέβλεψε ότι δήθεν αυτός μπορεί να παραδώσει 15.000 κιλά γάλα και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί προκαταβολή 3.000.000 δρχ. και έτσι ο παραπάνω Δ/ντής εξέδωσε τις αριθμ. ... και ... επιταγές ποσού 2.000.000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. αντίστοιχα με ημερομηνίες έκδοσης 13/11/2000 και 10/12/2000 και απέστειλε αυτές στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στον παραπάνω κτηνοτρόφο, που όμως δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από τους Γ. Ν. και Φ. Μ.. Ο 2ος κατ/νος [Μ. Β.] με σχετικά δελτία αποστολής φέρεται ότι από 17/5/2001 μέχρι 31/5/2001 332 κιλά γάλα το οποίο παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο Κ. Β.] και αυτός τα απέστειλε στο εργοστάσιο και τα παρέλαβε ο Ν. Λ.. Εξάλλου, ο Ν. Τ. φέρεται ότι μετέφερε από 1/7/01 μέχρι 31/7/01, με τα υπ’ αριθμ. 414, 418, 422, 426, 430, 434, 438, 442, 447, 452, 457, 462, 472, 477, 482, 487 δελτία αποστολής, 900 κιλά γάλα και από 1/7/2001 μέχρι 31/7/2001 1498 κιλά γάλα τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Αβγού [αναιρεσείοντα] και αυτός τα απέστειλε στο εργοστάσιο και τα παρέλαβε ο άνω Ν. Λ..

13- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 7/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Π. Σ., χαρακτήρισε αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο, προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει 15.000 κιλά γάλα, και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί προκαταβολή 3.000.000 δρχ. Έτσι ο άνω Δ/ντής εξέδωσε τις αριθμ. ...

και ... επιταγές ποσού καθεμία 1.500.000 δρχ., με ημερομηνίες έκδοσης 14/7/2000 και 12/8/2000 αντίστοιχα σε διαταγή του Π. Σ., που όμως δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν η μεν πρώτη από τον Π. Σ., η δε δεύτερη κατόπιν οπισθογράφησης του Π. Σ. από τον 2ο κατηγορούμενο, Μ.

Β.. Ο τελευταίος εξάλλου, φέρεται με τα σχετικά δελτία αποστολής να μεταφέρει από 1/5/2001 μέχρι 31/5/2001, 2.179 και 518 κιλά γάλα τα οποία παραλαμβάνει δήθεν από τον άνω κτηνοτρόφο και τα παραδίδει στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο Κ. Β.] ο οποίος τα απέστειλε στο εργοστάσιο και τα παρέλαβε δήθεν ο άνω Ν.

Λ..- 14.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 8/7/1999 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Χ. Π., χαρακτήρισε αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο, προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει 30.000 κιλά γάλα και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί προκαταβολή 5.000.000 δρχ., με επιταγές εκδόσεως 13/7/1999 για ποσό 2.500.000 δρχ.

και 13/8/1999 για ποσό 2.500.000 δρχ. Ο Ε. Π. εξέδωσε τις ... και ... επιταγές ποσού 2.500.000 δρχ. εκάστη, σε διαταγή Χ. Π. και απέστειλε αυτές στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στον τελευταίο, που όμως δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία. Τις παραπάνω επιταγές, εισέπραξε κατόπιν οπισθογράφησης ο Μ.

Β.. Ο τελευταίος, με τα σχετικά δελτία αποστολής φέρεται να μεταφέρει 414, 1844, 2047, 1988, 2059, 760, 771, 1327, 1161, 1308, και 345 κιλά γάλα, τα οποία παραλάμβανε δήθεν από τον Χ. Π. και τα παρέδιδε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο, Κ. Β.], ο οποίος και τα απέστειλε στο εργοστάσιο όπου τα παραλάμβανε δήθεν ο Ν.

Λ..

15.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 15/10/1999 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα της Β. Ν., χαρακτήρισε αυτήν ως νέα κτηνοτρόφο, προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει 18.000 κιλά γάλα και προς τούτο ζήτησε να της δοθεί προκαταβολή 3.000.000 δρχ. αν και αυτή δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία. Έτσι ο παραπάνω δ/ντής εξέδωσε τις ... και ... επιταγές, ποσού 2.000.000 δρχ. και 1.000.000 δρχ. με ημερομηνίες έκδοσης 22/10/1999 και 21/11/1999 αντίστοιχα. Την επιταγή των 2.000.000 δρχ. κατόπιν λευκής οπισθογράφησης της Β. Ν., την εισέπραξε ο 2ος κατηγορούμενος που δήθεν μετέφερε το γάλα αυτής, ενώ την επιταγή του 1.000.000 δρχ. την εισέπραξε ο Ν. Ν.. Εξάλλου, ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] με δελτία αποστολής φέρεται ότι μετέφερε 426, 864, 838, 875, 366, 516, 755, και 778 κιλά γάλα τα οποία παραλάμβανε δήθεν από την Β. Ν. και τα παρέδιδε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο, Κ. Β.], ο οποίος και τα απέστειλε στο εργοστάσιο όπου τα παραλάμβανε δήθεν ο Ν. Λ..

