Legislator Case Law & Legislation
944/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague argument failing to specify how lower court violated prior ruling.

Case Number 944/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee's transfer and salary progression. The appellant argued the lower court failed to comply with a previous Supreme Court ruling by deeming the employer's actions contrary to good faith, but the court found this argument inadmissible. The court ruled the appeal was rejected because the appellant failed to specify the exact obligations of the prior ruling to prove non-compliance, and the argument was also unfounded as the prior decision did not establish the absence of Article 281 violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 and 144 para.1 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact obligations of a prior Supreme Court decision to prove non-compliance by the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague argument non-compliance prior ruling good faith salary progression civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 and 144 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para.2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 944 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 944/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." (... Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Η. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γλύκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2005 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1576/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1889/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/3/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 18-1-2016 (αριθμό κατάθ.128/2016)αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1889/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, το οποίο δίκασε κατά παραπομπή, μετά την έκδοση της 1576/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν της από 7-9-2007 αίτησης, της και νυν αναιρεσείουσας, κατά της 245/2005 προηγούμενης απόφασης του ίδιου Εφετείου, που είχε εκδοθεί κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της 1019/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και στην συνέχεια το Δικαστήριο δικάζοντας επί της αγωγής, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνώρισε α) ότι ο ενάγων έπρεπε να μεταταγεί στην κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων της εναγομένης και να προαχθεί στο μισθολογικό κλιμάκιο Β της κατηγορίας αυτής από 1-4-1998 και β) ότι υποχρεούτο η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, νομιμότοκα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

2. Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της εναγομένης τότε ... ΑΕ [της οποίας καθολικός διάδοχος ως προς τον ενάγοντα τυγχάνει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" (...) κατ` άρθρο 123 του Ν. 4001/2011], την από 18.11.1998 (αριθμό κατάθεσης 4469/18.11.1998) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενος αφενός πρόσληψή του από την εναγόμενη ...

ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 11.11.1964, προκειμένου να προσφέρει υπηρεσία ως υπάλληλος σε έργα υπογείων δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και από 20-6-1978 στην ..., και αφετέρου παράνομη, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, παράλειψη της εναγόμενης να τον μετατάξει στην Κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών θέσεων και να τον προάγει στο μισθολογικό κλιμάκιο Β της κατηγορίας αυτής, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-6-1995 άλλως της 1-4-1998, κατά τις οποίες όμως μετέταξε τους αναφερόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, έναντι των οποίων αυτός ισχυρίζεται ότι υπερτερούσε καταφανώς, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η οποία συνιστά και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, ζήτησε να αναγνωρισθεί: (α) ότι δικαιούται να ασκεί καθήκοντα Διευθυντή ΒΟΚ ή Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ ή Διευθυντή Κλάδου ΒΟΚ ή ισότιμα προς αυτά από την ημερομηνία που προήχθησαν οι μισθωτοί, από τους οποίους ήθελε κριθεί υπέρτερος, (β) ότι δικαιούται να καταταγεί στην Κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών θέσεων και να προαχθεί στο μ.κ.

Β της κατηγορίας αυτής, από 1.6.1995, άλλως από 1.4.1998, (γ) ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 1.000.000 δραχμών, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άνω συμπεριφορά της εναγόμενης, νομιμοτόκως από την κατάθεση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 1019/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της.

Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 12.2.2003 (αριθμό κατάθεσης 1288/14.2.2003) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 245/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την εν λόγω έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, αφού απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της, δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά την επικουρική βάση της, αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων έπρεπε να μεταταγεί στην κατηγορία Γ - Στελέχη Γενικών θέσεων και να προαχθεί στο μισθολογικό κλιμάκιο Β της κατηγορίας αυτής από την 1η Απριλίου 1998 καθώς και ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η εναγομένη ... με την από 7.9.2007 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1576/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, αναιρέθηκε εν μέρει η άνω 245/2005 απόφαση του Εφετείου, για το λόγο ότι το τελευταίο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1-4, 22 και 24 παρ. 7 του Κανονισμού Καταστάσεως της ... (ΚΚΠ-...), που έχει νόμου (ν..δ. 210/1974) καθώς και του άρθρου 281 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την βαθμολογική αντιστοιχία των συγκρινόμενων συναδέλφων του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου με τον τελευταίο, και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο.

Με την από 15.2.2011 (αριθμό κατάθεσης 264/24.2.2011) κλήση του καλούντος - ενάγοντος, νόμιμα επαναφέρθηκε προς μετ' αναίρεση συζήτηση, η από 12.2.2003 έφεσή του, και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1889/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση από ουσιαστική άποψη κατά το αναιρεθέν κεφάλαιό της, που αφορούσε την επικουρική βάση τη αγωγής, ήτοι τις προαγωγικές κρίσεις της ...

ΑΕ του έτους 1998, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας επί της επικουρικής βάσης της αγωγής, αναγνώρισε 1) ότι ο ενάγων έπρεπε να μεταταγεί στην κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών Θέσεων της εναγομένης και να προαχθεί στο μισθολογικό κλιμάκιο Β της κατηγορίας αυτής από 1-4-1998 και 2) ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 1000 ευρώ, νομιμότοκα.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε την υπό κρίση αίτηση η εναγομένη-αναιρεσείουσα. 3. Με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ... (ΚΚΠ/...), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ... (ΦΕΚ Β` 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ....

Με το άρθρο 2 αυτού, το προσωπικό διακρίνεται σε τακτικό, που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού και στο έκτακτο, που είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης. Το άρθρο 4 του Κανονισμού ορίζει ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ορισμένος αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση οργανικής θέσης (ΟλΑΠ 4/2010).

Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεώς του. Η κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων, που χαρακτηρίζεται από γενικά προσόντα της αυτής στάθμης ή παρεμφερούς είδους και έχουν την αυτή μισθολογική εξέλιξη. Μεταξύ των κλάδων περιλαμβάνεται και ο κλάδος Στελεχών Γενικών Θέσεων (Γ` κατηγορία), που υποδιαιρείται στις βαθμίδες α` και β`, στις οποίες αντιστοιχούν τα μισθολογικά κλιμάκια Α` και Β` και για τον οποίο κλάδο απαιτείται ως προσόν πτυχίο ανωτάτης σχολής.

Με την διάταξη της παρ. 7, 1 της από 15-12-1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας προσωπικού Δ.Ε.Η., η οποία έχει δημοσιευθεί με την με αριθμό 12316/1989 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β` 176/8-3-1989) και ισχύει από 1- 1-1988, προστέθηκε στην κατηγορία Γ` νέα βαθμίδα α1, που αντιστοιχεί στο νέο μισθολογικό κλιμάκιο Τ.

Εξάλλου, οι μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού της ... ΑΕ και ήδη αναιρεσείουσας, ενεργούνται, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 22 του παραπάνω Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού (ΚΚΠ) αυτής, κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας, στην οποία ανήκει ο μισθωτός, με την προϋπόθεση να έχει συμπληρώσει τριετία στο μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει και, προκειμένου για προαγωγή σε ανώτερη βαθμίδα, απαιτείται επιπροσθέτως να υφίσταται κενή οργανική θέση στη βαθμίδα αυτή και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση, η οποία να υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχειρήσεως.

Κατά την κρίση για προαγωγή συνεκτιμώνται: α) η υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση, τα προσόντα, οι γνώσεις και το ήθος του προς προαγωγή μισθωτού, β) οι εκθέσεις ικανότητας κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του μισθωτού και ιδίως εκείνες, που αφορούν την τριετία πριν από την προαγωγή, γ) τα εν γένει στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού του φακέλου και οι τυχόν υπάρχουσες εκθέσεις της ιεραρχίας, δ) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου και ε) κάθε στοιχείο, το οποίο αναφέρεται από τα μέλη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως ρητώς και καταχωρείται λεπτομερώς στα πρακτικά.

Για την κάλυψη θέσεων των μισθολογικών κλιμακίων Α`, Β` και Τ` γνωμοδοτεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 7 του ως άνω ΚΚΠ - ..., κατ` απόλυτη εκλογή, Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως, το οποίο προεπιλέγει πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε θέση και ο Γενικός Διευθυντής επιλέγει, μεταξύ αυτών, τον κατά την κρίση του καταλληλότερο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι το σύστημα αυτό της υπηρεσιακής βαθμολογικής προωθήσεως του προσωπικού στην κλίμακα βαθμών της ..., που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και συνοδεύεται με αύξηση αποδοχών, χωρίς αντίστοιχη όμως κατάληψη ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της, δεν παύει να είναι σύστημα προαγωγών των εργαζομένων.

Τόσο η προεπιλογή από το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως, όσο και η απόφαση του Γενικού Διευθυντή της ... για την κάλυψη θέσεων των εν λόγω μισθολογικών κλιμακίων, γίνονται με βάση την καταλληλότητα του υποψηφίου, προς διάγνωση της οποίας εκτιμώνται τα προαναφερόμενα προσόντα, και ανεξαρτήτως των όρων και περιορισμών του άνω άρθρου 22, δηλαδή της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης και της κατοχής επί τριετία του προηγούμενου μισθολογικού κλιμακίου (άρθρο 24 παρ. 7 του ΚΚΠ - ...).

Ενόψει αυτών η κατοχή ορισμένου μισθολογικού κλιμακίου δεν τίθεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη βαθμολογική αυτή προαγωγή, αλλά το κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο απλώς συνεκτιμάται κατά την κρίση, μετά των λοιπών προσόντων του υποψηφίου.

Συνεπώς, το εν λόγω Συμβούλιο Κρίσεως και ο Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης δεν μπορούν, θέτοντας όρους, που δεν προβλέπονται από τον έχοντα ισχύ νόμου ως άνω Κανονισμό, ως δεσμευτικές προϋποθέσεις, να αναιρέσουν το δικαίωμα του μισθωτού να προαχθεί στα παραπάνω κλιμάκια και ειδικότερα να θέσουν ως προϋπόθεση την κατοχή ορισμένου μισθολογικού κλιμακίου, παρά μάλιστα την περί του αντιθέτου πρόβλεψη του Κανονισμού.

Η περί προεπιλογής κρίση του ρηθέντος συμβουλίου και η περί προαγωγής στα ως άνω μισθολογικά κλιμάκια Α`, Β` και Τ απόφαση του Γενικού Διευθυντή της ... αποτελούν επί μέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, βάσει του οποίου η τελευταία εξειδικεύει εκάστοτε την παροχή της εργασίας του μισθωτού και ασκεί την εξουσία της για την καλή οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος της ... ελέγχεται δικαστικώς, όπως η άσκηση όλων των δικαιωμάτων, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια και όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Είναι δε καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, όταν παραλείπεται η προεπιλογή και η προαγωγή υπαλλήλου, που υπερτερεί καταφανώς κατά τα ως άνω προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, άλλου προαχθέντος συναδέλφου του, οπότε συντρέχει παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία συνιστά και αδικοπραξία, παρέχουσα στον μισθωτό αξίωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 914 και 332 του ΑΚ.

