Legislator Case Law & Legislation
944/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on compensation for mental suffering in a traffic accident case.

Case Number 944/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Court of First Instance's award of damages for mental suffering to victims of a traffic accident. The court held that the appellate court did not violate the principle of proportionality by awarding specific sums for psychological pain, as these amounts were consistent with established judicial practice. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Liability for damages requires fault and causal link; compensation for mental suffering must be reasonable and within judicial discretion limits without violating proportionality.

Keywords

AI generated
mental suffering compensation traffic accident liability principle of proportionality judicial discretion limits fault and causation civil liability appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 944 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 944/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Σ. του Π., χας Σ. Π., 2) Θ. Π. του Σ., κατοίκων ..., 3) Μ. - Ζ. χας Θ. Π., το γένος Ι. Μ., 4) Α. Π. του Θ., 5) Γ. Π. του Θ., κατοίκων ..., 6) Π. Φ. του Δ., κατοίκου ... και 7) Κ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σπυριδούλα - Αγγελική Λιώση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκε με την από 2-11-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Ο αναφερόμενος στο εν λόγω άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 381/2010).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ. (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία, καθώς και εκείνοι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 100/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο αυτοκινήτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό, ήτοι του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων Σ.

Ι. Π. και του Π. Ι. Τ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 12.9.2007 και περί ώρα 22:00, ο συγγενής των 1ης, 2ου, 3ης, 4ης, 5ης και 7ης των εναγόντων - εφεσιβλήτων Σ. Π. (σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου, γιος της τρίτης, αδελφός των τέταρτης και πέμπτης και γαμπρός της έβδομης των εναγόντων - εφεσιβλήτων) οδηγούσε το ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της έβδομης των εναγόντων - εφεσιβλήτων, κινούμενος αρχικώς σε ανώνυμη οδό δημοτική που οδηγεί από το ... προς την πόλη της Ζακύνθου και κατευθυνόταν προς Ζάκυνθο, με συνοδηγό τον έκτο των εναγόντων - εφεσιβλήτων. Στην δεξιά πλευρά της εν λόγω οδού, στο σημείο όπου αυτή διασταυρώνεται με την επαρχιακή οδό ..., επί του ρεύματος πορείας του ανωτέρω οδηγού, υπάρχει πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP).

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος των εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση (Π. Ι. Τ.) οδηγούσε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα και εκκαλούσα στην πρώτη έφεση, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ... Α.Ε.Ε.Γ.Α.", στην επαρχιακή οδό ..., κατευθυνόμενος και αυτός προς Ζάκυνθο. Η συγκεκριμένη επαρχιακή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, διαχωριζόμενη από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ...) με χαμηλό τσιμεντένιο στηθαίο κατά μήκος της οδού, που διακόπτεται και συνεχίζει μετά τη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την ανώνυμη επαρχιακή ..., και στο ρεύμα πορείας προς Ζάκυνθο έχει άσφαλτο πλάτους 9,70 μ., με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 3,50 μ., 3,10 και 3,10 μ., αντιστοίχως, είναι ευθεία, ενώ κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμά της ήταν ξηρό, με συχνή κυκλοφορία οχημάτων και κατά τη διάρκεια της νύχτας υπήρχε επαρκής φωτισμός.

Ο Σ. Π., φθάνοντας στη διασταύρωση των οδών αυτών, αφού προηγουμένως ήλεγξε την κίνηση στην επαρχιακή οδό ..., όπου επρόκειτο να εισέλθει, με τη χρήση του δεξιού δείκτη κατεύθυνσης του οχήματος που οδηγούσε, πραγματοποίησε δεξιά στροφή, εξήλθε από την ανωτέρω διασταύρωση και εν συνεχεία ευθυγραμμίστηκε στο δεξιό τμήμα της επαρχιακής οδού ....

Ενώ δε είχε ήδη διανύσει με μικρή ταχύτητα - καθόσον είχε προ ολίγου εκκινήσει από τη διασταύρωση - περί τα 20 μ. επ’ αυτής, θέλησε να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και προς το σκοπό αυτόν κατηύθυνε το όχημά του προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού (επαρχιακής οδού ...), όντας περίπου στο όριο των δύο αυτών λωρίδων (δεξιάς και μεσαίας).