16.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 20/3/2001 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Γ. Κ., προέβλεψε ότι αυτός μπορεί να παραδώσει 70 κιλά γάλα ημερησίως και προς τούτο ζήτησε να δοθούν προκαταβολή 2.000.000 δρχ. αν και αυτός δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία Έτσι ο παραπάνω Δ/ντής εξέδωσε σε διαταγή του Γ. Κ. την ... επιταγή ποσού 2.000.000 δρχ. με ημερομηνία 28/3/2001 και απέστειλε αυτή στο εργοστάσιο προκειμένου να εισπραχθεί από τον δικαιούχο της. Ο Α. Φ. παρέλαβε ως εγγύηση από τον Γ. Κ. ισόποση συναλλαγματική την οποία αποδέχτηκε ο τελευταίος, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] φέρεται ότι μετέφερε 1324, 2092 και 1941 κιλά γάλα, τα οποία παρέλαβαν οι προαναφερόμενοι.

17.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 6/3/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Α. Κ. προέβλεψε ότι δήθεν αυτός μπορεί να παραδώσει γάλα χαρακτηρίζοντας αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο, και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί προκαταβολή ποσού 3.000.000 δρχ.

αν και αυτός δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία Έτσι, ο προαναφερόμενος δ/ντής εξέδωσε σε διαταγή του Α. Κ. την ... επιταγή ποσού 3.000.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης 9/3/2000 την οποία απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθεί στον δικαιούχο αυτής. Την επιταγή αυτή κατόπιν οπισθογράφησης του Α.

Κ., εισέπραξε ο 2ος κατηγορούμενος Ο τελευταίος, εξάλλου, με τα σχετικά δελτία αποστολής φέρεται ότι μετέφερε 1483, 2145, 1094, 700, 729, 760, 726, 1292 κιλά γάλα το οποίο παρέλαβαν δήθεν οι υπεύθυνοι των σταθμών Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενος Κ. Β.] και Αβγού [αναιρεσείων] και τελικά ο Ν. Λ.. 18.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 1/9/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Α.

Ν., προέβλεψε ότι δήθεν αυτός μπορεί να παραδώσει 20.000 κιλά γάλα και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί προκαταβολή ποσού 3.000.000 δρχ. Έτσι ο παραπάνω δ/ντής εξέδωσε σε διαταγή του Α. Ν. την ... επιταγή ποσού 2.000.000 δρχ, με ημερομηνία έκδοσης 9/9/2000 και την ... επιταγή ποσού 1.000.000 δρχ. με ημερομηνία έκδοσης 9/10/2000 και τις απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθούν σ’ αυτόν τις οποίες και παρέλαβε αν και αυτός δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία.

Την επιταγή αυτή εισέπραξε μετά από οπισθογράφηση του Α. Ν., ο Η. Ν.. Εξάλλου, ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] με δελτία αποστολής φέρεται ότι μετέφερε 664, 765, 769 κιλά γάλα τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο Κ. Β.] ο οποίος και τα απέστειλε στο εργοστάσιο, και παρέλαβε ο Ν. Λ..

Επίσης ο Ν. Τ. φέρεται ότι μετέφερε 470 και 1326 κιλά γάλα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Αβγού (αναιρεσείοντα, Κ. Δ.) και ο οποίος τα απέστειλε στο εργοστάσιο όπου τα παρέλαβε [δήθεν] επίσης ο Ν. Λ.. 19.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 21/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Μ.

Δ., προέβλεψε ότι αυτός μπορεί να παραδώσει 25.000 κιλά γάλα και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί ως προκαταβολή 5.000.000 δρχ. Έτσι ο παραπάνω διευθυντής εξέδωσε τις ... και ... επιταγές ποσού 3.000.000 και 2.000.000 δρχ. με ημερομηνίες 1/8/2000 και 26/8/2000 αντίστοιχα και τις απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στον Μ. Δ.. Επειδή ο άνω κτηνοτρόφος είχε λάβει την προαναφερόμενη προκαταβολή το έτος 2000, και εφέρετο ότι δια του μεταφορέως 2ου κατηγορουμένου [Μ.

Β.] είχε παραδώσει 2001 αξία γάλακτος μόνο 1.688.047 δρχ., η εγκαλούσα εταιρεία με την από 23/4/2002 αγωγή της ζήτησε να της επιστραφεί το υπόλοιπο ποσό της προκαταβολής, ήτοι 3.311.953 δρχ. Ο εναγόμενος με την από 19/11/2002 δήλωση του προς αυτή, της γνωστοποιούσε ότι δεν έχει εισπράξει κανένα ποσό προκαταβολής και ουδέποτε είχε παραδώσει γάλα σ’ αυτή.