Εξάλλου, η ανάθεση καθηκόντων Διευθυντών Βασικού Οργανωτικού Κλιμακίου (ΒΟΚ), Διευθυντών Κλάδων (ΒΟΚ) και Βοηθών Διευθυντών (ΒΟΚ) καθορίστηκε να γίνεται σύμφωνα με την Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του έτους 1990 (Κεφ. Στ Θεσμικά θέματα και θεσμικές ρυθμίσεις), στην οποία καθιερώνεται όπως η ανάθεση καθηκόντων στο προσωπικό για όλες τις στάθμες της ιεραρχίας γίνεται ύστερα από προκήρυξη και προδιαγραφή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων κατά προκηρυσσόμενη θέση με συμμετοχή εκπροσώπου της αντιπροσωπευτικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης προσωπικού ... (ΑΣΟΠ/...) της κατηγορίας του κρινόμενου μισθωτού, στα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα επιλογής ή προεπιλογής των καταλληλότερων από τους υποψηφίους.

Προβλέπεται από την εν λόγω ΕΣΣΕ και η σύνταξη κανονισμού αναθέσεως καθηκόντων, ο οποίος έπρεπε να έχει καταρτισθεί και ισχύσει από 1-8-1990. Στον πίνακα (1) της ίδιας ΕΣΣΕ 1990 προδιαγράφονται στα πλαίσια διαδικασίας αναθέσεως καθηκόντων, τα όργανα κρίσης, τα ειδικά και γενικά κριτήρια και τα όργανα ανάθεσης καθηκόντων και έτσι για στάθμη Διευθυντών ΒΟΚ, Διευθυντών Κλάδων, Βοηθών Διευθυντών ΒΟΚ και Βοηθών Διευθυντών Κλάδων όργανο κρίσης γνωμοδοτικού χαρακτήρα ορίζεται η Επιτροπή Συμβουλίου Διεύθυνσης, τα κριτήρια για τις εν λόγω στάθμες καθηκόντων που λαμβάνονται υπόψη και γενικά η ανάθεση καθηκόντων, η αρχαιότητα, η βαθμολογία, η επιμόρφωση κλπ, και ειδικά το υπηρεσιακό ήθος, η διοικητική ικανότητα, η οργανοτικότητα, η ποιότητα εργασίας κλπ και ως όργανο ανάθεσης καθηκόντων ορίζεται ο Γενικός Διευθυντής.

Από τις διατάξεις όμως αυτές της άνω ΕΣΣΕ, με τις οποίες, σε συνδυασμό με το άρθρο 42 του Κανονισμού Διαρθρώσεως Υπηρεσιών, προσδιορίζεται ως ένα βαθμό ο τρόπος άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εκκαλούσας επιχείρησης, αναφορικά με την ανάθεση καθηκόντων της ανωτέρω στάθμης στο προσωπικό της, δεν περιορίζεται περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος αυτού, αφού τα ανωτέρω αρμόδια για την επιλογή και ανάθεση αυτή όργανά της, μπορούν να αξιολογήσουν ελεύθερα τα προαναφερθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και να αναθέσουν τα καθήκοντα αυτά στους κατά την κρίση τους καταλληλότερους από τους υποψηφίους για κάθε συγκεκριμένη θέση.

Υπόκειται όμως και η κρίση τους αυτή στους περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 281 ΑΚ και συνεπώς δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και οπωσδήποτε τέτοια αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης υπάρχει όταν τα αρμόδια όργανα της ...

προβούν στην ανάθεση καθηκόντων της παραπάνω στάθμης σε έναν υπάλληλό της, ενώ παραλείπουν να αναθέσουν καθήκοντα της στάθμης αυτής σε άλλο μισθωτό, ο οποίος υπερέχει κατάδηλα του τοποθετηθέντος από την άποψη γενικών τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και επί πλέον συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (που συνιστά συνάμα και ικανοποίηση αντίστοιχου δικαιώματος του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης (ΟλΑΠ 19/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1686/2018, ΑΠ 578/2014, ΑΠ 884/2014).

Τέλος, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις διενεργηθείσες από τα όργανα του εναγομένου εργοδότη προαγωγές του προσωπικού του, ο τελευταίος (εργοδότης) δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει νομίμως τον ισχυρισμό ότι άλλος ή άλλοι υπάλληλοι, επίσης μη προαχθέντες, υπερείχαν έναντι του ενάγοντος, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση διακωλυτική της γενέσεως του δικαιώματος προαγωγής που ασκείται με την αγωγή (ΑΚ 281, 297, 298, 914), η οποία θεμελιώνεται στην επίκληση της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.

Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του έστω και απλώς υπερέχοντος και, επίσης, παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρουμένων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανωτέρου βαθμού (ΟλΑΠ 14/1998,AΠ 884/2014, ΑΠ 444/2010).

Η ένσταση αυτή σε περίπτωση ευδοκίμησής της, καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλείψεως του ενάγοντος (Ολ ΑΠ 14/1998, ΑΠ 884/2014, ΑΠ 421/2010). Η ένσταση όμως αυτή καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη όταν οι εκ μέρους του ενιστάμενου εργοδότη προτεινόμενοι προς σύγκριση υπάλληλοι είναι λιγότεροι από εκείνους, οι οποίοι αναφέρονται στην αγωγή και έναντι των οποίων διαπιστώνεται ότι ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς. 4.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τις κρίσεις του Ειδικού Συμβουλίου Κρίσεως (ΕΣΚ) της εναγομένης για τις μετατάξεις στο μ.κ Β της Κατηγορίας Γ' μισθωτών προερχομένων από τις κατηγορίες Τ1,Τ2,ΔΟ1,Ν και ΥΙ, καθώς και για τις προαγωγές μισθωτών Κατηγορίας Γ από το μ.κ. Β στο μ.κ Α και από το μ.κ Α στο μ.κ Τ του έτους 1998, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 245/ 2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε αμετακλήτως, καθόσον κατά τα κατωτέρω εκτεθησόμενα, η απόφαση αυτή δεν επλήγη με την αναίρεση, ότι η εναγομένη ...

