Legislator Case Law & Legislation
944/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract ruling due to inadmissible and irrelevant legal grounds.

Case Number 944/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the insurance claim. The appellant argued that the respondent lacked proper establishment in Greece under specific insurance laws, but the court found this argument inadmissible because it failed to demonstrate the error's impact on the judgment. Furthermore, the court ruled the argument irrelevant as the governing English law, chosen by the parties, regulated the contract and statute of limitations regardless of the respondent's local office status.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it does not specify the impact of the alleged error on the judgment's operative part, and is irrelevant if the applicable law chosen by the parties renders the local establishment status immaterial to the outcome.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal ground irrelevant legal argument choice of law statute of limitations insurance contract dispute impact on judgment legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 16 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 609/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 944 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 944/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "W… LIMITED", που εδρεύει τυπικά στην ..., ουσιαστικά στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Γαβαλά και Γεώργιο Λατσούδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "H… LIMITED" που εδρεύει τυπικά στο ..., ουσιαστικά στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5790/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 914/2001 του Εφετείου Πειραιώς που ανέπεμψε την υπόθεση προς συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 842/2004 και 4432/2005 μη οριστικές και 3927/2014 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η 67/2017 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/4/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 25-4-2017, αίτηση αναίρεσης και τους, από 11-6-2018, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 13-7-2018, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα, και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 67/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της προσβαλλόμενης με αυτή 3927/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 22-3-1999 αγωγή της αναιρεσείουσας περί καταβολής ασφαλίσματος λόγω επέλευσης ασφαλιστικού κινδύνου, δεχθείσα την υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής της αξίωσης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).? Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή με πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, και παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Έτσι, αν ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνει ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το δεδικασμένο και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι δεδικασμένου, ο λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος (ΑΠ 542/2017, ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 701/2008).

Σε περίπτωση, δε, που το δικαστήριο δεν ερεύνησε νόμιμα προταθέντα ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 και όχι από τον αρ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2084/ 2007, ΑΠ 1867/2006). Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) στο δικαστήριο της ουσίας, να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ^αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 2004/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, υπό την επίκληση του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, με την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσης, κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την 914/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εξαφάνισε την 5790/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία τούτο είχε κηρυχθεί αναρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής και είχε παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία, αναπέμποντας την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Κατά τον αναιρετικό λόγο, το δεδικασμένο αφορούσε το ζήτημα ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ελληνικός αλληλοασφαλιστικός συνεταιρισμός και έχει πραγματική έδρα στην Ελλάδα (οδός ...). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αν από την επικαλούμενη απόφαση προκύπτει ή όχι δεδικασμένο για το ζήτημα, αν ο αναιρεσίβλητος είναι ελληνικός ασφαλιστικός συνεταιρισμός και περί της έδρας του αναιρεσίβλητου και δεν περιέχει σχετική κρίση.

Άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υπήρξε θετική ή αρνητική κρίση ως προς το δεδικασμένο, αλλά αιτιάται ότι δεν λήφθηκε υπόψη το δεδικασμένο που προκύπτει από την επικαλούμενη απόφαση. Ανεξαρτήτως, δε, της βασιμότητας ή μη του ισχυρισμού περί της συνδρομής δεδικασμένου, η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο αυτεπαγγέλτως του δεδικασμένου, δεν ιδρύει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης.

Επίσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό για δεδικασμένο ως προς το ανωτέρω ζήτημα που αφορά τον αναιρετικό λόγο.

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς το δίκαιο που διέπει την ικανότητα δικαίου και την εσωτερική λειτουργία του αναιρεσίβλητου και συνακόλουθα και τα δικαιώματα των μελών του έναντι αυτού, όπως η ένδικη αξίωση, καθώς και το χρόνο παραγραφής της αξίωσης.

Συγκεκριμένα, αποδίδει αντίφαση στις παραδοχές του Εφετείου, αφενός ότι στην ελληνική γλώσσα η επωνυμία του αναιρεσίβλητου αποδίδεται ως "... Λίμιτεντ" και είναι γνωστός ως "..." και αφετέρου ότι ο αναιρεσίβλητος ιδρύθηκε δυνάμει του Νόμου 290/1969 των Βερμούδων, ο οποίος είναι και ο συστατικός του νόμος, φέρει δε την επωνυμία "The ...

Company" και τροποποιήθηκε το έτος 1994 δυνάμει του κωδικοποιημένου και τροποποιητικού Νόμου 40/1994 των Βερμούδων, ο οποίος μέχρι σήμερα διέπει τη σύσταση και λειτουργία του, αφού, εφόσον αποτελεί ελληνικό νομικό πρόσωπο, η ικανότητα και η εσωτερική λειτουργία αυτού διέπονται από τον ελληνικό νόμο και όχι το νόμο των Βερμούδων.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο με πληρότητα διατυπώνεται αιτίαση μόνο για την περιγραφόμενη αντιφατική αιτιολογία (όχι, όμως και για ανεπάρκεια της αιτιολογίας επί του ζητήματος, αφού ουδόλως εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτής), στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, ότι, δηλαδή, η ένδικη αξίωση αφορά διαφορά από τη σχέση του νομικού προσώπου του αναιρεσίβλητου και της αναιρεσείουσας ως μέλους του, και, συνεπώς, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι, το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, και μη δεσμευόμενο από το νομικό χαρακτηρισμό που δίνεται από την αναιρεσείουσα ενάγουσα, προσέδωσε, με βάση τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ως παραγωγικά του επίδικου δικαιώματος, τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπήγαγε την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα αυτής (ΑΠ 721/2017, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 281/2013, ΑΠ 846/2012), και έκρινε, ακολούθως, δε, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ότι πρόκειται για αξίωση από σύμβαση ασφάλισης που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου για την ασφάλιση του πλοίου της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός στηρίζεται και στην εσφαλμένη βάση, ότι η αναφορά του Εφετείου για την απόδοση στην ελληνική γλώσσα της επωνυμίας του αναιρεσίβλητου και ότι είναι γνωστός ως "...", συνιστούν παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι πρόκειται για ελληνικό νομικό πρόσωπο, διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο.

Αντίθετα, το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος "είναι νομικό πρόσωπο συσταθέν κατά τη νομοθεσία του κράτους των Βερμούδων και ειδικότερα είναι εταιρεία αμοιβαίας ασφαλίσεως που ιδρύθηκε δυνάμει του Νόμου 290/1969 των Βερμούδων, ο οποίος είναι και ο συστατικός της νόμος... Τροποποιήθηκε το έτος 1994 δυνάμει του κωδικοποιημένου και τροποποιητικού νόμου 40/1994 των Βερμούδων, ο οποίος μέχρι σήμερα διέπει τη σύσταση και λειτουργία του.....

Έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Εταιρειών των Βερμούδων, σύμφωνα με τη νομοθεσία των Βερμούδων, ως "Ασφαλιστής Κατηγορίας 2" που είναι εξουσιοδοτημένος να διενεργεί εργασίες ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως όλων των ειδών". Το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ασφαλίζει αποκλειστικά ελληνικά πλοία ή πλοία Ελλήνων πλοιοκτητών ή ελληνικών συμφερόντων, ότι μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου είναι ως επί το πλείστον Έλληνες εφοπλιστές και ότι η πραγματική του έδρα είναι στην αναφερόμενη διεύθυνση στον ..., δεν μεταβάλει τα ανωτέρω περί της ίδρυσής του σύμφωνα με το νόμο των Βερμούδων, το ότι διέπεται από το νόμο αυτό, ενόψει μάλιστα και της καταχώρησής του στο Μητρώο Εταιρειών των Βερμούδων, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτών.

Εξάλλου, το ζήτημα του δικαίου που διέπει τη σύσταση και λειτουργία του αναιρεσίβλητου, την ικανότητα δικαίου αυτού, καθώς και τις σχέσεις αυτού και των μελών του, δεν είναι ουσιώδες για την έκβαση της παρούσας δίκης, που έχει αντικείμενο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, διαφορά από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης του ένδικου πλοίου, το τυχόν, δε, σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τις πλεοναστικά αναφερόμενες παραδοχές του, σχετικά με το δίκαιο που διέπει τις ως άνω σχέσεις, ήτοι ότι εφαρμόζεται γι' αυτές το αναφερόμενο δίκαιο των Βερμούδων, δεν έχει ως έννομη συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν επηρεάζει το διατακτικό της και ο προτεινόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν, ουσιαστικού δικαίου κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή (και) των διεθνών συμβάσεων. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2Θ06, ΑΠ 114/2016).

Οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4-33 του ΑΚ καθορίζουν το στοιχείο, το οποίο δημιουργεί το σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και, λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής.

Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 525/2010, ΑΠ 3/2007, ΑΠ 1145/2003). Η συνδρομή των στοιχείων που δικαιολογούν την υποβολή της διαφοράς στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας αποτελεί ζήτημα πραγματικό και, ως εκ τούτου, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Υπάγεται, όμως, στον έλεγχο αυτού, το αν, τα δεκτά γενόμενα περιστατικά (ιθαγένεια, κατοικία, τόπος κατάρτισης ή εκτέλεσης της σύμβασης κλπ) υπήχθησαν ορθώς στη συγκεκριμένη διάταξη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και, περαιτέρω, εάν η υπαγωγή αυτή επιφέρει ως συνέπεια την εφαρμογή του δικαίου που εφάρμοσε το δικαστήριο (ΑΠ 1491/2013, ΑΠ 1145/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 εδ. α' ΑΚ: "Οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη". Με βάση, έτσι, την, απορρέουσα από αμφοτέρους τους ως άνω κανόνες, αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή, τούτο, δε, συμβαίνει αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν το δίκαιο που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση που έχουν καταρτίσει, ή σιωπηρή, όπως όταν οι συμβαλλόμενοι αναφέρονται στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (ΑΠ 777/2015, ΑΠ 1459/2014).

Επίσης, η επιλογή μπορεί να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της σύμβασης. Εξάλλου, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό, και όχι νομικό, ζήτημα, γι' αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου. (ΑΠ 665/2011, ΑΠ 904/2008).

Αν δεν έχει επιλεγεί το εφαρμοστέο δίκαιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, αναζητείται, κατά το άρθρο 25 εδ. β' ΑΚ, το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση με βάση όλες τις ειδικές συνθήκες. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται σφάλμα του Εφετείου α) που έκρινε έγκυρο τον Κανόνα 44 του καταστατικού του αναιρεσίβλητου περί εφαρμογής του αγγλικού δικαίου στην ένδικη διαφορά, μολονότι εφαρμοστέο ήταν το ελληνικό δίκαιο, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ελληνικός ασφαλιστικός συνεταιρισμός, με πραγματική έδρα στην Ελλάδα και συνεπώς, κατά το άρθρο 10 ΑΚ, η ικανότητα δικαίου, η εσωτερική του λειτουργία και τα δικαιώματα των μελών του, όπως είναι και η ένδικη αξίωση, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ελληνικής πολιτείας και ανάγονται στη δημόσια τάξη, ο αποκλεισμός της εφαρμογής του οποίου με ιδιωτική βούληση δεν είναι επιτρεπτός, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ και επίσης, ενόψει του ότι η αποζημίωση για την απώλεια του πλοίου στηρίζεται στη σχέση της αναιρεσείουσας ως μέλους του αναιρεσίβλητου και όχι σε σύμβαση ασφάλισης, όπως εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο, β) δεν ασχολήθηκε με την ανίχνευση της πραγματικής έδρας του αναιρεσίβλητου και την εθνική ταυτότητα αυτού, ώστε να κρίνει περί του εφαρμοστέου δικαίου, κρίνοντας εσφαλμένα ότι, μόνο η συμβατική επιλογή του αγγλικού δικαίου από τα μέρη, αρκεί για την εφαρμογή του, ανεξάρτητα, εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 25 του ν. 27/1975 για να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 10 ΑΚ.

Αποδίδει, δε, με τις άνω αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. συνιστάμενη στο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 10, 64 και 249 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους και εσφαλμένα δέχθηκε ως εφαρμοστέο το αγγλικό δίκαιο στην ένδικη υπόθεση και εφάρμοσε τις αντίστοιχες περί παραγραφής της αξίωσης διατάξεις αυτού.

Από την παραδεκτώς επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, με την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου, τα οποία αφορούν τους ως άνω λόγους αναίρεσης: "Ο εφεσίβλητος είναι νομικό πρόσωπο συσταθέν κατά τη νομοθεσία του κράτους των Βερμούδων και ειδικότερα είναι εταιρεία αμοιβαίας ασφαλίσεως που ιδρύθηκε δυνάμει του Νόμου 290/1969 των Βερμούδων, ο οποίος είναι ο συστατικός της νόμος, φέρει δε την επωνυμία: "The ...

Company". Τροποποιήθηκε το έτος 1954 δυνάμει του κωδικοποιημένου και τροποποιητικού Νόμου 40/1994 των Βερμούδων, ο οποίος μέχρι σήμερα διέπει τη σύσταση και λειτουργία του εφεσίβλητου, η επωνυμία του οποίου μεταβλήθηκε έκτοτε σε "The ... Limited". Στην ελληνική γλώσσα η επωνυμία αποδίδεται ως "... Λίμιτεντ", ο οποίος επίσης είναι γνωστός ως "...".

Έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Εταιρειών των Βερμούδων, σύμφωνα με τη νομοθεσία των Βερμούδων, ως "Ασφαλιστής Κατηγορίας 2" που είναι εξουσιοδοτημένος να διενεργεί εργασίες ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως όλων των ειδών. Είναι εταιρεία άνευ εταιρικού κεφαλαίου για τη διεξαγωγή ασφαλιστικών εργασιών με βάση την αμοιβαιότητα και ασφαλίζει αποκλειστικά ελληνικά πλοία ή πλοία ελλήνων πλοιοκτητών ή ελληνικών συμφερόντων παρέχοντας κάλυψη κατά πολεμικών κινδύνων.

Μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ("Διευθυντές") έχουν υπάρξει ως επί το πλείστον Έλληνες εφοπλιστές όπως ο Λ., Π., Χ., Ε., Γ., Λ., Λ., κ.α. Οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι μοιράζονται ανάμεσα στα μέλη του εφεσίβλητου, καθένα από τα οποία ασφαλίζει και ασφαλίζεται από τα άλλα μέλη με ασφάλιστρο που προσδιορίζεται ετησίως ανάλογα με τις ζημιές που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού έτους, λόγω δε του χαρακτήρα του εφεσίβλητου ως αλληλοασφαλιστικού, με την ασφάλιση κάθε πλοίου η πλοιοκτήτρια αυτού εταιρεία εγγράφεται και ως μέλος του εφεσίβλητου.

Δηλαδή οι ασφαλισμένοι (αποκαλούμενοι Μέλη του Συνεταιρισμού) είναι επίσης ασφαλιστές, δεδομένου ότι παρέχουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για να καλύψουν τις απαιτήσεις και άλλα έξοδα. Η διαχείριση των ζητημάτων του εφεσίβλητου έχει ανατεθεί από τους Διευθυντές του στην εδρεύουσα στις νήσους Βερμούδες εταιρία "… & Co …", η οποία ασκεί, σύμφωνα με σχετική ρήτρα που έχει συμπεριληφθεί στον εσωτερικό κανονισμό του εφεσίβλητου, τη διαχείριση μέσω άλλων, θυγατρικών αυτής, υπεράκτιων εταιριών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η εδρεύουσα στον ... (...) εταιρεία με την επωνυμία "… Limited", η οποία εκπροσωπούσε τον εφεσίβλητο στην Ελλάδα έως τον Οκτώβριο του 2002, οπότε ο εφεσίβλητος εγκατέστησε στην Ελλάδα δικό του γραφείο δυνάμει της υπ' αριθ.

…/3648/23982/11-10-2002 κοινής υπουργικής αποφάσεως (ΦΕΚ …/ΤΑΠΣ/24-10-2002) με βάση τους Α.Ν. 89/1967, 378/1968 και το άρθρο 25 ν. 27/1975, στη ρύθμιση του οποίου (άρθρο 25 παρ. 1) ρητώς περιλαμβάνονται και οι αλλοδαπές επιχειρήσεις οποιουδήποτε τύπου ή μορφής που ασχολούνται αποκλειστικά μεταξύ των άλλων με την ασφάλιση ή τη μεσιτεία ασφαλίσεως πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία, πάνω από πεντακόσιους (500) κόρους ολικής χωρητικότητας, εξαιρουμένων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων που εκτελούν εσωτερικούς πλόες.