Τις παραπάνω δε επιταγές κατόπιν πλαστογραφήσεως της υπογραφής του Μ. Δ. είχαν εισπράξει την μεν πρώτη ο Π. Ν., τη δε δεύτερη ο Δ. Σ.. Εξάλλου, ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] με δελτία αποστολής που εξέδωσε για το διάστημα από 4/3/2001 μέχρι 31/3/2001 φαίνεται ότι μετέφερε 650 κιλά γάλα, από 1/4/2001 έως 30/4/2001 968 κιλά γάλα και από 1/5/2001 έως 29/5/22001 1.518 κιλά γάλα που παρέλαβε δήθεν από τον Μ.

Δ. και τα παρέδωσε στον 3ο κατηγορούμενο [Κ. Β.] και αυτός στη συνέχεια στον Ν. Λ.. Επίσης ο Ν. Τ. με τα δελτία αποστολής που εξέδωσε φέρεται ότι από 14/6/2001 έως 30/6/2001 μετέφερε 788 κιλά γάλα, από 1/7/2001 μέχρι 29/7/2001 1.411 κιλά γάλα, τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Αβγού [τον αναιρεσείοντα Κ. Δ.], ο οποίος [δήθεν] τα απέστειλε στο εργοστάσιο, όπου τα παρέλαβε ο ίδιος Ν.

Λ..

20.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 13/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Ν. Σ. χαρακτήρισε αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο και προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει ετησίως 10.000 κιλά. γάλα αν και αυτός δεν είχε πρόβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδώσει γάλα στην εταιρεία. Έτσι η εταιρεία εξέδωσε τις ... και ... τραπεζικές επιταγές ποσού 800.000 δρχ. και 700.000 δρχ., σε διαταγή του τελευταίου και τις απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στον δικαιούχο. Ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] σύμφωνα με τα δελτία αποστολής που εξέδωσε φαίνεται ότι μετέφερε 4.108 κιλά γάλα, τα οποία παρέδωσε στον 3ο κατηγορούμενο [Κ. Β.], ο οποίος και τα απέστειλε στο εργοστάσιο, όπου τα παρέλαβε [δήθεν] ο Ν. Λ..

21. - Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 30-6-2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Ι. Γ., χαρακτήρισε αυτόν ως νέο κτηνοτρόφο, προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει ετησίως 17.000 κιλά γάλα, και προς τούτο ζήτησε να του δοθεί ως προκαταβολή το ποσό των 3.500.000δρχ.

Έτσι η εταιρία εξέδωσε τις ... και ... επιταγές ποσού 2.000.000δρχ. και 1,500.000 δρχ. αντίστοιχα, σε διαταγή του Ι. Γ. και τις απέστειλε στο εργοστάσιο για να παραδοθούν στο δικαιούχο. Επειδή ο Ι. Γ. δεν είχε παραδώσει γάλα μέχρι τις 25/5/2001, ο άνω Δ/ντής Ε. Π. με το από 26/5/2001 εσωτερικό του σημείωμα διαμαρτυρήθηκε προς τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος με το από 28/5/2001 σημείωμα του τον διαβεβαίωσε ότι ο Ι.

Γ. ξεκίνησε να παραδίδει γάλα και ότι είναι βέβαιο πως θα κλείσει το ποσό της προκαταβολής. Αν και ο εν λόγω Ι. Γ. δεν είχε ζώα, ο Ε. Μ. με τα δελτία αποστολής που εξέδωσε φαίνεται ότι μετέφερε 534 κιλά γάλα, τα οποία παρέδωσε στον υπεύθυνο του σταθμού Αβγού [αναιρεσείοντα, Κ. Δ.] αυτός δε τα απέστειλε [δήθεν] στο εργοστάσιο, όπου τα παρέλαβε ο Ν.

Λ.. 22.- Ο 1ος κατηγορούμενος με την από 21/7/2000 επιστολή του προς τον παραπάνω Δ/ντή της εταιρείας, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα της Μ. Ζ., προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει ετησίως 25.000 κιλά γάλα και ζήτησε να της δοθεί προκαταβολή ποσού 5.000.000δρχ. Η εταιρία εξέδωσε τις ... και ... επιταγές ποσού 1.000.000δρχ.

και 2.000.000δρχ., αντίστοιχα, σε διαταγή της Μ. Ζ., τις οποίες και απέστειλε αυτές στον 1ο κατηγορούμενο. Την πρώτη επιταγή την εισέπραξε ως κομιστής ο Θ. Α., τη δε δεύτερη ο Π. Ν.. Με σημείωμα του, ο Δ/ντης της εταιρείας Ε. Π. γνωστοποίησε στον 1ο κατηγορούμενο ότι η συγκεκριμένη κτηνοτρόφος καθυστέρησε στην παράδοση του γάλακτος, και ο τελευταίος με το από 28/5/2001 σημείωμα του, ανέφερε ότι αυτή είχε αρχίσει να παραδίδει γάλα, αν και δεν είχε καμία συναλλαγή με την εν λόγω εταιρεία.