ΑΕ προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 11.11.1964 ως μαθητευόμενο στην Πρότυπη Τεχνική Σχολή Μαθητείας ..., μετά επιτυχή του συμμετοχή σε πανελλήνιο διαγωνισμό. Ακολούθως, και μετά την απόκτηση από τον ενάγοντα πτυχίου ΑΕΙ και δη της ΑΒΣΠ (νυν Πανεπιστημίου Πει- ραιώς), ο τελευταίος μετατάχθηκε στις 30.3.1976 στην κατηγορία Δ01 (πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών - δημιοσιονομικές/οικονομικές επιστήμες) του ΚΠΠ/...

και στο μισθολογικό κλιμάκιο 9. Στη συνέχεια και δη στις 20.6.1978, ο ενάγων μετατέθηκε στη Διεύθυνση Εκμετάλλευσης Διανομής (ΔΕΔ) της εναγόμενης, και απασχολήθηκε με την σύνταξη και παρακολούθηση προϋπολογισμών και ενιαίου προγράμματος προμηθειών και την εν γένει επιμέλεια των προμηθειών, ενώ στις 13.2.1995 μετατέθηκε στην Διεύθυνση Μελετών Κατασκευών Λειτουργίας Διανομής (ΔΜΚΛΔ) και απασχολήθηκε στον Υποτομέα Επιμέλειας Υλικών Εξοπλισμού Εκμετάλλευσης με το ίδιο αντικείμενο.

Στις 1.11.1995 του ανετέθησαν τα καθήκοντα Τομεάρχη του τομέα οικονομικής παρακολούθησης Συμβάσεων και Στατιστικής της Διεύθυνσης Προμηθειών Διανομής (ΔΠΔ) και από τις 1.12.1996 του ανατέθηκαν επιπροσθέτως, και καθήκοντα Οικονομικού Επόπτη της Διεύθυνσης Προμηθειών-Διανομής, ενώ προήχθη από τις 10.12.1994 στο μισθολογικό κλιμάκιο ΙΑ και στις 10.12.1997 στο μισθολογικό κλιμάκιο ΙΒ.

Ο ενάγων έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με τα εξής θέματα: Από τις 18.2.1996 έως 23.2.1996 το σεμινάριο "Οργάνωση και διοίκηση έργων", συνολικής διάρκειας 50 ωρών, από 4.5.1992 έως 8.5.1992 το σεμινάριο "Έλεγχος Αποθεμάτων" συνολικής διάρκειας 64 ωρών, στις 2.5.1995 το σεμινάριο "Ημερολόγιο Συμψηφιστικών Πράξεων" διαρκείας 8 ωρών, από 21.11.1994 έως 25.11.1994 το σεμινάριο "Οργάνωση εργασίας - Διαχείριση χρόνου - Παραγωγικότητα" συνολικής διαρκείας 50 ωρών, από 17.2.1994 έως 18.2.1994 το σεμινάριο "Λειτουργία διαχειρίσεων χρηματικού μετά την εφαρμογή του νέου ΚΒΣ στην επιχείρηση", συνολικής διαρκείας 16 ωρών, από 28.11.1983 έως 30.11.1983 το σεμινάριο "Προγράμματα υποστήριξης μικροϋπολογιστών" και από 11.11.1983 έως 23.11.1983 το σεμινάριο "Μικροϋπολογιστές και γλώσσα Basic".

Υπήρξε επίσης ο ενάγων, συνδικαλιστής στον Σύλλογο Επιστημονικού Προσωπικού της εναγομένης, στη Γενική Ομοσπονδία Προσωπικού της εναγόμενης, στο Εργατικό Κέντρο Αθηνών, στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος και στη ΓΣΕΕ. Στις αναφορές των προϊσταμένων του, χαρακτηρίζεται στέλεχος εξαιρετικού ήθους και ικανοτήτων και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1992 έως 1996 είναι 856, 834, 856, 856 και 862 μονάδες αντίστοιχα, δηλαδή έχει μέσο όρο βαθμολογίας (ΜΟΒ) 854 μονάδες με άριστα τον αριθμό 900.

Κατά τα έτη 1993 έως 1997 η εναγόμενη, με βάση τη με αριθμό 247/1993 απόφαση του Γενικού της Διευθυντή (ο οποίος αντικατέστησε σε όλες της αρμοδιότητες τον Διοικητή της ...) προκήρυξε τις παρακάτω θέσεις Διευθυντικών Στελεχών, στις οποίες υπέβαλε υποψηφιότητα και ο ενάγων και στις οποίες η ενα- γομένη τοποθέτησε τους παρακάτω υπαλλήλους της: (1) στη θέση του Δ/ντή της Δ/νσης Επικοινωνίας την Σ.

Α.-Μ., κατηγορίας Δ01/Α, πτυχιούχο ΑΣΣΟΕ από 1.10.1980, με ημερομηνία πρόσληψης 4.8.1969, κάτοχο του μισθολογίου κλιμακίου (μ.κ.) 2 από 1.10.1992, με ουδεμία ανάθεση καθηκόντων και μέσο όρο βαθμολογίας (ΜΟΒ) 846 μονάδες, (2) στη θέση του Βοηθού Δ/ντή στη Δ/νση Προμηθειών Διανομής τον Π.Β.......... Από τα παραπάνω προέκυψε ότι η μη μετάταξη του ενάγοντος στην κατηγορία Γ και η μη προαγωγή του στο μ.κ.

Β της κατηγορίας αυτής κατά τη κρίση της 13.12.1994 δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης και μάλιστα σε βαθμό που να υπερβαίνει καταφανώς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ώστε και το κύριο αίτημα της αγωγής είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο". Και συνεχίζει το Εφετείο "Το έτος 1998 συνήλθε εκ νέου το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως (ΕΣΚ) της εναγόμενης προκειμένου να κρίνει μετατάξεις στο μ.κ.

