Supreme Court dismisses appeal on murder and robbery conviction, rejecting procedural and concurrence of crimes arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a mixed court's conviction for murder, robbery, and weapon offenses. The appellant argued for procedural irregularities and claimed the weapon charges should not have been treated as separate crimes. The court rejected these claims, affirming that the weapon offenses constituted independent crimes rather than a single factual concurrence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(3), 474(1)-(2), 299(1)-(2), 510(1)(a)(iii), 369, 94, 10(13)(a), 14 of the Criminal Code; The court must reject an appeal where the appellant fails to demonstrate procedural defects or where the conviction correctly applies the rule of true concurrence of crimes for independent offenses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 944 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 944/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθαναγίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου M. M. του K., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας Σερρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 194-198/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση αναιρέσεως και στους από 8 Ιουνίου 2015 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1007/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη υπ’ αριθμό 23 από 24-9-2014 (αρ. βιβλ. Εφετείου 3/6-10-2014) αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με δήλωση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ενώπιον του Διευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Νιγρίτας στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμό 194-198/13-6-2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε κατ’ έφεση ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού, της ληστείας κατά συναυτουργία, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και καταδικάσθηκε, ομόφωνα, στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη πράξη, της πρόσκαιρης κάθειρξης των δέκα (10) ετών για τη δεύτερη πράξη, της φυλάκισης του ενός (1) έτους και της χρηματικής ποινής των πεντακοσίων (500) ευρώ για την τρίτη πράξη και της φυλάκισης του ενός (1) έτους για την τέταρτη πράξη και καθορίσθηκε εις βάρος του τελευταίου, πέραν της ποινής της ισόβιας κάθειρξης και της χρηματικής ποινής των πεντακοσίων (500) ευρώ, ομόφωνα, συνολική ποινή κάθειρξης ένδεκα (11) ετών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2) και γι’ αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ’ αυτής επίσης παραδεκτώς ασκηθέντες κατά της αυτής απόφασης (άρθρο 509 παρ. 2), με το από 8-6-2015 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 23-6-2015, πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
ΙΙ] Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ. "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη" και την παρ. 2 "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλόμενης από τον νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου.
Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, δηλαδή το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας) και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης θεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξης ή παράλειψης τον θάνατο άλλου, εν τούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού.
Βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί, ότι ο δράστης θέλησε την πράξη του και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέβλεψε. Περαιτέρω, ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, δηλαδή υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής.
Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά την λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ τιμωρείται με κάθειρξη, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της ληστείας απαιτείται αντικειμενικώς αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου και η αφαίρεση να γίνει με σωματική βία κατά προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει αφενός τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου και αφετέρου τη θέληση να το αφαιρέσει και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου.
Αν με την παράνομη βία εξουδετερώνεται πλήρως κάθε προβαλλόμενη ή αναφερόμενη αντίσταση του θύματος τότε με την αφαίρεση (κλοπή) του κινητού πράγματος συντελείται η αντικειμενική υπόσταση της κυρίως ληστείας για την οποία γίνεται λόγος στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 380, ενώ αυθύπαρκτη αντικειμενική υπόσταση της ληστείας υπό την έννοια της ληστρικής εκβίασης, για την οποία γίνεται λόγος στην περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 380 υφίσταται, όταν το θύμα εξαναγκάζεται στην παράδοση του πράγματος.
Το έγκλημα της παράνομης βίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και επομένως είτε ως παράνομη βία είτε ως απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής, εφόσον συνδυάζεται με κλοπή πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση ενός και του αυτού εγκλήματος της ληστείας, του οποίου η παράνομη βία αποτελεί το ένα σύνθετο στοιχείο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν με σκοπό τη ληστεία κάμπτεται βιαίως η βούληση του θύματος με την άσκηση σωματικής βίας εναντίον του, που φθάνει στον έσχατο βαθμό της με την από πρόθεση θανάτωσή του και επακολουθεί η σε άμεσο σύνδεσμο με τη θανάτωση αφαίρεση των πραγμάτων, υπάρχει αληθινή συρροή των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας, ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Τα πραγματικά περιστατικά της κατά συναυτουργία τέλεσης πρέπει να αναφέρονται, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση του καθενός από τους συναυτουργούς.
Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και κάθε πυροβόλο όπλο (παρ. 1α). Κατά τα άρθρα 10 παρ. 1 και 11, και 13α του ίδιου Ν. 2168/93, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη, που προβλέπονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού.
Ειδικά, η οπλοφορία περιστρόφων ή πιστολιών επιτρέπεται, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του πιο πάνω νόμου, μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι κατά παράβαση των διατάξεων αυτών φέροντες όπλα τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 13α του ίδιου νόμου, "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 200.000 δραχμών".
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 2168/1993, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερομένου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι’ αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της οπλοχρησίας αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιόποινου της πράξης που τελέσθηκε με αυτήν και δεν είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από αυτήν, αλλά παρεπόμενό της, για το λόγο ότι προϋποθέτει καταδικαστική απόφαση για την πράξη και δεν νοείται τέλεσή του χωρίς να υπάρχει και να τιμωρείται η κύρια πράξη.
Ως χρήση του όπλου νοείται η χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον ειδικό προορισμό του. Έτσι, οπλοχρησία συνιστά και ο πυροβολισμός κατά ανθρώπου, από τον οποίο επέρχεται ο θάνατος ή ο τραυματισμός αυτού. Τέλος, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη της ως άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός, ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στον κατηγορούμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, εφόσον, όμως, αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του.
Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης, η οποία προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό, με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει με ειδική αιτιολογία τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Επιπροσθέτως, από το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική. ‘ Ετσι, το δικαστήριο, στη διαδικασία σχηματισμού της πεποίθησής του, δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση μόνον αποδεικτικών μέσων, αλλά η κρίση του, εφόσον δεν αντιτίθενται αποδεικτικές απαγορεύσεις, προκύπτει από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης όλων των αντιδράσεων των προσώπων που λαμβάνουν χώρα στην κύρια διαδικασία και συνεπώς και των φυσικών και ψυχικών αντιδράσεων του κατηγορουμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το κατ’ έφεση δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα εξής: "Στη Θεσσαλονίκη στις 15-10-2008 και περί ώρα 7:30 πμ, ο παρών κατηγορούμενος M.
M., επιβαίνοντας στην με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας ΚΑWASAKI, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας της συζύγου του, μαζί με άλλο πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου δεν προέκυψαν με βεβαιότητα κατά την ακροαματική διαδικασία, έχοντας και στην κατοχή τους πυροβόλο όπλο (τα ειδικότερα γνωρίσματα του οποίου δεν διακριβώθηκαν πλην ότι ελάμβανε φυσίγγια διαμετρήματος cal - 9 mm ΜΑΚΑROV, 9X18 Soviet), μετέβησαν επί της οδού ...
στη ... - Θεσσαλονίκης. Στην ευρισκόμενη επί της ως άνω οδού οικοδομή διέμενε κατά τον ανωτέρω χρόνο ο Χ. Β. του Λ., γεννηθείς την 11-4-1936, ηλικίας τότε 72 ετών περίπου. Ο τελευταίος, ο οποίος ήταν χρυσοχόος στο επάγγελμα, και είχε συνταξιοδοτηθεί από το έτος 1997, συνέχιζε να εργάζεται και μετά την σύνταξή του, πουλώντας διάφορα χρυσαφικά, με δόσεις σε γνωστούς του πελάτες, με κατ’ οίκον επισκέψεις που έκανε κατόπιν προγραμματισμένων ραντεβού.
Κατά την μετάβαση του στις οικίες των πελατών του έπαιρνε προς δειγματισμό μαζί του διάφορα κοσμήματα, τα οποία μετέφερε μέσα σε μία μαύρη δερμάτινη τσάντα. Κατά την ως άνω ημερομηνία (15-10-2008) αναχώρησε από την οικία του περί την 7.20’ π.μ., προκειμένου να μεταβεί στο ... Θεσσαλονίκης, όπου θα δειγμάτιζε κοσμήματα στο σπίτι μίας πελάτισσας του.