Η εκκαλούσα είναι ναυτιλιακή εταιρία ελληνικών συμφερόντων και ασκούσε τουλάχιστον από το έτος 1989 και εντεύθεν δια του υπό κυπριακή σημαία πλοίου της "..." επιχείρηση θαλάσσιων μεταφορών με σκοπό το κέρδος, ενεγράφει δε ως μέλος του εφεσίβλητου, την 1-1-1989, με σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη του ανωτέρω πλοίου της έναντι πολεμικών κινδύνων.

Ειδικότερα, στις 24-5-1989, η εταιρία "S... LTD", που εδρεύει στο ... και ασχολείται με ασφαλειομεσιτείες, έχοντας προς τούτο την εντολή και πληρεξουσιότητα από την εκκαλούσα εταιρεία, απέστειλε προς τον ,εφεσίβλητο μέσω των διαχειριστών του στο ..., τηλετύπημα (τέλεξ), με το οποίο ζητούσε την ένταξη του ανωτέρω πλοίου στον εφεσίβλητο.

Οι διαχειριστές του εφεσίβλητου στο ..., με το από 25-5-1989 τηλετύπημά τους εισηγήθηκαν την ένταξη του πλοίου στον εφεσίβλητο σύμφωνα με τους Κανόνες εσωτερικής λειτουργίας αυτού (Εσωτερικός Κανονισμός-''By Laws"), ο δε τελευταίος πληροφόρησε την ασφαλειομεσιτική εταιρεία ότι αποδέχεται την ένταξη αυτή. Ακολούθως, η ως άνω ασφαλειομεσιτική εταιρεία με το από 26-5-1989 τηλετύπημά της προς τον εφεσίβλητο αποδέχθηκε για λογαριασμό της εκκαλούσας την πρόταση ασφαλίσεως του τελευταίου.

Στις 15-6-1989, ο εφεσίβλητος επανέλαβε με τηλετύπημα που εστάλη μέσω των διαχειριστών του προς τη ρηθείσα εντολοδόχο της εκκαλούσας ότι η αποδοχή ασφαλίσεως του πλοίου τελεί υπό τους όρους και Κανόνες του Συνεταιρισμού. Η τελευταία με το από 21-6-1989 τηλετύπημά της επανέλαβε ότι αποδέχεται την ασφάλιση σύμφωνα με τους όρους του και τους Κανόνες ("By Laws") του εφεσίβλητου.

Μεταξύ των κανόνων αυτών περιλαμβάνεται και ο υπ' αριθ. 46, σύμφωνα με τον οποίο ".... Οποιαδήποτε σύμβαση ασφάλισης θα διέπεται από και ερμηνεύεται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο". Επομένως, αναμφίβολα αποδεικνύεται ότι τα διάδικα μέρη υπήγαγαν τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως του ρηθέντος πλοίου στο αγγλικό δίκαιο, όπως είχαν δικαίωμα με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361 και 25 εδ.

α ΑΚ και ορθώς η εκκαλουμένη και οι συμπροσβαλλόμενες μη οριστικές αποφάσεις εφάρμοσαν στην ένδικη περίπτωση το αγγλικό δίκαιο, το οποίο είναι εφαρμοστέο εν προκειμένω ακριβώς επειδή το επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη, για τη δε εφαρμογή του ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί το ζήτημα της πραγματικής ή μη έδρας του εφεσίβλητου στον ..., όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο και τον τρίτο λόγους εφέσεως.

Δηλαδή το αγγλικό δίκαιο είναι εφαρμοστέο στην ένδικη διαφορά, σε κάθε περίπτωση, ως δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ανεξαρτήτως από την εγκατάσταση ή μη, στην Ελλάδα, γραφείου ή υποκαταστήματος του εφεσίβλητου κατά τις διατάξεις των Α.Ν. 89/1967, 378/1968 και του άρθρου 25 ν. 27/1975. Η ανωτέρω ασφαλιστική κάλυψη του πλοίου συνεχίσθηκε στο πλαίσιο διαδοχικών ετήσιων ασφαλιστικών ανανεώσεων και κατά το έτος 1991 (χρονική περίοδος από 1/1 έως 31/12), με βάση τη συμφωνηθείσα και αγοραία αξία αυτού, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 4.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ο εφεσίβλητος ώφειλε να καταβάλει στην εκκαλούσα ως ασφαλιστική αποζημίωση, σε περίπτωση ολικής απώλειας του πλοίου συνεπεία πολεμικού κινδύνου (συμπεριλαμβανομένης και της βυθίσεως από νάρκες, τορπίλες κλπ).

Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην παραδοχή ότι η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους αναφορικά με την ασφάλιση του ρηθέντος πλοίου έναντι πολεμικών κινδύνων είναι αυτή της ασφαλιστικής συμβάσεως, αφού σκοπός της συστάσεως του εφεσίβλητου είναι ακριβώς η ασφάλιση των ελληνόκτητων πλοίων από πολεμικούς κινδύνους, λόγος για τον οποίο η εκκαλούσα ζήτησε την ένταξη του πλοίου της στον εφεσίβλητο ώστε το πλοίο να έχει ασφαλιστική κάλυψη από αυτόν.

Επομένως, ορθώς η εκκαλουμένη εφάρμοσε τον αγγλικό νόμο περί θαλασσίας ασφαλίσεως "Marine Insurance Acr 1900" και τον αγγλικό νόμο "Limitation Act 1980" σχετικά με το ζήτημα της παραγραφής των ενοχών για τις απλές συμβάσεις (Time limit foractions founded on simple contract), στις οποίες συγκαταλέγεται κατά το ρηθέν εφαρμοστέο δίκαιο και η σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως, όπως η ένδικη, απορριπτομένων ως αβάσιμων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο εφέσεως".

Με τις ως άνω παραδοχές του και ειδικότερα α) ότι η ένδικη διαφορά προέρχεται από "σύμβαση", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 25 ΑΚ, β) ότι οι διάδικοι, συμβαλλόμενοι στη σύμβαση αυτή, ρητά επέλεξαν ως εφαρμοστέο στην ένδικη σύμβαση ναυτικής ασφάλισης, το δίκαιο που περιέχεται στον Αγγλικό νόμο περί θαλασσίας ασφάλισης, παραδοχή, μη υποκείμενη, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στον αναιρετικό έλεγχο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ και δεν έσφαλε επειδή εφάρμοσε τις διατάξεις του αγγλικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και εκείνες περί παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης.

Μόνη η επιλογή από τους συμβληθέντες στη σύμβαση ασφάλισης διαδίκους της υποβολής τους στις διατάξεις του αγγλικού δικαίου, ήταν αρκετής ώστε τούτο να διέπει την επίδικη σύμβαση, το κύρος της οποίας, όπως και οι όροι και το περιεχόμενο αυτής, η εξ αυτής ευθύνη, η απόσβεση της ενοχής και η παραγραφή των εξ αυτής αξιώσεων, να ρυθμίζονται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη.

Για να είναι ισχυρή η επιλογή του αγγλικού δικαίου ως εφαρμοστέου δικαίου στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης, δεν απαιτούνταν να συνδέεται με την έδρα (πραγματική ή καταστατική) του αναιρεσίβλητου. Η επιλογή αυτή, σε εφαρμογή της πρόβλεψης του άρθρου 25 εδ. α' ΑΚ, δεν αντιτίθεται στη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου Κώδικα, αφού δεν υφίσταται κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο θεσπίζεται υποχρέωση εφαρμογής του ελληνικού δικαίου, σε σύμβαση που, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι, έχουν την κατοικία τους ή την έδρα (σε περίπτωση νομικών προσώπων), στην Ελλάδα.