Σύμφωνα δε με σχετική ρυθμιστική του ορίου ταχύτητας πινακίδα, στο συγκεκριμένο σημείο η ταχύτητα ορίζεται στα 50 χλμ/ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση, κινούμενος προς την ίδια κατεύθυνση (προς Ζάκυνθο) και έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις συνθήκες ταχύτητα, που υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, εκτιμώμενη σε 100 χλμ/ώρα, τουλάχιστον (ενόψει της σφοδρότητας της κατωτέρω περιγραφόμενης σύγκρουσης και των αποτελεσμάτων αυτής), αντιλήφθηκε καθυστερημένα το προπορευόμενο όχημα του Σ.

Π., που κινούνταν κατά τον παραπάνω τρόπο, προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Λόγω ακριβώς της καθυστερημένης αντίληψης του προπορευόμενου ως άνω οχήματος, ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση, θέλοντας να αποφύγει τη σύγκρουση με το ... Ι.Χ.Ε. όχημα, τροχοπέδησε, αφήνοντας ίχνη 4,20 και 5,30 μ.

επί του οδοστρώματος. Πλην όμως, εξαιτίας και της ταχύτητας που είχε αναπτύξει, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο αρχικά προσέκρουσε με τους αριστερούς τροχούς του στο προπεριγραφόμενο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο και εν συνεχεία, ακολουθώντας ανεξέλεγκτη πορεία, συγκρούστηκε στο όριο μεταξύ της δεξιάς και της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της συγκεκριμένης οδού, καθέτως, με το εμπρόσθιο μέρος του, με την αριστερή πλευρά του ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Λόγω της προπεριγραφείσας σύγκρουσης, το τελευταίο ανατράπηκε και, εξερχόμενο του οδοστρώματος, επέπεσε μέσα σε παρακείμενο αγρό, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περί τα 30 μ. από το σημείο της σύγκρουσης. Αποτέλεσμα δε της προπεριγραφείσας σύγκρουσης των δύο αυτών οχημάτων ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του προαναφερόμενου συγγενούς των παραπάνω εναγόντων - εφεσιβλήτων Σ.

Π., συνεπεία κακώσεων αυχένος και θώρακος..., ο τραυματισμός του συνοδηγού, έκτου των τελευταίων (εναγόντων - εφεσιβλήτων), ο οποίος νοσηλεύθηκε στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ζακύνθου "...", από τις 12.9 έως τις 14.9.2007... καθώς και ο τραυματισμός του ίδιου του πρώτου εναγομένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου και εκκαλούντος στη δεύτερη έφεση.

Αποκλειστικά υπαίτιος του συγκεκριμένου τροχαίου ατυχήματος είναι ο τελευταίος, ο οποίος από αμέλεια δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα, αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της κυκλοφορίας (συχνή κυκλοφορία οχημάτων, προσέγγιση σε ισόπεδο κόμβο), με αποτέλεσμα να μην ασκεί πλήρη έλεγχο αυτού, αφού, παρά την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε, προσέκρουσε αρχικώς με τους αριστερούς τροχούς του στο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο της προπεριγραφόμενης οδού και, κινούμενος στη συνέχεια ανεξέλεγκτα, επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, στο αριστερό πλαϊνό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε ο ανωτέρω θανών συγγενής των πιο πάνω εναγόντων - εφεσιβλήτων, με συνοδηγό τον έκτο των τελευταίων, καταλαμβάνοντας εν τέλει αντίθετη με την αρχική πορεία του θέση, οριζόντια ως προς τον άξονα του οδοστρώματος της εν λόγω οδού.

Λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων στο επίδικο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτων υποβλήθηκαν υποχρεωτικώς σε έλεγχο για την ύπαρξη στον οργανισμό τους οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών (άρθρο 42 παρ. 3 του ν. 2696/1999). Στα πλαίσια του διενεργηθέντος ως άνω ελέγχου, στα ούρα του οδηγού του ζημιογόνου ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ανιχνεύθηκαν η ναρκωτική ουσία κοκαΐνη σε συγκέντρωση 5000 ng/ml ούρων, καθώς και κανναβινόλες σε συγκέντρωση 300 ng/ml ούρων... Από τα ανωτέρω δε στοιχεία προκύπτει ότι ο οδηγός του ζημιογόνου ως άνω αυτοκινήτου προκάλεσε το επίδικο ατύχημα ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση τοξικών ουσιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχτηκε ότι η κατανάλωση από πλευράς του πρώτου εναγομένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου και εκκαλούντος στη δεύτερη έφεση των ανιχνευθεισών ως άνω τοξικών ουσιών επηρέασε την ικανότητα οδήγησής του και συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και κατ’ αποτέλεσμα με τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των προαναφερόμενων εναγόντων - εφεσιβλήτων, όπως προκύπτει και από τον τρόπο οδήγησης του εν λόγω διαδίκου, ο οποίος (τρόπος) καταδεικνύει ότι αυτός, αναλαμβάνοντας να οδηγήσει παρά το γεγονός ότι βρισκόταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), δεν κινούνταν με νηφαλιότητα, αλλά, αντιθέτως, είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερδιέγερσης και υπερεκτίμησης των ικανοτήτων του ως προς την οδήγηση του ανωτέρω οχήματός του, υποτιμώντας, αντιθέτως, τους κινδύνους -στοιχεία ικανά να οδηγήσουν σε απότομες ή λανθασμένες εκτιμήσεις και αντιδράσεις - με αποτέλεσμα να αναπτύξει υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα και να απωλέσει εν συνεχεία τον έλεγχο αυτού (του οχήματός του), μετά την άστοχη τροχοπέδηση που πραγματοποίησε, με τις ανωτέρω συνέπειες.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν συντρέχον πταίσμα του θανόντος συγγενούς των πιο πάνω εναγόντων - εφεσιβλήτων (Σ. Π.) ως προς την επέλευση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Οι εναγόμενοι της κύριας αγωγής και ήδη εκκαλούντες στις ένδικες εφέσεις υποστήριξαν ότι ο θανών Σ. Π., που οδηγούσε το ... I.X.E. αυτοκίνητο χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης και όντας, ως εκ τούτου, ανεπιτήδειος ως προς την οδήγηση, φθάνοντας στη διασταύρωση της ανώνυμης δημοτικής οδού, στην οποία μέχρι τότε κινούνταν, δεν συμμορφώθηκε στην υπάρχουσα επί της πορείας του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP), ούτε έλεγξε την κυκλοφορία επί της επαρχιακής οδού ... (όπου προτίθετο να εισέλθει), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του πρώτου αυτών (εναγομένων - εκκαλούντων) που κινούνταν κατά τον ίδιο χρόνο επί της οδού αυτής (...), αλλά να συνεχίσει με αμείωτη την ταχύτητά του, να εισέλθει λοξά στο οδόστρωμα της εν λόγω οδού και να παρεμβληθεί σε μικρή απόσταση στην πορεία του πρώτου εναγομένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου και εκκαλούντος στη δεύτερη έφεση.