Εν τούτοις, ο 2ος κατηγορούμενος [Μ. Β.] με τα δελτία αποστολής που εξέδωσε φαίνεται ότι μετέφερε 323 και 377 κιλά γάλα, τα οποία απέστειλε στον 3ο κατηγορούμενο [Κ. Β.] και αυτός τα παρέδωσε στον Ν. Λ.. 23.- Ο 1ος κατηγορούμενος, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Δ. Μ., και προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει ετησίως 25.000 κιλά γάλα, ζήτησε από την εγκαλούσα εταιρεία να του δοθεί προκαταβολή ποσού 1.500.000 δρχ.

Η εταιρία πράγματι εξέδωσε σε διαταγή του παραπάνω κτηνοτρόφου τις ... και ... επιταγές ποσού 800.000 δρχ. και 700.000 δρχ. αντίστοιχα και τις απέστειλε στο εργοστάσιο και συγκεκριμένα στον 3ο κατηγορούμενο [Κ. Β.] για να παραδοθούν στον προαναφερόμενο δικαιούχο. Αν και ο Δ. Μ. δεν είχε πρόβατα τα έτη 1999 έως και 2001, οι κατηγορούμενοι Π.

Ν. και Α. Τ. φέρονται ότι μετέφεραν ο μεν πρώτος 4.504 κιλά γάλα, ο δε δεύτερος 887 κιλά γάλα, και ότι τις ποσότητες αυτές τις παρέδωσαν στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο, Κ. Β.] και αυτός τις απέστειλε στο εργοστάσιο, όπου τις παρέλαβε ο Ν. Λ..

24.- Ο 1ος κατηγορούμενος, αφού είχε ελέγξει δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Χ. Σ., και προέβλεψε ότι μπορεί να παραδώσει ετησίως 15.000 κιλά γάλα, ζήτησε από την εγκαλούσα εταιρεία να του δοθεί προκαταβολή ποσού 2.000.000 δρχ. Έτσι η εταιρία εξέδωσε σε διαταγή του παραπάνω κτηνοτρόφος την ... επιταγή, ποσού 2.000.000 δρχ.

Ο Χ. Σ. δεν είχε πρόβατα και συνεπώς δεν είχε γάλα να παραδώσει στην εγκαλούσα εταιρία. Εντούτοις, ο 3ος κατηγορούμενος [Κ. Β.], το Φεβρουάριο του 2001 με εικονικά δελτία αποστολής που εξέδωσε φέρεται ότι παρέλαβε γάλα συνολικής αξίας 3.477.102 δρχ. από τον παραπάνω κτηνοτρόφο. 25.- Ο 1ος κατηγορούμενος, αφού έλεγξε δήθεν την κτηνοτροφική μονάδα του Σ.

Λ. πρότεινε να του δοθεί προκαταβολή για αγορά γάλακτος. Έτσι η εγκαλούσα εταιρία με επιταγές κατέβαλε την 13/1/99 1.000.000δρχ., την 4/5/99 600.000δρχ., την 8/6/99 3.500.000δρχ., την 11/8/99 500.000δρχ., την 26/4/2000 1.000.000δρχ., την 26/5/2000 4.000.000δρχ., την 2/2/2001 1.000.000δρχ., την 30/4/2001 1.000.000δρχ. Ο δε 1ος κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρίας υπέγραψε με τον παραπάνω κτηνοτρόφο την από 9/6/99 σύμβαση για αγορά από 1/1/99 έως 31/8/99 περίπου 20.000 κιλών γάλα με τη δήλωση ότι ο αντισυμβαλλόμενος του έχει 200 γαλακτοφόρα πρόβατα.

Ο Σ. Λ. δεν είχε πρόβατα. Οι οδηγοί Π. Ν. και Γ. Π. εξέδωσαν εικονικά δελτία αποστολής - μεταφοράς γάλακτος και φέρονταν ότι μετέφεραν γάλα ( ήτοι 56.728 κιλά γάλα πρόβειο και 815 κιλά γάλα γιδίσιο), το οποίο παρελάμβαναν [δήθεν] από τον παραπάνω κτηνοτρόφο και παρέδιδαν στον υπεύθυνο του σταθμού Καρβουναρίου [3ο κατηγορούμενο, Κ.