Αντίθετα, μόνο εφόσον τα μέρη δεν είχαν επιλέξει την υποβολή των, από τη σύμβαση, διαφορών τους σε ορισμένο δίκαιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση, με βάση τις ειδικές συνθήκες, μεταξύ των οποίων είναι και ο τόπος κατοικίας ή της έδρας των διαδίκων. Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, δεν επρόκειτο στην παρούσα υπόθεση για διαφορά που αφορά τις σχέσεις μεταξύ του νομικού προσώπου του αναιρεσίβλητου και της αναιρεσείουσας ως μέλους αυτού και συνεπώς δεν αφορά ούτε την ικανότητα δικαίου και λειτουργία του αναιρεσίβλητου, ούτε τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας ως μέλος αυτού ή τις αξιώσεις από τέτοια σχέση και την παραγραφή των αξιώσεων αυτών, ούτε το δίκαιο που εφαρμόζεται για τις σχέσεις αυτές, ώστε να έχει σημασία για το εφαρμοστέο δίκαιο η έδρα, καταστατική ή πραγματική, του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ και αν η εγκατάσταση του αναιρεσίβλητου στην Ελλάδα, κατόπιν της αναφερόμενης άδειας του αρμόδιου Υπουργού, ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 27/1975.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 3, 10, 64 και 249 ΑΚ και το Εφετείο που δεν εφάρμοσε αυτούς, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, οι δε, τα αντίθετα υποστηρίζοντες, δεύτερος, κατά το άνω μέρος του, λόγος της αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στην ελάσσονα πρότασή της, αντιφατικές αιτιολογίες στο μέτρο που δέχεται, αφενός ότι η εγγραφή της στον αναιρεσίβλητο έγινε με σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη του απολεσθέντος πλοίου της και συγχρόνως ότι η σχέση που συνδέει αυτούς είναι όχι η εταιρική, αλλά της σύμβασης ασφάλισης, καθώς επίσης και ελλιπείς αιτιολογίες, που συνίστανται στο ότι δεν καθορίζεται η πραγματική έδρα και η εθνικότητα του αναιρεσίβλητου, με την οποία παραλείπει να συνδέσει τις διαπιστώσεις της περί της απόδοσης της επωνυμίας αυτού στα ελληνικά, την ασφάλιση αποκλειστικά ελληνικών πλοίων, και το ότι μέλη του διοικητικού του συμβουλίου διετέλεσαν έλληνες εφοπλιστές, δεν αιτιολογεί πως ήχθη στο πόρισμά της περί του ότι τα μέρη συνδέονται με σχέση ασφάλισης, παρότι δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο η ύπαρξη σύμβασης αυτοτελούς ασφάλισης, ούτε πως είναι δυνατόν να συμπίπτουν στην αναιρεσείουσα η ιδιότητα του μέλους του αναιρεσίβλητου και η ύπαρξη μεταξύ αυτών ασφαλιστικής σχέσης.

Με τις εκτεθείσες ανωτέρω, κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του δεύτερου λόγου αναίρεσης, παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα της φύσης της εισαγόμενης προς κρίση διαφοράς και του εφαρμοστέου δικαίου, οι σχετικοί δε ως άνω λόγοι της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα, δεν αποτελεί αντίφαση η εγγραφή της αναιρεσείουσας ως μέλους του αναιρεσίβλητου και η παραδοχή ότι μεταξύ αυτών καταρτίστηκε στη συνέχεια σύμβαση ασφάλισης του πλοίου της για την περίπτωση των πολεμικών κινδύνων, αφού η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως μέλους του αναιρεσίβλητου, δεν αποκλείει την σύναψη σύμβασης ασφάλισης με το νομικό πρόσωπο αυτού.

Δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της απόφασης, ο μη προσδιορισμός της πραγματικής έδρας και της εθνικότητας του αναιρεσίβλητου, εφόσον τα δύο αυτά στοιχεία δεν συνδέονται με οποιαδήποτε έννομη συνέπεια που να αποτελεί ουσιώδες ζήτημα και να επιδρά στην έκβαση της παρούσας δίκης, ενόψει των παραδοχών ότι πρόκειται για διαφορά από σύμβαση ασφάλισης και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη με συμφωνία τους υπέβαλαν τις από τη σύμβαση αυτή διαφορές τους στο αγγλικό δίκαιο.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογεί την διατυπωθείσα κρίση της ότι πρόκειται για σύμβαση ασφάλισης του πλοίου, εξαχθείσας με βάση τα μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν ήταν αναγκαίο να εκθέσει για ποιο λόγο κατέληξε στη σχηματισθείσα κρίση. Τέλος, δεν μπορούν να ιδρύσουν τους προτεινόμενους λόγους αναίρεσης οι λοιπές αιτιάσεις, ότι με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων ή μολονότι δεν προκύπτει τούτο από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, κατέληξε στην κρίση περί κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ασφάλισης του πλοίου της αναιρεσείουσας, διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή η τελευταία, καθόσον προσβάλλουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι για τους οποίους παραπονείται η αναιρεσείουσα με την απόδοση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 331, 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα ως προς την έννομη σχέση που κρίθηκε, με την έννοια του συνόλου των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι των πραγματικών γεγονότων που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 856/2014), όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Το ουσιαστικό δεδικασμένο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση που το στηρίζει. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή υπερέβη τούτο ή απομακρύνθηκε από αυτό. Από την τελεσιδικία της απόφασης παράγεται δεδικασμένο και για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, εφόσον το (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο είχε υλική αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιον του ως κύριο ζήτημα (Ολ ΑΠ 10/2002).

Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί (κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 644/2015).

Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 136/2015).

Όμως, οι πλεοναστικές αυτές υποδείξεις του Εφετείου, που δεν πήραν τη μορφή διατάξεων του διατακτικού της απόφασης και μη έχουσες προσόντα διατακτικού, δεν οδήγησαν σε δημιουργία δεδικασμένου περί τούτων, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασής του (ΑΠ 542/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας η μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από τη οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 2068/2014).

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρου 324 ΚΠολΔ.

προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 449/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 914/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ως προς το ζήτημα της απόρριψης της ένστασης παραγραφής ως καταχρηστικής.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, η αναιρεσείουσα, με την ένδικη από 22-3-1999 αγωγή της, ιστορούσε ότι το υπό κυπριακή σημαία φορτηγό πλοίο πλοιοκτησίας της "...", βυθίστηκε έμφορτο στον κόλπο του Ομάν στις 6-1-1991, μετά από πρόσκρουσή του σε νάρκη. Ότι το εν λόγω πλοίο είχε "εγγράψει προς κάλυψή του έναντι Πολεμικών Κινδύνων στον εναγόμενο Αλληλοασφαλιστικό Συνεταιρισμό", του οποίου κατέστη και η ίδια μέλος.

Ότι ο εναγόμενος παρά την προς αυτόν έγκαιρη αναγγελία της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, αρνήθηκε να της καταβάλει το ασφάλισμα από ποσό 4.000.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι η ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό τούτο με το νόμιμο τόκο. Στο δικόγραφο της αγωγής, εκθέτει, επίσης, ότι, με το από 8-3-1999 υπόμνημα της^ ζήτησε από τους διαχειριστές του αναιρεσίβλητου την έγκριση της απαίτησής της από το επόμενο Διοικητικό Συμβούλιο των Διευθυντών αυτού και την πληρωμή του ποσού, ότι οι διαχειριστές απέρριψαν την απαίτησή της, ότι ακολούθως μετά την αξίωση που διατύπωσε σ' αυτούς να υποβάλλουν την υπόθεση στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο όργανο να αποφασίσει για την απαίτηση, την πληροφόρησαν ότι θα ενημερώσουν για το ζήτημα τους Διευθυντές του αναιρεσίβλητου και ότι, ενώ μέχρι σήμερα ο αναιρεσίβλητος εμπόδιζε με δολιότητα τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, προφασιζόμενος ότι οι Διευθυντές δεν θεωρούσαν επαρκείς τις αποδείξεις και χρειάζονται πρόσθετα στοιχεία, με το από 16-3-1999 έγγραφο των Πρακτόρων των Διαχειριστών, για πρώτη φορά καταχρηστικά αρνούνται να υποβάλουν την απαίτηση στο Συμβούλιο των Διευθυντών και καταχρηστικά ο αναιρεσίβλητος προβάλει παραγραφή της απαίτησής της.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, στο οποίο εισήχθη η αγωγή και εκδικάστηκε, με την 5790/2000 οριστική απόφαση, παρέπεμψε τη διαφορά σε διαιτησία. Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και το Εφετείο Πειραιώς, με την 914/2001 τελεσίδικη απόφαση έκρινε ότι η ρήτρα διαιτησίας του Κανόνα 44 του αναιρεσίβλητου, δεν ήταν, για τους λόγους που εκθέτει στις αιτιολογίες της, δεσμευτική για την αναιρεσείουσα και ορθά άσκησε την ένδικη αγωγή της στα πολιτικά δικαστήρια, εξαφανίζοντας δε την πρωτόδικη απόφαση, ανέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο.