Β της Κατηγορίας Γ μισθωτών προερχομένων από τις κατηγορίες ΤΙ, Τ2, Δ01, Ν και ΥΙ καθώς και για προαγωγές μισθωτών Κατηγορίας Γ από το μ.κ. Β στο μ.κ. Α και από το μ.κ. Α στο μ.κ. Τ. Μετά από τρεις συνεδριάσεις του ΕΣΚ (18/2/1998, 4/3/1998 και 20/3/1998) συντάχθηκε το από 20.3.1998 πρακτικό στο οποίο περιελήφθησαν οι πίνακες προεπιλεγέντων του εισηγητή στους οποίους δεν περιελήφθη ο ενάγων με την αιτιολογία ότι, κατά την ημερομηνία που έθεσε το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεων (ΕΣΚ), δηλαδή στις 16.2.1998, παρόλο ότι αυτός εξακολουθούσε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Τομέα ΒΟΚ (από 11.11.1995), δεν πληρούσε την δεύτερη βασική προϋπόθεση της κατοχής του μ.κ.Β1.

Τελικώς, ο Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης με τη με αριθμό 37/1998 απόφασή του, επέλεξε και μετέταξε στην Κατηγορία Γ προάγοντας στο μ.κ. Β αυτής από 1.4.1998, 44 μισθωτούς μεταξύ όσων είχαν προεπιλεγεί από τον εισηγητή του ΕΣΚ, στους οποίους δεν συμπεριλήφθηκε ο ενάγων ως προεκτέθηκε. Μεταξύ των τελικώς επιλεγέντων ήσαν οι: (1) Κ.

Π. - Κατηγορίας Τ1/Α, κάτοχος διπλώματος Πολυτεχνείου (Σχολής Ηλεκτρολόγων) Ιταλίας το έτος 1977, προσληφθείς από την εναγομένη στις 1.9.1983 ως μηχανικός. Αυτός κατείχε από 1.1.1995 το μ.κ. 1 και ήταν Δ/ντής ΑΗΣ Μεγαλόπολης /ΔΕΠ προσωρινά από 8.12.1993 και οριστικά από 12.5.1994, είχε δε ΜΟΒ 854 μονάδες, (2) Θ. Κ. - Κατηγορίας Τ1/Α, κάτοχος διπλώματος Πολυτεχνείου (Σχολής Μηχανολόγων - Ηλεκτρολόγων) από το 1980, προσληφθείς από την εναγόμενη στις 1.9.1983, ως μηχανικός.

Αυτός κατείχε από 1.9.1995 το μ.κ. 1 και ασκούσε καθήκοντα Δ/ντή ΑΗΣ Πτολεμαΐδος από 1.11.1996 και ως Προϊστάμενος Τομέα Συντήρησης ΑΗΣ Πτολεμαΐδος από 16.11.1994, είχε δε ΜΟΒ 860 μονάδες, (3) Σ. Α. - Κατηγορίας Τ1/Α, κάτοχος διπλώματος Πολυτεχνείου (Σχολής Ηλεκτρολόγων) το έτος 1979, προσληφθείς από την εναγόμενη στις 18.11.1995, ως μηχανικός.

Αυτός κατείχε το μ.κ. 1 από 18.11.1997 και ασκούσε καθήκοντα Δ/ντή ΑΗΣ Αλιβερίου/ΔΕΠ από 1.5.1997 και Προϊσταμένου Υποτομέα Ηλεκτρικής Συντήρησης ΑΗΣ Αλιβερίου από 18.11.1995, είχε δε ΜΟΒ 867 μονάδες, (4) Ι. Ι. - Κατηγορίας Τ1/Δ, κάτοχος διπλώματος Πολυτεχνείου (Σχολής Μεταλλειολόγων - Μηχανικών) το έτος 1979, προσληφθείς από την εναγόμενη την 1.8.1983.

Αυτός κατείχε από 1.8.1995 το μ.κ. 1 και ασκούσε καθήκοντα Βοηθού Δ/ντή Κλάδου Ορυχείων Κυρ. Πεδίου από 15.1.1996 και Βοηθού Δ/ντή Κλάδου ορυχείων Πεδ.Καρδιάς από 2.1.1996, είχε δε ΜΟΒ 862 μονάδες, (5) Φ. Φ. - Κατηγορίας Τ1/Δ, κάτοχος διπλώματος Πολυτεχνείου (Σχολής Αγρονόμων-Τοπογράφων) το έτος 1979, προσληφθείς από την εναγομένη στις 1.9.1983.

Αυτός κατέχει από 1.9.1995 το μ.κ. 1, από 2.1.1996 ήταν Βοηθός Δ/ντής Κλάδου ΛΚΠΑ και από 1.12.1993 Προϊστάμενος Ταμία Τοπογραφήσεων, είχε δε ΜΟΒ 854 μονάδες, (6) Ν. Α.- Κατηγορίας Τ1/2, κάτοχος διπλώματος Πολυτεχνείου (Σχολής Μηχανολόγων - Ηλεκτρολόγων) το έτος 1977, προσληφθείς από την εναγόμενη στις 1.6.1984 ως μηχανικός. Αυτός κατέχει από 1.6.1996 το ΙΑ κλιμάκιο, ασκούσε από 2.9.1994 προσωρινά και από 13.12.1994 οριστικά καθήκοντα Δ/ντή Κλάδου ΔΠΛΡ (ΒΟΚ), είχε δε ΜΟΒ 895 μονάδες και πέντε (5) σεμινάρια επιμόρφωσης.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι δυνάμει της με αριθμό 54/1989 Αποφάσεως του Γενικού Διευθυντή της εναγομένης ανακαθορίστηκαν οι τίτλοι και τα ιεραρχικά επίπεδα διοίκησης των Υπηρεσιακών Μονάδων και των επικεφαλής τους, καθώς και οι στάθμες ευθύνης στις διάφορες θέσεις της ιεραρχίας και οι αντίστοιχες διαβαθμίσεις του Επιδόματος Ειδικών ή Αυξημένων Καθηκόντων.