Β.] και αυτός τ’ απέστελλε στο εργοστάσιο, στον Αμμότοπο Άρτας, όπου το παραλάμβανε ο Ν. Λ.. Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε και τα εξής: "Η αξιόποινη πράξη της κατ’ εξακολούθηση απάτης από κοινού, η οποία αποδίδεται στους κατηγορουμένους, συνίσταται στο ότι αυτοί, ως απασχολούμενοι με διάφορες σχέσεις και ιδιότητες στην πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ήπειρος, Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων Γάλακτος", από κοινού ενεργούντες, παρέστησαν ψευδώς στα αρμόδια όργανα της εν λόγω εταιρείας, ο μεν 1ος (Ι.

Κ.) ότι, κατόπιν ελέγχου εκ μέρους του των κτηνοτροφικών μονάδων των αναφερομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα κτηνοτρόφων, είχε διαπιστώσει, ότι αυτοί είναι κτηνοτρόφοι, ότι κατείχαν ζώα και ότι μπορούσαν να παρέξουν στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία ποσότητες γάλακτος και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούνται χρηματικών προκαταβολών από την εταιρεία για τις εν λόγω εκ μέρους τους παρασχεθησόμενες ποσότητες γάλακτος, ενώ η αλήθεια είναι ότι οι ανωτέρω δεν δικαιούνταν χρηματικές προκαταβολές, διότι δεν μπορούσαν να παραδώσουν γάλα, καθόσον δεν ήταν κτηνοτρόφοι και δεν είχαν ζώα, ο 2ος (Μ.

Β.) ότι είχε παραλάβει, μεταφέρει και παραδώσει στους τρίτο και τέταρτο κατηγορουμένους τις αναφερόμενες στο προσβαλλόμενο βούλευμα ποσότητες γάλακτος από τους ανωτέρω κτηνοτρόφους, ενώ η αλήθεια είναι ότι ουδεμία ποσότητα γάλακτος είχε παραλάβει και παραδώσει στους 3ο και 4ο κατηγορουμένους από τους παραπάνω δήθεν κτηνοτρόφους, και οι 3ος (Κ.

Β.] και 4ος (Κ. Δ. - αναιρεσείων) κατηγορούμενοι, ότι είχαν παραλάβει στους σταθμούς συγκεντρώσεως γάλακτος Καρβουναρίου Θεσπρωτίας και Αβγού Ιωαννίνων, αντιστοίχως, και τις ανωτέρω ποσότητες γάλακτος, τις οποίες φέρονταν, ότι τους είχε παραδώσει ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ η αλήθεια είναι ότι ουδεμία από τις ποσότητες αυτές είχαν παραλάβει, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο 2ος κατηγορούμενος δεν τους είχε παραδώσει τις εν λόγω ποσότητες γάλακτος και ότι, εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεων των κατηγορουμένων, η πολιτικώς ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 94.600.000 δρχ., το οποίο, λόγω των ψευδών αυτών παραστάσεων, προκατέβαλε στους ανωτέρω δήθεν κτηνοτρόφους, για τις ποσότητες γάλακτος, τις οποίες αυτοί θα της προσέφεραν και τις οποίες δεν της προσέφεραν.

Ενόψει τούτων, και των όσων εκτίθενται στην αμέσως επόμενη σκέψη, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων και για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, η προεκτεθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνιστά την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου σ’ αυτούς εγκλήματος της απάτης, κατ’ εξακολούθηση, από κοινού, με συνολικό όφελος άνω των 25.000.000 δρχ., αφού με τις προεκτεθείσες συγκλίνουσες διαδοχικές ενέργειες αυτών πραγματώθηκε η όλη αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και επήλθε το ανωτέρω συνολικό εγκληματικό αποτέλεσμα.

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων: α) Κ. Σ. Β., περί του ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται και για ποσότητες γάλακτος, τις οποίες φέρεται ότι παρέλαβε μετά την αποχώρηση του, την 5-6-2001, από το σταθμό Καρβουναρίου Θεσπρωτίας και β) Κ. Χ. Δ.: Ι) περί του ότι, ενώ ήταν αρμόδιος για την παραλαβή γάλακτος στο σταθμό Αβγού Ιωαννίνων, παραπέμπεται και για ποσότητες γάλακτος, οι οποίες είχαν παραδοθεί στον σταθμό Καρβουναρίου Θεσπρωτίας και Π) περί του ότι και κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, η ζημία από τις ανωτέρω ως ψευδείς φερόμενες παραστάσεις του ανέρχεται σε 24.500.000 δρχ., το οποίο αποτελεί το σύνολο του προκαταβληθέντος ποσού στους δήθεν κτηνοτρόφους, το γάλα των οποίων φέρεται, ότι παρέλαβε, στερούνται εννόμου επιρροής.