Το τελευταίο, μετά την εκδίκαση της υπόθεσης, εξέδωσε την 3927/2014 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, δεχθείσα την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής της αξίωσης. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-9-2015 έφεση, με τον πέμπτο λόγο της οποίας πρόβαλε αιτίαση για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού που νόμιμα είχε προτείνει, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ένστασης παραγραφής και μάλιστα μολονότι το ζήτημα τούτο είχε κριθεί ήδη και είχε διαπιστωθεί η καταχρηστικότητα αυτής με την τελεσίδικη 914/2001 προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφενός μεν απέρριψε κατ' ουσίαν την προβληθείσα αντένσταση καταχρηστικότητας της ένστασης παραγραφής, αφετέρου, κατά το μέρος που αφορά τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περί δέσμευσης του Εφετείου λόγω του δεδικασμένου που προκύπτει ως προς το ζήτημα τούτο από την 914/2001 προγενέστερη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όσα περαιτέρω ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα περί του ότι η ρηθείσα υπ' αριθ. 914/2001 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου είχε κρίνει ως καταχρηστική την προταθείσα από την εφεσίβλητη ένσταση παραγραφής και ότι η εκκαλουμένη δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω κρίση παρόλο που ώφειλε να το κάνει δεσμευόμενη λόγω της ιεραρχίας των δικαστηρίων, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί η προαναφερόμενη απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη για το ζήτημα της παραγραφής αλλά έκρινε μόνο για το ζήτημα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων και δεχόμενη την έφεση του ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση στη Διαιτησία λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των ημεδαπών πολιτικών δικαστηρίων, κρίση η οποία ήταν δεσμευτική για το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την εκ νέου εκδίκαση της υποθέσεως ως προς το νομικό, δικονομικό, ζήτημα της υπάρξεως δικαιοδοσίας, δέσμευση που προκύπτει εκ της ιεραρχίας των δικαστηρίων αλλά και, ειδικότερα, ως συνέπεια ανάλογης εφαρμογής-λόγω του σχετικού κενού του περί εφέσεως κεφαλαίου του ΚΠολΔ και της ταυτότητας του νομικού λόγου- της διατάξεως του άρθρου 580 παρ. 5, συνδυαζόμενη προς τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 18 του ΚΠολΔ".

Από το περιεχόμενο της 194/2001 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε πράγματι μόνο το ζήτημα της δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για να διαπιστώσει αν, η απορριπτική για το λόγο τούτο, της έλλειψης δικαιοδοσίας, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έσφαλε. Κατέληξε, δε, στην κρίση του, ότι η διατυπούμενη στον όρο 44 του Κανόνα του αναιρεσίβλητου ρήτρα διαιτησίας, προορίζεται μόνο προς όφελος του αναιρεσίβλητου, προβλέποντας δεσμεύσεις μόνο για την ασφαλιζόμενη αναιρεσείουσα, όχι, όμως, και για τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να ενάγει τα μέλη του στα πολιτικά δικαστήρια, χωρίς την τήρηση προϋποθέσεων, και συνεπώς, ο σχετικός όρος δεν δεσμεύει την αναιρεσείουσα, η οποία μπορεί για την ένδικη διαφορά να προσφύγει σε κάθε άλλο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία.

Περαιτέρω, το Εφετείο, επικουρικά, έκρινε, ότι και αν ακόμη ο όρος περί προσφυγής στη διαιτησία, δεσμεύει την αναιρεσείουσα, ήδη αυτή έχει αποκτήσει το δικαίωμα να προσφύγει για την επίλυση της διαφοράς στα πολιτικά δικαστήρια, σύμφωνα με τον κανόνα 44.2 του αναιρεσίβλητου, καθόσον από την υποβολή της διαφοράς από την αναιρεσείουσα στους Διευθυντές του αναιρεσίβλητου, η οποία έγινε με την από 11-9-1991 επιστολή της, την ίδια ημερομηνία, ανακοινώνοντας επίσημα στον αναιρεσίβλητο την επίδικη διαφορά ή διαφωνία της, έχει παρέλθει εξάμηνο, χωρίς αυτοί να εκδώσουν απόφαση.

Με την άπρακτη, δε, πάροδο του εξαμήνου, αφού και αν εκδόθηκε απόφαση επί της διαφοράς, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος, τούτο συνέβη μετά την παρέλευση του εξαμήνου, η σχετική ρήτρα κατέστη προαιρετική, αφού πλέον περιέχει δυνητική ευχέρεια και όχι υποχρέωση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία. Ουδόλως το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της προβολής ενστάσεως παραγραφής κατά της αξίωσης και ούτε, ασφαλώς, περί προβολής αντένστασης καταχρηστικότητας της παραγραφής.

Κρίση ως προς προταθείσα ένσταση παραγραφής ή αντένσταση καταχρηστικής πρότασης τέτοιας ένστασης, δεν συνιστούν οι ιστορικά παρατιθέμενες στην απόφαση αναφορές α) ότι οι δικηγόροι του αναιρεσίβλητου, με την από 12-11-1991 επιστολή τους, απαντούν στην ανακοίνωση της διαφοράς από την αναιρεσείουσα προς τον αναιρεσίβλητο, ότι "κατά την άποψή τους καμμιά διαφορά ή διαφωνία δεν έχει ανακύψει μεταξύ ασφαλισμένου πλοιοκτήτη και του Συνεταιρισμού", με σκοπό να στερήσουν από την αναιρεσείουσα το δικαίωμα προσφυγής στη διαιτησία (ή στα αρμόδια δικαστήρια) μετά την πάροδο του εξαμήνου από της ανακοινώσεως της διαφοράς στον αναιρεσίβλητο, β) ότι οι εν λόγω δικηγόροι του αναιρεσίβλητου, με την από 8-5-1992 επιστολή τους απείλησαν την αναιρεσείουσα ότι αν προσφύγει στη διαιτησία, ο αναιρεσίβλητος θα προσέφευγε στα δικαστήρια για να την απαγορεύσει, γ) ότι ο αναιρεσίβλητος αρνούνταν να απαντήσει επί της ουσίας της διαφοράς, γνωστοποιώντας την απόφασή του να μην πληρωθεί κατά τον παρόντα χρόνο η απαίτηση της αναιρεσείουσας, δ) ότι μολονότι γνωστοποίησαν οι δικηγόροι τη λήψη απόφασης από τον αναιρεσίβλητο για την απόρριψη της απαίτησης της αναιρεσείουσας, δεν γνωστοποίησαν τον αριθμό αυτής ούτε την ημερομηνία λήψης της, ε) ότι παρά τα ανωτέρω, (άποψη του αναιρεσίβλητου ότι δεν υπήρχε διαφορά ή διαφωνία αναφορικά με την απαίτηση της αναιρεσείουσας, πραγματοποίηση απειλής και προσφυγή στα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να απαγορευθεί η διεξαγωγή δίκης για την απαίτηση στα πολιτικά δικαστήρια, όταν ασκήθηκε η προσφυγή στη διαιτησία), ο αναιρεσίβλητος δεν δίστασε να προβάλει μεταγενέστερα την ένσταση παραγραφής της απαίτησης αυτής, με την από 10-3-1999 επιστολή του και στ) στη μεταγενέστερη από 8-4-1999 επιστολή του, ο Φ.

Λ., διαβεβαιώνει την αναιρεσείουσα ότι η απαίτησή της πρόκειται να εξεταστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσίβλητου στη συνεδρίαση της 4-5-1999, χωρίς να αναφερθεί στην ένσταση παραγραφής. Έτσι, ως προς την αντένσταση αυτή, δεν υπήρξε κρίση του δικαστηρίου, ώστε να προέλθει δεδικασμένο, σχετικά με το ζήτημα αυτό, ούτε μπορούσε να υπάρξει, αφού το ζήτημα τούτο δεν αποτελούσε ούτε παρεπόμενο ζήτημα σχετικά με τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, ούτε αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την έρευνα αυτού.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.? Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση4 δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε τον ισχυρισμό της ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, περί της μη έναρξης της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, καθόσον δεν είχε προηγηθεί η απόρριψη της απαίτησής της από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσίβλητου, που ήταν αναγκαία προϋπόθεση για να καταστεί αυτή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη.