Κατέβηκε από το διαμέρισμα όπου έμενε και κατευθύνθηκε εκεί, όπου πάρκαρε το ΙΧΕ αυτοκίνητό του με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας Renault, όπισθεν της οικοδομής του σε ανοικτό παρκινγκ αυτής, το οποίο έβγαζε επί της οδού .... Μαζί του είχε και τη προαναφερόμενη μαύρη τσάντα εντός της οποίας είχε διάφορα χρυσά κοσμήματα, κλειδιά, και το κινητό του τηλέφωνο μάρκας S0ΝΥ ΕRICSSON χρώματος ασημί - μαύρου, με ...
συσκευής τον αριθμό ..., και η οποία συσκευή ήταν συνδεδεμένη με τον αριθμό κλήσης .... Κατά την ανωτέρω ημέρα και ώρα, ο παρών κατηγορούμενος και ο α.λ.σ. συνεργός του, γνωρίζοντας το πρόγραμμα του Χ. Β., τη στιγμή που αυτός κατέβηκε από το διαμέρισμα του και κατευθύνθηκε προς το ΙΧΕ αυτοκίνητο του, πριν αυτός προλάβει να το ανοίξει αυτό, στάθμευσαν παραπλεύρως αυτού την δίκυκλη μοτοσικλέτα τους, και με αναμμένη την μηχανή αυτής, τον πλησίασαν κρατώντας το προαναφερθέν πυροβόλο όπλο, με την απειλή του οποίου ζήτησαν να τους παραδώσει την τσάντα που κρατούσε.
Στην άρνηση του Χ. Β. να τους παραδώσει την τσάντα, οι ανωτέρω δράστες, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πυροβόλησαν εναντίον του τέσσερις φορές, δύο εκ των οποίων βολίδων έπληξαν το θύμα, μία στην αριστερή περιοχή της κοιλίας, προξενώντας του τυφλό τραύμα, και μία "εξ επαφής" σχεδόν στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, προξενώντας του διαμπερές τραύμα τραχήλου (με τραύμα εισόδου στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα και εξόδου στα μαλακά μόρια της αριστερής πλάγιας τραχηλικής χώρας) και το οποίο είχε χαρακτήρα βαριάς τραχηλικής κάκωσης (τρώση καρωτίδας δεξιά, τρώση λαρυγγικής συσκευής αριστερά).
Συνεπεία των βλημάτων ο Χ. Β. έπεσε αιμόφυρτος στο έδαφος, ενώ οι ανωτέρω δράστες, απέσπασαν από τα χέρια του την τσάντα με τα κοσμήματα και τα λοιπά κινητά πράγματα εντός αυτής, που κρατούσε, επιβιβάστηκαν επί της μοτοσικλέτας και διέφυγαν αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα. Εξάλλου, τα βαριά πλήγματα που δέχθηκε το θύμα αυτών, Χ.
Β., είχαν ως αποτέλεσμα να επιφέρουν αμέσως τον θάνατο του. Τελικά. κατόπιν ερευνών τα αστυνομικά όργανα, οδηγήθηκαν στον κατηγορούμενο, μέσω του κινητού τηλεφώνου του θύματος, το οποίο ευρίσκετο εντός της τσάντας με τα κοσμήματα που εκλάπησαν και του οποίου ο αριθμός ... της συσκευής του (...), κατόπιν άρσης τηλεφωνικού απορρήτου, βρέθηκε να έχει ενεργοποιηθεί την ίδια ημέρα της δολοφονίας του θύματος (15-10-2008), με την με αριθμό "..." τηλεφωνική σύνδεση της εταιρείας COSMOTE και μετά την 5-11-2008 με την με αριθμό "..." τηλεφωνική σύνδεση της εταιρείας WIND.