Και τούτο, διότι αφού οι εν λόγω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι συνέβαλαν στην πραγματοποίηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος ο μεν πρώτος με τις προ της 5-6-2001ψευδείς παραστάσεις του, ο δε δεύτερος με τις ψευδείς παραστάσεις του σχετικές με την παραλαβή γάλακτος στον σταθμό Αβγού Ιωαννίνων, με μόνες τις ενέργειες τους αυτές συνέβαλαν και συμμετείχαν στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι η ζημία της πολιτικώς ενάγουσας από τις προεκτεθείσες ενέργειες των εν λόγω κατηγορουμένων συνίσταται στην αξία του γάλακτος, το οποίο φέρεται να έχει παραλάβει ο καθένας από αυτούς, ενώ, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η εν λόγω ζημία, δεν συνίσταται στην αξία του ανωτέρω γάλακτος, αλλά στα ποσά, τα οποία, εξ αιτίας των προαναφερθεισών ψευδών παραστάσεων των κατηγορουμένων, παραπείσθηκε και προκατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα και το οποίο ποσό ανέρχεται σε 94.600.000 δρχ.

Για τους λόγους αυτούς, ως προς τον τέταρτο εκκαλούντα [αναιρεσείοντα], ενόψει των παραπάνω παραδοχών του προσβαλλόμενου βουλεύματος, δεν ασκεί επιρροή στον κακουργηματικό χαρακτήρα της αποδιδομένης σ’ αυτόν ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, το ότι στο εν λόγω βούλευμα αναφέρεται, ότι η ζημία της πολιτικώς ενάγουσας από τις εκ μέρους του ως ψευδείς φερόμενες παραστάσεις ανέρχεται σε 24.500.000 δρχ., αφού για τον κακουργηματικό ή μη χαρακτήρα του παραπάνω εγκλήματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική ζημία ή το συνολικό όφελος από την εγκληματική δραστηριότητα όλων των συναυτουργών, στο οποίο αυτοί απέβλεψαν με την κοινή, με την προεκτεθείσα έννοια, δράση τους και το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, ανέρχεται εν προκειμένω σε 94.600.000 δρχ.

Άλλωστε, το ανωτέρω ποσό των 24.500.000 δρχ. τέθηκε για τον επακριβέστερο και μόνο προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Τούτο συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του εκκαλουμένου βουλεύματος. Ειδικότερα, δε από το ότι, όπως προκύπτει από το εν λόγω βούλευμα, επιμερίζονται μ’ αυτό οι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι, κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου, μπορούσαν να προσφέρουν γάλα, αφενός μεν σε εκείνους, οι οποίοι, εν συνεχεία, εμφανίζονται να παραδίδουν το γάλα τους, δια του δευτέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου, στο σταθμό Καρβουναρίου, αφετέρου δε σε εκείνους, οι οποίοι φέρονται να παρέδωσαν το γάλα τους στον τέταρτο εκκαλούντα αναιρεσείοντα], στον σταθμό Αβγού.

Οι προκαταβολές δε της πολιτικώς εναγούσης σ’ όλους αυτούς ανήλθαν, όπως προκύπτει από τα όσα αποδίδονται στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, πιστοποίησε για όλους, το συνολικό ποσό των 94.600.000 δρχ. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 470 ΚΠΔ, πρέπει το Συμβούλιο τούτο να χωρήσει στον επακριβή καθορισμό της κατηγορίας ως προς τον παραπάνω τέταρτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ως προς το προαναφερθέν σημείο της, κατά τα παραπάνω, αποδιδομένης σ’ αυτόν αξιοποίνου πράξεως, προσδιορίζον την εκ της πράξεως του ζημία της πολιτικώς εναγούσης από το ποσό των 24.500.000 δρχ.

στο πραγματικό ποσό των 94.600.000 δρχ., σύμφωνα με το διατακτικό. Το ίδιο πρέπει να πράξει και ως προς τον εκ των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Μ. Ι. Β., ως προς την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ’ εξακολούθηση, από κοινού, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από το εκκαλούμενο βούλευμα, η εκ της εν λόγω πράξεως ζημία φέρεται ανερχομένη σε 70.000.000 δρχ., αντί του πραγματικού ποσού των 94.600.000 δρχ.

Επίσης, ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο [Ι. Κ.], κατ’ επακριβέστερο καθορισμό της κατηγορίας, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η, κατά τα παραπάνω, αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης, τελέσθηκε από κοινού και με τον τρίτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Μ. Ι. Β., όπως γίνεται δεκτό στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, χωρίς, όμως, εκ προφανούς παραδρομής, να αναφέρεται τούτο, ήτοι το όνομα του τρίτου εκκαλούντος και στο διατακτικό του εν λόγω βουλεύματος".

Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ενόψει ων ανωτέρω προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος και των λοιπών εκκαλούντων συγκατηγορουμένων του για τις αποδιδόμενες σ’ αυτούς αξιόποινες πράξεις. δηλαδή για απάτη κατ’ εξακολούθηση από κοινού, από την οποία η περιουσιακή ζημία της εγκαλούσας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ανερχόμενη συνολικά σε 94.600.000 δρχ..-. 3. -Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ως προς τον αναιρεσείοντα, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Ειδικότερα: 1] Κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος προς την εγκαλούσα εταιρεία συνίσταντο στο ότι, είχε παραλάβει, ως υπεύθυνος για την παραλαβή γάλακτος στο σταθμό συγκεντρώσεως Αβγού Ιωαννίνων, τις ποσότητες γάλακτος, που φέρονταν ότι του είχε παραδώσει ο 2ος κατηγορούμενος Μ.

Β., ενώ η αλήθεια ήταν ότι καμία από τις ποσότητες αυτές δεν είχε παραλάβει, και ότι "με μόνες τις ενέργειές του αυτές συνέβαλε και συμμετείχε στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος", δηλαδή στην απάτη κατ’ εξακολούθηση από κοινού, από την οποία η περιουσιακή ζημία της εγκαλούσας ανήλθε συνολικά σε 94.600.000 δρχ., και ότι το γεγονός ότι με τις άνω [μερικότερες] πράξεις του είχε προκαλέσει ζημία στην εγκαλούσα μόνο 24.500.000 δρχ.

στερείτο εννόμου επιρροής, διότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα ή μη του παραπάνω εγκλήματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική ζημία ή το συνολικό όφελος από την εγκληματική δραστηριότητα όλων των συναυτουργών στο οποίο αυτοί απέβλεψαν με την κοινή δράση τους. Ούτε όμως από το αιτιολογικό του βουλεύματος, αλλά ούτε και από το διατακτικό του προκύπτει με σαφήνεια ότι η όλη κατ’ εξακολούθηση κακουργηματική απάτη τελέστηκε κάτω από κοινό δόλο του αναιρεσείοντος και των φερόμενων ως συναυτουργών του, δηλαδή θέλοντας αυτός ή αποδεχόμενος την πραγμάτωση της όλης αντικειμενικής υπόστασης της άνω κατ’ εξακολούθηση κακουργηματικής πράξης, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.

Συγκεκριμένα, δεν υπάρχουν παραδοχές στο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων ενήργησε μετά από κοινή συναπόφαση που έλαβε εξ αρχής, δηλαδή πριν ή κατά την τέλεση της πρώτης μερικότερης πράξης, με τους λοιπούς συναυτουργούς, για την συντέλεση της όλης κατ’ εξακολούθηση πράξης της απάτης με ζημία 94.600.000 δρχ. Το κρίσιμο δε αυτό περιστατικό δεν μπορεί να συναχθεί από τα όσα εκτίθενται στο βούλευμα σχετικά με τη δραστηριότητα αυτού και των φερόμενων ως συναυτουργών του, ενόψει και του ότι: [α] Από τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό του βουλεύματος, όπως αυτά προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι από τις 26 μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής απάτης, που φέρονται ότι τέλεσαν από κοινού ο αναιρεσείων και οι τρεις πιο πάνω συγκατηγορούμενοί του, στο χρονικό διάστημα 13.1.1999 έως 4.9.2001, περιστατικά συναυτουργικής συμμετοχής του αναιρεσείοντος αναφέρονται μόνο για έξι από αυτές [περιπτώσεις των Ε.

Γ., Δ. Σ., Α. Κ., Α. Ν., Μ. Δ. και Ι. Γ., με αριθ. 11, 12, 17, 18, 19 και 21 πιο πάνω], οι οποίες χρονικά τοποθετούνται από τον Απρίλιο του 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2001, η ζημία δε που προκλήθηκε στην εγκαλούσα από αυτές ανέρχεται συνολικά σε 21.5000.000 δρχ.- β] Σύμφωνα με το διατακτικό, όπως αυτό προεκτέθηκε, του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/ών Ιωαννίνων, που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων παραπέμπεται για να δικαστεί μόνο για 7 κατ’ εξακολούθηση, και κατά συναυτουργία πράξεις, τις 6 προαναφερόμενες και μία ακόμη για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω, χωρίς και σ’ αυτό [διατακτικό] να γίνεται αναφορά ως προς τις υπόλοιπες πράξεις της όλης κατ’ εξακολούθηση, κακουργηματικής απάτης.

Σημειωτέον δε ότι, αν και η συνολική ζημία από τις άνω 7 πράξεις ανέρχεται στο ποσό των 24.500.000 δρχ., ο αναιρεσείων παραπέμπεται - όπως κατά το σημείο τούτο το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος διορθώθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα - για ζημία, που προκλήθηκε από τις ίδιες άνω 7 κατά συναυτουργία πράξεις, ανερχόμενη στο ποσό των 96.400.000 δρχ., χωρίς όμως, κατά τα προεκτεθέντα, να παραπέμπεται και για συναυτουργική συμμετοχή στις υπόλοιπες πράξεις της κακουργηματικής, κατ’ εξακολούθηση απάτης.