Επίσης, ότι το Εφετείο για να στηρίξει την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού που επανέφερε η αναιρεσείουσα ^με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, καταλήγοντας ότι η απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση της ένδικης αγωγής και ο σχετικός λόγος της έφεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ερμήνευσε τον Κανόνα 44 του αναιρεσίβλητου, πλην, όμως, παρέθεσε μόνο αποσπάσματα του άνω Κανόνα και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του, ούτε ερμήνευσε, τα κρίσιμα για τον προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής εδάφια 2, 3 και 4 της παραγράφου 1 του Κανόνα, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτει στο αναιρετήριο.

Με το περιεχόμενο αυτό, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, διατεινόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω Κανόνα και συνεπεία αυτής της παραμόρφωσης κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά αντίθετα με εκείνα που προκύπτουν από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία αυτού.

Αναφορικά με τον ερευνώμενο ως άνω λόγο αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι: Στις 6-1-1991 το πλοίο της αναιρεσείουσας πλέοντας έμφορτο στον κόλπο του Ομάν, βυθίστηκε. Τη βύθιση του πλοίου ανήγγειλε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο και επικαλούμενη επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ζήτησε στις 8-3-1991 την δικαιούμενη αποζημίωση.

Στις 23-6-1992 ανακοινώθηκε εγγράφως με επιστολή στους δικηγόρους της αναιρεσείουσας η απόρριψη από τον αναιρεσίβλητο της αίτησης. Στις 8-3-1999 η αναιρεσείουσα επανήλθε με υπόμνημα ζητώντας την καταβολή της αποζημίωσης και το αίτημά της απορρίφθηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης κατά τη συνεδρίασή του της 10-5-1999.

Δέχθηκε δε το Εφετείο και τα ακόλουθα: "Εν τω μεταξύ η εκκαλούσα είχε ήδη ασκήσει την από 22-3-1999 (υπ' αριθ. καταθ. 4191/1999) ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 23-4-1999, και ειδικότερα στα γραφεία της προαναφερόμενης διαχειρίστριας αυτού εταιρείας "T… Ltd", όπως συνάγεται από την υπ' αριθ. 427Β/23-4-1999 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ...

Α. Α.. Ενόψει των ανωτέρω και ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ή μη βασιμότητας της ένδικης αξιώσεως, η τελευταία έχει υποπέσει στη διάταξη της παραγράφου 5 του νόμου περί παραγραφής 1980 (Limitation Act 1980) του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι από την ημέρα επελεύσεως του ένδικου συμβάντος μέχρι και την επίδοση της κρινόμενης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) ετών, όπως ορθώς δέχθηκε η εκκαλουμένη, χωρίς να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της αγωγής ούτε για την έναρξη του χρόνου παραγραφής η προηγούμενη απόρριψη της αιτήσεως της εκκαλούσας με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εφεσίβλητου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο εφέσεως.

Ειδικότερα ο δεύτερος λόγος εφέσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως καθόσον θεωρεί εφαρμοστέο το άρθρο 251 ΑΚ που ορίζει ότι η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ενώ όπως έγινε δεκτό, εφαρμοστέο εν προκειμένω είναι το ρηθέν αγγλικό δίκαιο περί παραγραφής.

Εξάλλου ούτε από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ούτε από τους εφαρμοστέους βάσει αυτής Κανόνες (By Laws) του εφεσίβλητου ορίζεται ως προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του εφεσίβλητου σχετικά με υποβληθείσα αίτηση αποζημιώσεως ενός μέλους ούτε προβλέπεται ότι χωρίς την ύπαρξη τέτοιας αποφάσεως είναι αδύνατη η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.

Τούτο διότι στον Κανόνα 44 που επικαλείται η εκκαλούσα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού ορίζεται: "44.1. Αν οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση (φιλονικία) θα προκύψει μεταξύ ενός Πλοιοκτήτη και του Συνεταιρισμού από ή σε σχέση με αυτούς τους κανόνες ή οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ του Πλοιοκτήτη και του Συνεταιρισμού, ειδοποίηση αυτής της διαφοράς ή αμφισβήτησης (φιλονικία) κατ' αρχήν θα κοινοποιείται εγγράφως στους Διευθυντές. 44.2.

Αν ο Πλοιοκτήτης δεν αποδέχεται την απόφαση των Διευθυντών η διαφορά ή αμφισβήτηση (φιλονικία) θα υποβάλλεται σε διαιτησία στο .... Η διαφορά ή αμφισβήτηση (φιλονικία) μπορεί επίσης να παραπέμπεται στη Διαιτησία του ...υ, αν οι Διευθυντές δεν εκδώσουν την απόφαση μέσα σε έξι (6) μήνες, μετά από την κοινοποίηση της ειδοποίησης στους Διευθυντές, σύμφωνα με τον Κανόνα 44.1, αφού ο Πλοιοκτήτης προηγουμένως έχει συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις να παραδώσει περαιτέρω έγγραφα ή στοιχεία στους Διευθυντές.

Οποιαδήποτε τέτοια παραπομπή στην Διαιτησία θα γίνεται σε δύο Διαιτητές (ένας θα διορίζεται από τον Συνεταιρισμό και ο άλλος από τον Πλοιοκτήτη) και ένας Επιδιαιτητής θα διορίζεται από τους Διαιτητές. Η υποβολή στη Διαιτησία και όλες οι διαδικασίες ενώπιον αυτής θα υπόκεινται στις προβλέψεις των Νόμων Αγγλικής Διαιτησίας του 1950/1979 και οποιαδήποτε νομοθετική τροποποίηση ή επανανομοθέτησή των. 44.3.

Κανένας Πλοιοκτήτης δεν δικαιούται να διατηρεί οποιαδήποτε αγωγή, κλήση ή άλλη νομική διαδικασία σε βάρος του Συνεταιρισμού για μια τέτοια διαφορά ή φιλονικία, εκτός και μέχρις ότου η διαφορά ή φιλονικία θα έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία όπως προβλέπεται από τον Κανόνα 44.2 και η Απόφαση των Διαιτητών ως έχει εκδοθεί, και μόνον τότε και για τέτοιο ποσό (αν υφίσταται) όπως θα διατάσσεται με τη Διαιτητική Απόφαση να πληρωθεί υπό του Συνεταιρισμού".

Ανενδοίαστα, λοιπόν, από τη γραμματική του διατύπωση, προκύπτει, ότι ο ανωτέρω Κανόνας 44 ρυθμίζει το δικαίωμα υπαγωγής οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των διαδίκων στη Διαιτησία και όχι την άσκηση της αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ανεξαρτήτως προσφυγής στη Διαιτησία και υπάρξεως διαιτητικής αποφάσεως, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που η ένδικη διαφορά δεν υπήχθη στη Διαιτησία αλλά η ενάγουσα άσκησε αγωγή ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων χωρίς διαιτητική διαδικασία.

Επομένως, δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής και την έναρξη του χρόνου παραγραφής η προηγούμενη απορριπτική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, γεγονός που άλλωστε γνώριζε η εκκαλούσα αφού άσκησε την ένδικη αγωγή στις 23- 4-1999 χωρίς να αναμένει την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου επί της από 8-3-1999 αιτήσεώς της, η οποία απόφαση εκδόθηκε, όπως προαναφέρεται, στις 10-5-1999".

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει την παραμόρφωση του Κανόνα 44 του αναιρεσίβλητου, στη μη ανάγνωση των εδαφίων 2, 3 και 4 του άρθρου 1 αυτού, στα οποία ορίζεται ότι: "Αυτή η ειδοποίηση δεν περιέχει πλήρη περιγραφή της διαφοράς ή διαφωνίας που θα συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα. Οι Διευθυντές κατά την εκτίμηση της διαφοράς ή διαφωνίας θα δικαιούνται να απαιτούν την προσκομιδή περαιτέρω εγγράφων και άλλων λεπτομερειών και να αναζητούν συμβουλές κατά την κρίση τους.