Και οι δύο ως άνω αριθμοί τηλεφώνων χρησιμοποιούνταν από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του. Στη συνέχεια, κατόπιν παρακολούθησης, ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 22-4-2009 από αστυνομικά όργανα και κατά την στιγμή της σύλληψής του βρέθηκε πάνω του το κινητό τηλέφωνο του θύματος μάρκας SONY ERICSSON, στο οποίο είχε ήδη τοποθετήσει άλλη κάρτα SΙΜ, και συγκεκριμένα της εταιρείας WIND, ενεργή, με αριθμό σύνδεσης ..., όπως και ένα άλλο κινητό μάρκας ΝΟΚΙΑ με ενεργή κάρτα σύνδεσης της εταιρείας COSMOTΕ με αριθμό σύνδεσης ..., που ήταν ο αριθμός σύνδεσης, με τον οποίο ενεργοποιήθηκε το κινητό του θύματος την ημέρα της δολοφονίας του.
Ο ίδιος ο κατηγορούμενος απολογούμενος, σχετικά με το πώς βρέθηκε το τηλέφωνο του θύματος στην κατοχή του έπεσε σε αντιφάσεις, αφού στην αρχή ισχυρίστηκε ότι το ως άνω τηλέφωνο το κατείχε αρκετά χρόνια, στη συνέχεια δε ισχυρίστηκε ότι ίδιο τηλέφωνο (ίδια συσκευή) είχαν πολλά χρόνια, ο ίδιος και η σύζυγος του, ενώ στη συνέχεια ανέφερε, ότι του το έδωσε κάποιος Γ.
το απόγευμα της 15-10-2008, έναντι 10 ευρώ, και σε υπόδειξη φωτογραφιών αναγνώρισε τον Γ. Μ., αργότερα όμως το ανακάλεσε και αυτό λέγοντας ότι άλλος Γ., του έδωσε το κινητό τηλέφωνο, χωρίς να γνωρίζει το επώνυμό του. Τα ίδια υποστήριξε και στο ακροατήριο, αναφέροντας ότι το εν λόγω κινητό τηλέφωνο το αγόρασε στην οδό ..., έναντι 10 ευρώ, από έναν Γ., περίπου σαράντα ετών, λίγο αδύνατο και ψηλό, που μιλούσε και Γεωργιανά και Ρώσικα, όχι τον Μ., για να αντικαταστήσει το παλιό ίδιο κινητό τηλέφωνο, που ήταν της γυναίκας του και το οποίο είχε δώσει για να πάρει τη δόση του.
Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παραπλανήσει τόσο τις διωκτικές αρχές όσο και το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε και μία δίκυκλη μοτοσικλέτα 250 κυβικών, μάρκας ΚΑVASAKI, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας της συζύγου του, που ταιριάζει με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες να διαφεύγουν οι δύο δράστες, από τον τόπο του εγκλήματος, δοθέντος ότι όλοι μιλούν για μία μηχανή "σκούρου χρώματος, να φεύγει με ταχύτητα και θόρυβο".
Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, ότι κατά το χρόνο του εγκλήματος (15-10-2008) είχε τροχαίο ατύχημα με τη μηχανή του, και ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο αυτή (μηχανή) ήταν κατεστραμμένη και αυτός με γύψο στο χέρι, κατέπεσε κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού αποκαλύφθηκε ότι τροχαίο ατύχημα ο κατηγορούμενος είχε μετά την 15-10-2008 και συγκεκριμένα στις 13-11-2008, την δε δίκυκλη μοτοσικλέτα την μεταβίβασε στις 6-2-2009.
Επιπλέον καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι πήγαινε στη δουλειά του με λεωφορείο, που έπαιρνε στις 7.00 π.μ. (ώρα εγκλήματος 7.20 π.μ., αφού προέκυψε, ότι κατά το χρόνο του εγκλήματος χρησιμοποιούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ο χρόνος δε μέχρι την εργασία του, που άρχιζε στις 8.00, ήταν μισή ώρα.
Συμπερασματικά, εφόσον ο κατηγορούμενος, μαζί με τον άγνωστο συναυτουργό του, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση συναποφάσισαν και με μεγάλη ψυχραιμία σκότωσαν τον Χ. Β., για να του αφαιρέσουν, όπως και έπραξαν, την τσάντα με τα κινητά πράγματα εντός αυτής, και τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, ομόφωνα, των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της ληστείας, οπλοφορίας και οπλοχρησίας".