Εξάλλου, και ο χρόνος που κατά το διατακτικό φέρεται ότι άρχισε τη δράση του ο αναιρεσείων ως συναυτουργός [Απρίλιος του 2000] είναι μεταγενέστερος του χρόνου έναρξης [13.1.1999] της όλης κατ’ εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης, Ενόψει αυτών των ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων του αιτιολογικού και του διατακτικού του βουλεύματος δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν η αυτουργική συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντος αφορά την όλη κατ’ εξακολούθηση πράξη της απάτης από την οποία η ζημία που προκλήθηκε ανέρχεται στο ποσό των 96.400.000 δρχ., και συνεπώς έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, ή αν περιορίστηκε σε ορισμένες μόνο από τις μερικότερες πράξης αυτής, οπότε η πράξη του φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, γεγονός που είναι κρίσιμο και ως προς την παραγραφή ορισμένων μερικότερων πράξεων ενόψει του χρόνου στον οποίο αυτές εμπίπτουν.

Περαιτέρω, δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά η υπόσταση της αυτουργίας καθ’ όσον αφορά τις συγκεκριμένες μερικότερες πράξεις της κατ’ εξακολούθηση απάτης για τις οποίες παραπέμπεται ο αναιρεσείων, αφού οι μερικότερες αυτές πράξεις που τον αφορούν, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είχαν συντελεστεί πριν από τις ψευδείς παραστάσεις του τις σχετικές με την παραλαβή γάλακτος στον σταθμό Αβγού Ιωαννίνων, δεδομένου ότι η βλάβη της εγκαλούσας, συνιστάμενη στην ανάληψη υποχρέωσης με την έκδοση των αναφερόμενων επιταγών και στη συνέχεια στην είσπραξη αυτών, συνδέεται αιτιωδώς μόνο με τις ψευδείς παραστάσεις του 1ου κατηγορούμενου Ι.

Κ. από τις οποίες και μόνο φέρεται ότι πλανήθηκε και προέβη στην άνω περιουσιακή διάθεση, ενώ τα λοιπά περιστατικά που κατά το αιτιολογικό του βουλεύματος συνιστούν την αυτουργία του αναιρεσείοντος, είναι όλα πολύ μεταγενέστερα της συντέλεσης κάθε μιας μερικότερης πράξης απάτης, και προς συγκάλυψη αυτής, αφού δεν προκύπτει ότι από αυτά τα ψευδή περιστατικά προκλήθηκε νέα βλάβη της εγκαλούσας.

Κατά το διατακτικό όμως του πρωτόδικου βουλεύματος, σε αντίθεση προς τα παραπάνω, η ίδια βλάβη της εγκαλούσας φέρεται ότι επήλθε εξ αιτίας της πλάνης που δημιούργησαν σ’ αυτήν οι άνω ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος, πρέπει να επισημανθούν και τα εξής: 1] Κατά το αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος οι ψευδείς παραστάσεις σε σχέση με δήθεν παραλαβή γάλακτος τον Ιούνιο και Ιούλιο 2001 από τον Η.

Ν. αποδίδονται στον 2ο κατηγορούμενο Μ. Β., ως υπεύθυνο παραλαβής γάλακτος στο Καρβουνάρι Θεσπρωτίας [βλ. πράξη υπό στοιχ. 5 πιο πάνω], ενώ κατά το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος η πράξη αυτή αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. 2] Κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο αναιρεσείων ενήργησε κατά συναυτουργία με τους Ι.

Κ., Μ. Β., και Κ. Β., ενώ κατά το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος, που επικυρώθηκε από το πρώτο, συναυτουργοί του φέρονται οι Ι. Κ., Π. Ν., Χ. Θ. και Κ. Β. 3] Στο διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος, κατά τις διατάξεις του που αφορούν τον αναιρεσείοντα, χρόνος τέλεσης της κατ’ εξακολούθηση απάτης που παραπέμπεται, αναφέρεται στην αρχή μεν το χρονικό διάστημα 8.7.1999 μέχρι 4.9.2001, ενώ στη συνέχεια οι μερικότερες πράξεις φέρουν χρονολογίες τέλεσης από τον Απρίλιο του 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2001.

Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 β’ και δ’ ΚΠΔ λόγοι της αίτησης με τους οποίους προβάλλονται, όπως παραδεκτά αυτεπαγγέλτως, κατ’ άρθρο 484 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συμπληρώνονται, οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Το αποτέλεσμα αυτό πρέπει κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ να επεκταθεί και στους φερόμενους ως συναυτουργούς του αναιρεσείοντος Ι.

Κ., Μ. Β., και Κ. Β., που δεν άσκησαν αναίρεση, αφού οι λόγοι της αίτησης που γίνονται δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ’ αριθμ. 97/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Δ. και τους Ι. Κ., Μ. Β. και Κ. Β.. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