Με την απόφαση αυτή καθιερώθηκαν οκτώ (8) ιεραρχικά επίπεδα με ανώτατο (8°) του Βασικού Οργανικού Κλιμακίου (ΒΟΚ) και με Βασικές Οργανωτικές Μονάδες τον Κλάδο (7°), την Υπηρεσία (6°), το Τμήμα (5°), τον Τομέα (4°) και τον Υποτομέα (3°), καθώς και με Στοιχειώδεις Υπηρεσιακές- Μονάδες ή Υπηρεσιακά Όργανα, Δραστηριότητες, Ομάδες, Εργοδηγεία και Εργοδηγούς (2°) και τέλος Στοιχεία, Συνεργεία και Αρχιτεχνίτες ορισμένων θέσεων (1°).

Με την παράγραφο 2 της άνω απόφασης Γενικού Διευθυντή της εναγόμενης, ορίστηκαν και οι αντίστοιχοι τίτλοι των διαφόρων υπηρεσιακών επιπέδων, καθώς και οι τίτλοι των αντιστοίχων επικεφαλής και δη: Στο 8° επίπεδο αντιστοιχεί ο Διευθυντής ΒΟΚ, στο 7° ο Κλαδάρχης ή Διευθυντής Κλάδου, στο 6° ο Προϊστάμενος Υπηρεσίας, στο 5° ο Τμηματάρχης, στο 4° ο Τομεάρχης, στο 3° ο Υποτομεάρχης, στο 2° ο Υπεύθυνος Δραστηριότητας, Ομα δάρχης, Εργοδηγός και στο 1° ο Υπεύθυνος Στοιχείου, Υπεύθυνος Συνεργείου και ο Αρχιτεχνίτης.

Στην ίδια θέση επισημαίνεται ότι οι επικεφαλής των Σταθμών Παραγωγής και Ορυχείων φέρουν τον τίτλο του "Διευθυντή", στο τρίτο και τέταρτο εδάφιο της άνω 2ας παραγράφου, προβλέφθηκε ότι είναι δυνατό, όταν ένα ΒΟΚ δεν διαρθρώνεται σε Κλάδους να ορίζεται οργανική θέση "Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ", στον οποίο εκτός από τα καθήκοντα αναπλήρωσης του Διευθυντή του ΒΟΚ ανατίθενται ειδικότερα καθήκοντα, που προσδιορίζονται στη πράξη ανάθεσης ή στην απόφαση διάρθρωσης του ΒΟΚ.

Ο Βοηθός Διευθυντής ΒΟΚ είναι καθόλα ισότιμος με τον Κλαδάρχη ΒΟΚ (στο 7° δηλαδή, υπηρεσιακό επίπεδο). Επίσης, ότι είναι δυνατό σε Κλάδους των οποίων το αντικείμενο είναι εκτεταμένο ή παρουσιάζει ιδιαιτερότητες να κριθεί αναγκαία η δημιουργία οργανικής θέσεως "Βοηθού Διευθυντή Κλάδου ΒΟΚ", στον οποίο, εκτός από τα καθήκοντα αναπλήρωσης του Δ/ντή Κλάδου ΒΟΚ, ανατίθενται και ειδικότερα καθήκοντα.

Ο Βοηθός Δ/ντής Κλάδου ΒΟΚ είναι καθόλα ισότιμος με Προϊστάμενο Υπηρεσίας (στο έκτο δηλαδή υπηρεσιακό επίπεδο), ο δε τελευταίος (Προϊστάμενος Υπηρεσίας), σύμφωνα με το με στοιχεία ΓΒΓΔ/Π/541/7.3.1996 έγγραφο του Γραφείου Βοηθού Γενικού Διευθυντή Εκμετάλλευσης Παραγωγής της εναγόμενης, μετονομάστηκε σε Προϊστάμενο Τομέα (Τομεάρχη).

Με την από 28.2.1990 ΕΣΣΕ που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 13/1990 Πράξη και συνεπώς επέχει ισχύ νόμου, στην οποία είναι συνημμένος ο Πίνακας Ι για την διαδικασία ανάθεσης καθηκόντων (στάθμη καθηκόντων, όργανα κρίσης, κριτήρια κατά στάθμη καθηκόντων και όργανα ανάθεσης καθηκόντων), καθορίστηκε ότι στο ιεραρχικό επίπεδο 6 περιλαμβάνονται οι τομεάρχες ΒΟΚ και οι Δ/ντές Περιοχών.

Δεδομένου ότι όπως σαφώς προέκυψε από το ανωτέρω, με αριθμό ΓΒΓΔ/Π/541/7.3.1996 έγγραφο της εναγόμενης ότι ο Βοηθός Διευθυντής Κλάδου ΒΟΚ είναι καθόλα ισότιμος με Προϊστάμενο Υπηρεσίας, δηλαδή με Τομεάρχη κατά την τρέχουσα ορολογία, κατά την προαγωγή του ενάγοντος, ο οποίος ήταν Τομεάρχης ΒΟΚ, αυτός ήταν συγκρίσιμος με τους μισθωτούς που άσκησαν καθήκοντα Δ/ντή ΑΗΣ (τρεις πρώτοι) και καθήκοντα Βοηθού Δ/ντή Κλάδου Ορυχείων (τέταρτος και πέμπτος) και Δ/ντή Κλάδου ΔΠΛΡ (ΒΟΚ) που ασκούσε ο τελευταίος, διότι όλοι αυτοί ήσαν βαθμολογικά Προϊστάμενοι Υπηρεσίας, μετά την κατάργηση των Κλάδων και δη στην έκτη στάθμη καθηκόντων, η οποία περιελάμβανε μαζί με τους Προϊσταμένους Υπηρεσίας και τους Βοηθούς Κλαδάρχες.