Ότι μόλις ο τελευταίος αντιλήφθηκε την κατά τον ανωτέρω τρόπο κίνηση του θανόντος, πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς το αυτοκίνητό του προσέκρουσε με τους αριστερούς τροχούς του στο υπάρχον διαχωριστικό στηθαίο και εν συνεχεία κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς τα δεξιά, με συνέπεια να επιπέσει καθέτως με το εμπρόσθιο μέρος του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανών συγγενής των ως άνω εναγόντων - εφεσιβλήτων.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί, όμως, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Αντιθέτως αυτοί ανατρέπονται: (α) από το σημείο της σύγκρουσης, το οποίο, βάσει του πρόχειρου σχεδιαγράμματος, που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε η Τροχαία Ζακύνθου, εντοπίζεται περί τα 20 μ. από τη διασταύρωση, ακριβώς στο όριο μεταξύ της δεξιάς και της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Ζάκυνθο, στοιχείο που καταδεικνύει ότι ο θανών είχε απομακρυνθεί από τη διασταύρωση και είχε ήδη εισέλθει στην επαρχιακή οδό ..., όπου εν συνεχεία κινήθηκε στο όριο μεταξύ της δεξιάς και της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της συγκεκριμένης οδού, καθώς στην περίπτωση που ευσταθούσαν τα όσα οι εναγόμενοι - εκκαλούντες κατά τα παραπάνω υποστήριξαν το αντίστοιχο σημείο (σύγκρουσης) θα αποτυπωνόταν στη διασταύρωση των ανωτέρω οδών, ενόψει και της κανονικής ταχύτητας με την οποία φέρεται ότι κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση, όπως οι εν λόγω διάδικοι (εναγόμενοι - εκκαλούντες) επικαλέστηκαν, (β) από τα σημεία πρόσκρουσης των εμπλακέντων οχημάτων, που δεν δικαιολογούν τους ισχυρισμούς αυτούς των εναγομένων - εκκαλούντων, καθώς εάν έτσι είχαν τα πράγματα, όπως οι τελευταίοι ισχυρίζονται, το μεν αυτοκίνητο που οδηγούσε ο θανών Σ.

Π. θα είχε χτυπηθεί μόνο στο αριστερό εμπρόσθιο μέρος του, το δε ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του πρώτου των εναγομένων - παρεμπιπτόντως εναγομένου και εκκαλούντος στη δεύτερη έφεση θα έφερε, αντιστοίχως, χτυπήματα αποκλειστικά στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του και δεν θα είχε καταστραφεί ολικώς στο εμπρόσθιο μέρος του, (γ) από τις τελικές θέσεις στις οποίες κατέληξαν τα προαναφερόμενα οχήματα μετά τη σύγκρουση, εκ των οποίων το ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε οριζοντίως και λοξώς δεξιά, ως προς τον άξονα του οδοστρώματος της επαρχιακής οδού ..., με το εμπρόσθιο τμήμα του στραμμένο προς την αντίθετη με την αρχική πορεία του κατεύθυνση (προς ..., δηλαδή), σε απόσταση που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 40 μέτρα από την διασταύρωση της συγκεκριμένης οδού με την ανώνυμη δημοτική οδό, ενώ το ...

Ι.Χ.Ε. όχημα κατέληξε ακινητοποιημένο εκτός οδοστρώματος, σε παρακείμενο αγρό, που εκτιμάται ότι απέχει πλέον των 20 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, καθώς τα στοιχεία αυτά δεν συνάδουν ούτε με την κανονική ταχύτητα με την οποία, κατά τους εν λόγω διαδίκους (εναγομένους - εκκαλούντες), έβαινε ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση, αλλά ούτε και με τη φορά που το όχημά του έλαβε μετά την ένδικη σύγκρουση, αφού, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη, υπό την εκδοχή αυτών (εναγομένων - εκκαλούντων) το αμέσως προηγούμενο όχημα (με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο), προσκρούοντας με κανονική ταχύτητα στη διασταύρωση των ως άνω οδών στο αυτοκίνητο του θανόντος, θα είχε μετατοπιστεί προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού ... και θα είχε ακινητοποιηθεί σε ελάχιστη απόσταση από τη διασταύρωση, με το εμπρόσθιο τμήμα του στραμμένο προς την ίδια με την αρχική πορεία του κατεύθυνση, δηλαδή προς Ζάκυνθο, (δ) από το γεγονός ότι υπό την εκδοχή αυτή ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση δεν εμποδιζόταν να κινηθεί στις άλλες λωρίδες κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού ... (μεσαία και αριστερή), που ήταν ελεύθερες, οπότε, στην περίπτωση που οι ανωτέρω ισχυρισμοί ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, θα μπορούσε ευχερώς να συνεχίσει σ’ αυτές, προκειμένου να αποφύγει το ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και (ε) από τις προανακριτικές καταθέσεις των Π. Φ. (έκτου των εναγόντων - εφεσιβλήτων, ο οποίος, όπως προαναφέρεται, επέβαινε ως συνοδηγός στο ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο), Σ. Π. (οδηγού ταξί που κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε βάρδια κοντά στην περιοχή, όπου σημειώθηκε το επίδικο τροχαίο ατύχημα, και ο οποίος πριν απ’ αυτό αντιλήφθηκε το ζημιογόνο όχημα να κινείται με μεγάλη ταχύτητα), Δ.