Αφού εκτιμήσουν τη διαφορά ή διαφωνία, οι Διευθυντές θα δώσουν εντολή στους διαχειριστές να πληροφορήσουν τον πλοιοκτήτη εγγράφως για την απόφαση τους". Με το περιεχόμενο τούτο, ο λόγος αναίρεσης, κατά το μέτρο που αποδίδει στο Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου Κανόνα 44, το οποίο, όμως, ορθά ανέγνωσε, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αιτιάται ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου αυτού, ώστε εξαιτίας της να δέχεται ότι στο έγγραφο περιέχονται πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που δέχεται το Δικαστήριο.

Η εσφαλμένη ερμηνεία του εγγράφου δεν ιδρύει την, εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Κατά το μέρος, δε, που η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, πλήττει την απόφαση για παραμόρφωση του ως άνω εγγράφου, με την επίκληση της μη ανάγνωσης τμήματος του εγγράφου αυτού, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, τα διαλαμβανόμενα, στα εδάφια που δεν παρατίθενται στην απόφαση, αποτελούν συνέχεια του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 44.1.

και εξειδικεύουν το περιεχόμενο της έγγραφης ειδοποίησης της διαφοράς ή διαφωνίας που κοινοποιείται στους Διευθυντές, με τα αποδεικτικά στοιχεία, την εκτίμηση αυτής από τους Διευθυντές και ενδεχομένως τη συμπλήρωση των στοιχείων, καθώς και την έγγραφη πληροφόρηση του πλοιοκτήτη για την απόφασή τους, ώστε, σε περίπτωση μη αποδοχής από τον τελευταίο της απόφασής τους, να μπορεί στη συνέχεια να προσφύγει στη διαιτησία, κατά τη ρύθμιση των επόμενων παραγράφων.

Δεν μνημονεύονται στα εδάφια αυτά του Κανόνα 44 πραγματικά περιστατικά, στα οποία, να αναγράφεται αδυναμία άσκησης της αγωγής, χωρίς προηγουμένως να ληφθεί απόφαση των Διευθυντών για τη διαφορά, ούτε πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηριζόμενο το Εφετείο, θα μπορούσε, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο, να οδηγηθεί σε διαφορετική από τη σχηματισθείσα κρίση, και να δεχθεί τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής και την έναρξη παραγραφής της αξίωσης, ήταν η προηγούμενη έκδοση απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου για την αίτηση αυτής με την οποία ζητούσε την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Συνεπώς, το μέρος των συγκεκριμένων περικοπών των εδαφίων 2, 3 και 4 της παραγράφου 44.1. του Κανόνα 44 του αναιρεσίβλητου, που δεν αναγνώστηκε, δεν είναι κρίσιμο για την ουσιαστική κρίση, αφού δεν μπορεί να στηρίξει διαφορετικό πόρισμα και δεν μπορεί να θεμελιώσει την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, την οποία αποδίδει στην προσβαλλόμενη ο ως άνω τέταρτος λόγος της αναίρεσης.? Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 95/2017).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Όταν με το λόγο της αναίρεσης, πλήττεται αιτιολογία της απόφασης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της, αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού, και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του, δεν επιδρά η προβαλλόμενη πλημμέλεια στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) αυτής (ΟλΑΠ 25, 26, 27/1994, ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 189/2017, ΑΠ 927/2014).

Ομοίως, αλυσιτελής, είναι ο λόγος αναίρεσης όταν με αυτόν πλήττεται αιτιολογία της απόφασης που εκφέρθηκε εκ περισσού (ΑΠ 363/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει, κατά το πρώτο μέρος του, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της, τους νομίμως προταθέντες στο πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο, και επαναφερθέντες ενώπιον του Εφετείου, αυτοτελείς ισχυρισμούς της, και συγκεκριμένα την αντένσταση ότι η έναρξη της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, άρχισε στις 10-5-1999, αφού το χρόνο αυτό εκδόθηκε η απορριπτική της απαίτησής της απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, η οποία (έκδοση) αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγικής αξίωσης, ο δε αναιρεσίβλητος ψευδώς, παραπλανητικώς και απατηλώς παρέστη σε σ' αυτήν ότι έχει εκδοθεί η από 23-6-1992 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία, όμως, είναι ανύπαρκτη.

Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλει την απόφαση, ότι στήριξε την κρίση της σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με την κρίση της ότι "η βούληση του αναιρεσίβλητου να μην ικανοποιήσει την αξίωση της αναιρεσείουσας διατυπώθηκε επανειλημμένα με τις από 23-6-1992 και 30-7-1993 επιστολές των πληρεξουσίων του δικηγόρων", χωρίς να ερευνήσει τον ισχυρισμό της ότι οι επιστολές αυτές ήταν ψευδείς, παραπλανητικές και απατηλές, χωρίς να προσδιορίσει το καταστατικό όργανο του αναιρεσίβλητου που εξέφρασε τη βούληση αυτή κατά τον τύπο και τη μορφή της δεσμευτικής απόφασης, δεν εξηγεί αν η γνωστοποίηση με τις επιστολές καλυπτόταν ή όχι από αντίστοιχη απορριπτική απόφαση του μόνου αρμόδιου να το αποφασίσει οργάνου, και εξομοιώνει την ανακοίνωση της απορριπτικής απόφασης ως απόδειξη της ύπαρξής της και παρέβλεψε ότι η αναιρεσείουσα δεν έλαβε ποτέ γνώση του περιεχομένου της απόφασης, αφού δεν της επιδόθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να ασκήσει την ένδικη αγωγή.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους ως άνω λόγους αναίρεσης, εκτός εκείνων που παρατίθενται ανωτέρω στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, και τα ακόλουθα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, πραγματικά περιστατικά: "...Ανενδοίαστα, λοιπόν, από τη γραμματική του διατύπωση, προκύπτει, ότι ο ανωτέρω Κανόνας 44 ρυθμίζει το δικαίωμα υπαγωγής οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των διαδίκων στη Διαιτησία και όχι την άσκηση της αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ανεξαρτήτως προσφυγής στη Διαιτησία και υπάρξεως διαιτητικής αποφάσεως, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που η ένδικη διαφορά δεν υπήχθη στη Διαιτησία αλλά η ενάγουσα άσκησε αγωγή ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων χωρίς διαιτητική διαδικασία.

Επομένως, δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής και την έναρξη του χρόνου παραγραφής η προηγούμενη απορριπτική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, γεγονός που άλλωστε γνώριζε η εκκαλούσα αφού άσκησε την ένδικη αγωγή στις 23-4-1999 χωρίς να αναμένει την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου επί της από 8-3-1999 αιτήσεώς της, η οποία απόφαση εκδόθηκε, όπως προαναφέρεται, στις 10-5-1999.....Εξάλλου, η άρνηση του εφεσίβλητου να ικανοποιήσει την αξίωση της εκκαλούσας κατέστη σε αυτή γνωστή ήδη από τον Ιούνιο του 1992 με την προαναφερθείσα από 23-6-1992 επιστολή των πληρεξουσίων δικηγόρων του εφεσίβλητου προς τους πληρεξουσίους δικηγόρους της εκκαλούσας αλλά και με την από 24-7-1992 επιστολή μεταξύ των ιδίων.

Η βούληση του εφεσίβλητου να μην ικανοποιήσει την αναγγελθείσα απαίτηση της εκκαλούσας επανειλημμένως διατυπώθηκε ρητώς με τις προαναφερόμενες επιστολές και συνεπώς η εκκαλούσα μπορούσε να ασκήσει τακτική αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια για την ικανοποίηση της αξιώσεώς της, όπως εξάλλου έπραξε με την ένδικη αγωγή.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος εφέσεως εκτιμάται και ως επαναφορά της νομίμως προταθείσης πρωτοδίκως αντενστάσεως περί αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 32 παρ. 1 του αγγλικού Νόμου περί παραγραφής (Limitation Act 1980) λόγω δολίας, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, αποσιωπήσεως από τους διαχειριστές του εφεσίβλητου της ανυπαρξίας αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του τελευταίου τον Ιούνιο του 1992, η οποία (αντένσταση) είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, προεχόντως διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν ήταν απαραίτητη η ύπαρξη τέτοιας αποφάσεως για την άσκηση της αγωγής αλλά και διότι επανειλημμένως γνωστοποιήθηκε στην εκκαλούσα, πριν την πάροδο εξαετίας από το ένδικο ναυάγιο, η άρνηση του εφεσίβλητου να ικανοποιήσει την αξίωσή της....".

Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, κρινόμενες, συνακολούθως, απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμη, αφού αποδεικνύεται ότι το Εφετείο ερεύνησε τον προβληθέντα ισχυρισμό περί του χρόνου έναρξης της παραγραφής και υπό την προταθείσα από την αναιρεσείουσα μορφή της αναγκαιότητας προηγούμενης έκδοσης απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου για τη δυνατότητα άσκησης της αγωγής και υπό τη μορφή της αντένστασης αναστολής της παραγραφής λόγω δόλιας συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου και κατέληξε σε διαφορετική κρίση από εκείνη που θεωρεί σωστή η αναιρεσείουσα, απορρίπτοντας τους άνω ισχυρισμούς.

Εξάλλου, οι ανωτέρω, εκ των αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με τις παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς. Τούτο διότι, η κύρια αιτιολογία του Εφετείου με την οποία καθορίζεται ως χρόνος έναρξης της παραγραφής της αγωγικής αξίωσης ο χρόνος επέλευσης του ζημιογόνου συμβάντος και όχι ο χρόνος έκδοσης της απορριπτικής της αξιώσεως της αναιρεσείουσας απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, συνίσταται στο ότι δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής η έκδοση προηγουμένως της τελευταίας απορριπτικής απόφασης.

Η αιτιολογία αυτή, όπως έγινε δεκτό, δεν πλήττεται αποτελεσματικά με λόγο αναίρεσης και από μόνη της στηρίζει το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα μέρη του, ήτοι εκ των αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφερόμενες στην σαφώς εκ περισσού παρατιθέμενη αιτιολογία, της ενημέρωσης της αναιρεσείουσας με τις επιστολές του εφεσίβλητου, για την απόρριψη της απαίτησής της, ή την μη ύπαρξη ή ακυρότητα της, απορριπτικής της αξιώσεως της αναιρεσείουσας, απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, η οποία, όμως, δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, δεν οδηγούν σε αναίρεση αυτής.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς καμία απόδειξη. Συγκεκριμένα, παραπονείται ότι δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι η βύθιση του πλοίου της δεν προήλθε από πρόσκρουση σε νάρκη, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα εκθέτει στον αναιρετικό λόγο, ότι αν και με την αγωγή ισχυρίστηκε ότι η απώλεια του πλοίου της επήλθε από πρόσκρουση σε νάρκη στον κόλπο του Ομάν, ήτοι για αιτία που συνιστά πολεμικό κίνδυνο και ιδρύει υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για την αποζημίωσή της, το Εφετείο, παρά τα αντίθετα που υποστήριξε αυτή στον τέταρτο λόγο της έφεσης, παραπονούμενη κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγή της, δεχόμενη ένσταση παραγραφής της αξίωσης, δέχθηκε ότι, από τη μελέτη του υλικού της βιντεοσκόπησης, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κτυπήματος από νάρκη σε κάποιο σημείο του πλοίου, μολονότι ο αναιρεσίβλητος είχε απαξιώσει ο ίδιος την αποδεικτική αξία της βιντεοσκόπησης, λόγω της μη ολοκλήρωσής της, και καθόσον οι κασέτες με το υλικό αυτής της βιντεοσκόπησης δεν προσκομίστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Με το περιεχόμενο τούτο ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, αποδίδεται με αυτόν, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη, όχι αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό ισχυρισμό της θεμελιωτικής βάσης της αγωγής. Συγκεκριμένα, ενώ ο αυτοτελής ισχυρισμός που θεμελιώνει τη βάση της αγωγής ήταν η συνδρομή του ασφαλιστικού κινδύνου της αξίωσης βύθισης του πλοίου, ήτοι η πρόσκρουση αυτού σε νάρκη, επικαλείται ότι το σφάλμα του Εφετείου συνίσταται στο ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι δεν επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος καθόσον το πλοίο της αναιρεσείουσας δεν βυθίστηκε επειδή προσέκρουσε σε νάρκη.

Σε κάθε, δε, περίπτωση, για να καταλήξει το Εφετείο στο προεκτεθέν πόρισμά του, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση, τα μνημονευόμενα ειδικά σ' αυτή αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις εισηγητικές εκθέσεις του Εισηγητή Δικαστή και του Έλληνα Προξένου στο Λονδίνο, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, και δεν έκρινε τον ως άνω, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, χωρίς απόδειξη, υποπίπτοντας στην εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.

Αναφορικά δε με τις αιτιάσεις ότι το υλικό της βιντεοσκόπησης δεν παρέχει αξιοπιστία σχετικά με τα αίτια της βύθισης του πλοίου, καθόσον η βιντεοσκόπηση του ναυαγίου δεν ολοκληρώθηκε λόγω απώλειας του σκάφους με την τηλεχειριζόμενη κάμερα που χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό, στη θάλασσα, και ότι οι σχετικές κασέτες αποτύπωσης του οπτικού υλικού της υποβρύχιας έρευνας, δεν προσκομίστηκαν στο Εφετείο, δεν μπορούν να ιδρύσουν τον, από την προτεινόμενη διάταξη του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ακόμη και αν υπονοείται ότι πρόκειται για αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν επιτρεπόταν η χρήση από το Εφετείο.

Με τις αιτιάσεις αυτές δεν προβάλλεται έλλειψη αποδείξεων, αλλά ως προς το πρώτο μέρος τους προσβάλλεται η αξιολογική εκτίμηση της ελλιπούς βιντεοσκόπησης, ως προς το δεύτερο, δε, μέρος τους, η μη προσκόμιση αποδεικτικού μέσου, περί της οποίας η σχετική βεβαίωση του Εφετείου, αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1468/2012), παρεκτός του ότι από την προσβαλλόμενη προκύπτει με σαφήνεια, ότι το Εφετείο αναφέρεται στη μελέτη του υλικού της βιντεοσκόπησης και τα, από αυτή τη μελέτη, συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων που είχαν οριστεί, και όχι σε χρήση του υλικού αυτού από το Δικαστήριο.

Ο προτεινόμενος ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, ακόμη και αν το Εφετείο, κατέληξε, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν και αναφέρθηκαν, σε εσφαλμένη κρίση, αφού η κρίση αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει με σαφήνεια και πληρότητα να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και, επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 609/2008).

Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20, 21, 22 και 23 του Ν.Δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής ασφαλίσεως", διότι, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, δέχθηκε ότι είναι νόμιμη η εγκατάσταση γραφείου από τον αναιρεσίβλητο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.27/1975, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν είναι ναυτιλιακή, αλλά ασφαλιστική επιχείρηση, εκτός του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου, η οποία δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις εγκατάστασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις έχουσες, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμογή, διατάξεις των ως άνω άρθρων του Ν.Δ. 400/1970, αφού στερείται μετοχικού κεφαλαίου και λειτουργεί ως συνεταιρισμός και όχι ως ανώνυμη εταιρεία.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια ήταν η επίδραση που είχε στο διατακτικό αυτής, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, με βάση την επικαλούμενη πλημμέλεια, και, συνεπώς, για ποιο λόγο, αν δεν παρεμβάλλονταν η παράβαση αυτή, θα οδηγούνταν το δικαστήριο σε διαφορετικό διατακτικό.

Απαράδεκτος, δε, είναι ο λόγος αυτός και γιατί είναι αλυσιτελής, δοθέντος ότι, και αν ακόμη είναι βάσιμος, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου, ότι πρόκειται για διαφορά από σύμβαση ασφάλισης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και οι συμβαλλόμενοι ρητά επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο της σύμβασής τους για την ασφάλιση του πλοίου της αναιρεσείουσας, το αγγλικό δίκαιο, το οποίο ως εκ τούτου ρυθμίζει τη σύμβαση ασφάλισης, την εξ αυτής αγωγική αξίωση, καθώς και την παραγραφή αυτής, ο τόπος στον οποίο έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ο αναιρεσίβλητος και το νόμιμο ή μη της εγκατάστασης από αυτόν γραφείου στην Ελλάδα, λόγω της επικαλούμενης μη συνδρομής των, κατά τα άρθρα 20-23 του Ν.Δ. 400/1970, προϋποθέσεων, δεν επιδρά, κατά το νόμο, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 25-4-2017 αίτηση για αναίρεση της 67/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "W… LIMITED" για αναίρεση της 67/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