Συνακόλουθα, τα καθήκοντα Δ/ντή ΑΗΣ ήσαν ισότιμα με αυτά του Τομεάρχη Κεντρικής Διευθύνσεως (ΒΟΚ). Ο ενάγων είχε θέση Τομεάρχη Κεντρικής Διεύθυνσης ΒΟΚ από 1.11.1995, δηλαδή βρισκόταν στο έκτο ιεραρχικό επίπεδο των θέσεων ευθύνης και άσκησε ισότιμα με τους παραπάνω συναδέλφους του καθήκοντα ευθύνης από προγενέστερο χρόνο (πλην του Ν.

Α.) και είναι αρχαιότερος όλων ως προς τη Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα (χρόνος προσλήψεως στην εναγομένη) κατά είκοσι περίπου έτη, είναι δε ανώτερος όλων κατά δύο μ.κ. (πλην του Ν. Α. ως προς τον οποίο είναι ανώτερος κατά ένα μ.κ.) δεν υστερεί δε από τον τελευταίο ως προς τα σεμινάρια επιμορφώσεως, ως προς τα οποία υπερέχει των λοιπών που δεν έχουν παρακολουθήσει σεμινάρια.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι συγκρινόμενοι υπερέχουν ελάχιστα ως προς τις ΜΟΒ, καθόσον ο ενάγων έχει ΜΟΒ 854 μονάδες, πλην όμως τούτο και μόνον, δεν είναι ικανό να μειώσει την κατάδηλη υπεροχή του τελευταίου έναντι των λοιπών, η οποία συνδυάζεται και με την κρίση των προϊσταμένων του ως προς το εξαίρετο ήθος του και τις μεγάλες ικανότητες του στην άσκηση των καθηκόντων θέσεων ευθύνης.

Συνεπώς, οι κρίσεις των οργάνων της εναγόμενης (Ειδικού Συμβουλίων Κρίσεων και Γενικού Διευθυντή) για παράλειψη μετατάξεώς του στη κατηγορία Γ με προαγωγή στο μ.κ. Β με αντίστοιχη μετάταξη και μισθολογική προαγωγή των ανωτέρω συναδέλφων του, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και επομένως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.

Η εναγομένη είχε προτείνει πρωτοδίκως ότι κατά την πιο πάνω κρίση είχαν παραλειφθεί πέντε συνάδελφοι του ενάγοντος, τους οποίους κατονομάζει, οι οποίοι υπερείχαν εκείνου και θα είχαν μεταταγεί και προαχθεί, αν δεν είχαν μεταταγεί και προαχθεί οι έξι προαναφερόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοί του. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, ο οποίος ως διακωλυτική ένσταση προτάθηκε παραδεκτά, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι ακόμη και αν θεωρηθούν αληθή και βάσιμα τα στοιχεία της ένστασης και μετατάσσονταν στις ως άνω θέσεις οι παραλειφθέντες πέντε συνάδελφοι του ενάγοντος, θα παρέμενε ακάλυπτη η έκτη θέση, την οποία θα καταλάμβανε ο ενάγων.

Συνεπεία της άνω συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, καθόσον αμφισβητήθηκε η υπηρεσιακή του αξία και μειώθηκε η προσωπικότητά του στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο. Για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των χιλίων (1,000) ευρώ το οποίο υπό τις άνω συνθήκες παράλειψης της προαγωγής του κρίνεται δίκαιο και εύλογο.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και πρέπει γενομένων δεκτών των σχετικών λόγων εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, αφού δε κρατηθεί η υπόθεση, στο δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν, να απορριφθεί η αγωγή κατά τη κύρια βάση της και να γίνει δεκτή κατά την επικουρική αυτής βάση, και από ουσιαστική άποψη, αναγνωριζομένου ότι ο ενάγων, ήδη συνταξιούχος, έπρεπε να μεταταγεί στην Κατηγορία Γ-Στελέχη Γενικών θέσεων και να προαχθεί στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.) Β- της Κατηγορίας αυτής, από την 1η Απριλίου 1998 καθώς και ότι η εναγομένη, οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως". 5.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, του Κανονισμού της ... (ΚΚΠ-...) και των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα με τις παραδοχές της ότι α)με την από 28.2.1990 ΕΣΣΕ που επέχει ισχύ νόμου, καθορίστηκε ότι στο ιεραρχικό επίπεδο 6 περιλαμβάνονται οι τομεάρχες ΒΟΚ και οι Δ/ντές Περιοχών, ότι β) όπως σαφώς προέκυψε από το με αριθμό ΓΒΓΔ/Π/541/7.3.1996 έγγραφο της εναγόμενης, ο Βοηθός Διευθυντής Κλάδου ΒΟΚ είναι καθόλα ισότιμος με Προϊστάμενο Υπηρεσίας, δηλαδή με Τομεάρχη και επίσης ότι γ) κατά την προαγωγή του ενάγοντος, ο οποίος ήταν Τομεάρχης ΒΟΚ, αυτός ήταν συγκρίσιμος με τους μισθωτούς που άσκησαν καθήκοντα Δ/ντή ΑΗΣ (τρεις πρώτοι) και καθήκοντα Βοηθού Δ/ντή Κλάδου Ορυχείων (τέταρτος και πέμπτος) και Δ/ντή Κλάδου ΔΠΛΡ (ΒΟΚ) που ασκούσε ο τελευταίος, διότι όλοι αυτοί ήσαν βαθμολογικά Προϊστάμενοι Υπηρεσίας, μετά την κατάργηση των Κλάδων και δη στην έκτη στάθμη καθηκόντων, η οποία περιελάμβανε μαζί με τους Προϊσταμένους Υπηρεσίας και τους Βοηθούς Κλαδάρχες και συνακόλουθα ότι τα καθήκοντα Δ/ντή ΑΗΣ ήσαν ισότιμα με αυτά του Τομεάρχη Κεντρικής Διευθύνσεως (ΒΟΚ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον έχοντα ισχύ νόμου ΚΚΠ/...