Α. (ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), Δ. Δ. (υπαξιωματικού του πυροσβεστικού σώματος που συμμετείχε στην απεγκλώβιση του θανάσιμα τραυματισμένου συγγενούς των προαναφερόμενων εναγόντων - εφεσιβλήτων). Επιπροσθέτως, προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνηγορεί και το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση καταδικάστηκε δυνάμει της 500/ 13.5.2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθώς και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και τριών μηνών, ενώ η ασκηθείσα κατά της τελευταίας απόφασης έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, δυνάμει της 1462/12.12.2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, αποφάσεις που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια...

Αντιθέτως, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο θανών συγγενής των παραπάνω εναγόντων - εφεσιβλήτων δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, αφού αυτός κινούνταν με μικρή ταχύτητα, που εκτιμάται ότι δεν υπερέβαινε τα 40χλμ/ώρα, καθόσον είχε εξέλθει προ ολίγου από την ανώνυμη δημοτική οδό και είχε αρχικά καταλάβει τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού ..., κινούμενος εν συνεχεία προς τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού, χωρίς να έχει δυνατότητα οιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας, λόγω της υπερβολικής για τις συνθήκες ταχύτητας που ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος και εκκαλών στη δεύτερη έφεση, είχε αναπτύξει, τελώντας υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και όντας, ως εκ τούτου, σε κατάσταση τέτοια που να μην είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω στερούνταν την δυνατότητα ελέγχου και εποπτείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο θανών δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια ικανότητας οδήγησης, είχε, όμως, εκπαιδευτεί να οδηγεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του, στοιχείο πού δεν αμφισβητήθηκε ειδικά. Μόνη, όμως, η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης από πλευράς του θανόντος, δεν τον καθιστά συνυπαίτιο στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος, γιατί η παράβαση αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού, ενόψει της ανεξέλεγκτης κίνησης του πρώτου εναγομένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου και εκκαλούντος στη δεύτερη έφεση και της αιφνιδιαστικής παρεμβολής αυτού στην πορεία του πρώτου (θανόντος), δεν ήταν δυνατό, ακόμα και για εμπειρότερο, κατέχοντα άδεια ικανότητας οδήγησης, μέσο οδηγό αυτοκινήτου να κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού τις συνεκδίκασε, απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, τις από 27-2-2014 και 26-3-2014 εφέσεις της αναιρεσείουσας και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Π. Τ., αντίστοιχα, κατά της πρωτόδικης 10/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 14-8-2012, αγωγή των αναιρεσιβλήτων που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη.

Ήδη, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι 1) το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 3 (Ρ-2), 12 παρ. 1, 17 παρ. 8α και β και 21 παρ. 2 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθόσον η περιγραφόμενη στην πληττόμενη απόφαση συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου, ασφαλισμένου σε αυτήν, αυτοκινήτου Π.

Τ., έστω και αν συνιστά παράβαση του ΚΟΚ, δεν του προσδίδει καμία υπαιτιότητα και δεν συνιστά αμέλεια, αλλιώς δεν του προσδίδει αποκλειστική υπαιτιότητα, αλλά συντρέχουσα αμέλεια (πρώτος λόγος, κατά το πρώτο, νοηματικά, σκέλος του και δεύτερος λόγος) και 2) η απόφαση έχει ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και, ειδικότερα, αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, καθώς και με την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού Π.

Τ. και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε και στέρησε, έτσι, την απόφασή του από νόμιμη βάση και, συγκεκριμένα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας που "καταλογίστηκε" στον οδηγό Π.

Τ. κατά την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος (πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο, νοηματικά, σκέλος του). Οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 1, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δεδομένου ότι, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρεται, τόσο η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Π. Τ. όσο και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της επέλευσης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του άλλου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Π., κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ, καθώς και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση όλες αυτές οι διατάξεις.

Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι αιτιάσεις ότι, με βάση τα περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εσφαλμένα κρίθηκε ότι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Π. Τ. είναι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος, πλήττεται, απαράδεκτα, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο αυτό, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο (πρώτος) λόγος, από τον αριθμό 19 του πιο πάνω άρθρου, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, που συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο αυτοτελής ισχυρισμός και τα θεμελιωτικά τούτου περιστατικά, καθώς και ότι αυτά προτάθηκαν, κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται, κατά την αναιρεσείουσα, η ανεπάρκεια και η αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους πρώτη έως και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Σ. Π., όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, του εξαιτίας αυτού (του ατυχήματος) επελθόντος αποτελέσματος του πρόωρου και άδικου θανάτου του προαναφερόμενου συγγενούς των παραπάνω εναγόντων - εφεσιβλήτων, που αφορά το ύψιστο αγαθό της ζωής, του γεγονότος ότι κατά το χρόνο του θανάτου του ο τελευταίος (συγγενής των πιο πάνω εναγόντων - εφεσιβλήτων) διήνυε το 39ο έτος της ηλικίας του και ότι, όντας απολύτως υγιής, στήριζε τη σύζυγό του και το γιο τους σε όλες τις εκφάνσεις του οικογενειακού βίου, διατηρώντας παράλληλα, αρμονικές σχέσεις με τους εγγύτερους συγγενείς του (τη μητέρα του και τις αδελφές του), με τους οποίους συνδεόταν με άρρηκτους δεσμούς συγγένειας, εκτιμάται ότι από τον θάνατό του, που ήταν εξαιρετικά βίαιος και σκληρός, οι ανωτέρω ενάγοντες - εφεσίβλητοι, από τους οποίους η πρώτη τύγχανε σύζυγός του, ο δεύτερος γιος του, η τρίτη μητέρα του και οι τέταρτη και πέμπτη αδελφές του, στοιχεία που δεν αμφισβητήθηκαν, υπέστησαν πραγματικά ψυχική οδύνη.

Λαμβανομένων δε περαιτέρω υπόψη του στοιχείου της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου και εκκαλούντος στη δεύτερη έφεση, ως προς την επέλευση του προπεριγραφέντος τροχαίου ατυχήματος, της συμπεριφοράς αυτού κατόπιν του επελθόντος θανάτου του ανωτέρω συγγενούς των πιο πάνω εναγόντων -εφεσιβλήτων, που -πλην της συγγνώμης που αυτός εξέφρασε εξεταζόμενος προανακριτικώς- ο εν λόγω διάδικος δεν έπραξε τίποτε άλλο, προκειμένου να συμβάλει στην απάμβλυνση των συνεπειών που είχε για τους τελευταίους η απώλεια του προαναφερόμενου συγγενούς τους, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, χωρίς να συνεκτιμάται, για τον υπολογισμό των συναφών, κατωτέρω αναφερόμενων, ποσών, η οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας και εκκαλούσας στην πρώτη έφεση ασφαλιστικής εταιρείας, διότι η ευθύνη της συγκεκριμένης διαδίκου είναι εγγυητική...

σε συνδυασμό με τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής... το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται, για μεν την πρώτη των εναγόντων της κύριας αγωγής - εφεσιβλήτων στο ποσό των 80.000 ευρώ, για δε τον δεύτερο αυτών (εναγόντων - εφεσιβλήτων) στο ποσό των 80.000 ευρώ, ενώ για την τρίτη αυτών στο ποσό των 50.000 ευρώ και για καθεμία από τις τέταρτη και πέμπτη αυτών στο ποσό των 20.000 ευρώ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις προαναφερόμενες δύο εφέσεις (της αναιρεσείουσας και του Π. Τ.) κατά της πρωτόδικης 10/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, τα ίδια ποσά, επικυρώνοντάς την κατά τούτο. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων λόγω ψυχικής οδύνης, στα ποσά αυτά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στα παραπάνω πρόσωπα, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Σ. Π., τα επίμαχα ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατά την αναιρεσείουσα, δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...7-2016 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της 100/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