και με την επίσης έχουσα ισχύ νόμου από 28.2.1990 ΕΣΣΕ. Επίσης δεχόμενο ότι ο ενάγων που είχε θέση Τομεάρχη Κεντρικής Διεύθυνσης ΒΟΚ από 1.11.1995, δηλαδή βρισκόταν στο έκτο ιεραρχικό επίπεδο των θέσεων ευθύνης και άσκησε ισότιμα με τους παραπάνω συναδέλφους του καθήκοντα ευθύνης από προγενέστερο χρόνο (πλην του Ν.

Α.) και είναι αρχαιότερος όλων ως προς τη Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα (χρόνος προσλήψεως στην εναγομένη) κατά είκοσι περίπου έτη, είναι δε ανώτερος όλων κατά δύο μ.κ. (πλην του Ν. Α. ως προς τον οποίο είναι ανώτερος κατά ένα μ.κ.) δεν υστερεί δε από τον τελευταίο ως προς τα σεμινάρια επιμορφώσεως, ως προς τα οποία υπερέχει των λοιπών που δεν έχουν παρακολουθήσει σεμινάρια, ότι επίσης οι συγκρινόμενοι υπερέχουν ελάχιστα ως προς τις ΜΟΒ, καθόσον ο ενάγων έχει ΜΟΒ 854 μονάδες, πλην όμως τούτο και μόνον, δεν είναι ικανό να μειώσει την κατάδηλη υπεροχή του τελευταίου έναντι των λοιπών, η οποία συνδυάζεται και με την κρίση των προϊσταμένων του ως προς το εξαίρετο ήθος του και τις μεγάλες ικανότητες του στην άσκηση των καθηκόντων θέσεων ευθύνης και ότι συνεπώς οι κρίσεις των οργάνων της εναγόμενης (Ειδικού Συμβουλίων Κρίσεων και Γενικού Διευθυντή) για παράλειψη μετατάξεώς του στη κατηγορία Γ με προαγωγή στο μ.κ.

Β με αντίστοιχη μετάταξη και μισθολογική προαγωγή των ανωτέρω συναδέλφων του, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και επομένως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι με βάση τη σύγκριση στο σύνολό τους των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος και των άνω συναδέλφων του Κ. Π., Θ. Κ., Σ. Α., Ι. Ι., Φ. Φ. και Ν. Α., ο πρώτος υπερείχε καταφανώς αυτών, στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα, ότι η απόφαση της εναγομένης το έτος 1998, να παραλείψει να μετατάξει τον ενάγοντα στην κατηγορία Γ με προαγωγή στο μ.κ Β, με αντίστοιχη μετάταξη και μισθολογική προαγωγή των ανωτέρω 6 συναδέλφων του, ήταν αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο κατ'εκτίμηση από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. 6. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης, προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι επί του πρώτου λόγου της από 7-9-2007 προηγούμενης αίτησής της( από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), περί αναίρεσης της 245/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1576/2009 απόφαση του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αφού έκρινε ότι ήταν βάσιμος άλλος λόγος αναιρέσεως, συνέχισε και έκρινε ότι "περαιτέρω βάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, διότι οι ανωτέρω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου", αναίρεσε την με αριθμό 245/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.

Πλην όμως η αναιρεσιβαλλομένη, αντί να θέσει στη μείζονα πρόταση την ερμηνευτική λύση που δόθηκε από την αναιρετική απόφαση, να συμμορφωθεί με αυτήν και να απορρίψει την ένδικη αγωγή καθώς είχε ήδη γίνει αναιρετικά δεκτό ότι δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, την δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη στη βάση των ίδιων πραγματικών περιστατικών.

Δέχθηκε έτσι ότι η κρίση των οργάνων της εναγομένης για παράλειψη της μετάταξης του ενάγοντα στην κατηγορία Γ και μισθολογικής προαγωγής των πιο πάνω συναδέλφων του είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και επομένως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθα δεν συμμορφώθηκε προς την 1576/2009 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι καίτοι ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο που δίκασε κατά παραπομπή, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν συμμορφώθηκε με την 1576/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ουδόλως εκθέτει ποιες ήταν οι επιταγές αυτές του τελευταίου Δικαστηρίου, για να διαπιστωθεί αν το Εφετείο συμμορφώθηκε ή όχι με τις επιταγές του.

Ανεξαρτήτως όμως αυτού ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται και επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι η 1576/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την 245/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είχε κάνει δεκτό τον ισχυρισμό της εναγομένης ... ότι δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ των οργάνων της, για παράλειψη της μετάταξης του ενάγοντα στην κατηγορία Γ και μισθολογικής προαγωγής των πιο πάνω συναδέλφων του, καθόσον από την επισκόπηση της άνω απόφασης(1576/2009), αυτή ουδόλως δέχθηκε ότι δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά προκύπτει ότι την αναίρεσε για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση, ήτοι για ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ήτοι του έχοντος ισχύ νόμου οργανισμού της αναιρεσείουσας και του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά και για αντιφατικές αιτιολογίες. 7.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-3-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 1889/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