Ακολούθως, με τις πιο πάνω παραδοχές, το εν λόγω δευτεροβαθμίως δικάσαν δικαστήριο κήρυξε, ομόφωνα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο για το ότι: "Στη ... Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., την 15η Οκτωβρίου 2008 και περί ώρα 07.30’ π.μ., έχοντας κοινό δόλο και ενεργώντας από κοινού με άγνωστο δράστη, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν κατά την αποδεικτική διαδικασία, με περισσότερες από μία πράξεις του τέλεσε πλείονα του ενός εγκλήματα.
Ειδικότερα: 1. Με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την πραγματοποίησή της, από κοινού με τον συνεργό του, χρησιμοποιώντας ένα πυροβόλο όπλο, που είχαν στην κατοχή τους, πυροβόλησαν από κοντινή απόσταση, τουλάχιστον τέσσερις (4) φορές (σε μία από αυτές "εξ επαφής") εναντίον του Χ.
Β. του Λ., σημαδεύοντας τον σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματος του, με σκοπό να του αφαιρέσουν τη ζωή, πλήττοντας τον με έναν εκ των πυροβολισμών στην αριστερή περιοχή της κοιλίας, προξενώντας του τυφλό τραύμα στην περιοχή αυτή, ενώ με έτερο πυροβολισμό, αυτόν που έλαβε χώρα "εξ επαφής" στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, προξενώντας του διαμπερές τραύμα τραχήλου, ήτοι, βαριά τραχηλική κάκωση (τρώση καρωτίδας δεξιά, τρώση λαρυγγικής συσκευής αριστερά), συνεπεία των οποίων κακώσεων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε μετ’ ολίγον ο θάνατος του. 2.
Με σωματική βία εναντίον προσώπου, αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα. Ειδικότερα, από κοινού με τον συνεργό του, αφού απαίτησαν αρχικά με την απειλή ενός πυροβόλου όπλου που είχε στην κατοχή του από τον Χ. Β. του Λ. να τους παραδώσει μία τσάντα, που είχε στην κατοχή του, εντός της οποίας υπήρχαν διάφορα αντικείμενα ιδιοκτησίας του και συγκεκριμένα, χρυσά κοσμήματα, βάρους 2-3 κιλών περίπου, καθώς και μία συσκευή κινητού τηλεφώνου, μάρκας S0ΝΥ ΕRICSSON, χρώματος ασημί - μαύρου, με ...
συσκευής τον αριθμό ..., η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον αριθμό κλήσης ..., στη συνέχεια, εισπράττοντας την άρνηση του Χ. Β. να τους την παραδώσει και επιδιώκοντας πλέον τον θάνατό του, προκειμένου να κάμψουν με αυτό την αντίστασή του και να μπορέσουν να προβούν στην αφαίρεση από την κατοχή του της προαναφερθείσας τσάντας, πυροβόλησε εναντίον του τουλάχιστον τέσσερις (4) φορές (σε μία από αυτές "εξ επαφής"), πλήττοντας τον με έναν εκ των πυροβολισμών στην αριστερή περιοχή της κοιλίας προξενώντας του τυφλό τραύμα στην περιοχή αυτή, ενώ με έτερο ("εξ επαφής) πυροβολισμό, στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, προξενώντας του διαμπερές τραύμα τραχήλου, ήτοι, βαριά τραχηλική κάκωση (τρώση καρωτίδας δεξιά, τρώση λαρυγγικής συσκευής αριστερά), ενώ στη συνέχεια, έχοντας πετύχει να κάμψουν την αντίστασή του, απέσπασαν από τα χέρια του την τσάντα που κρατούσε, με σκοπό να ενσωματώσουν το περιεχόμενο αυτής στην περιουσία τους χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία και διέφυγαν επιβαίνοντας σε δίκυκλη μοτοσικλέτα, τη στιγμή που το θύμα του ψυχορραγούσε πεσμένο στο έδαφος, μέσα σε λίμνη αίματος, όπου και μετ’ ολίγον, συνεπεία των προαναφερθεισών βαρύτατων κακώσεων, που είχε υποστεί, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. 3.
Έφερε μαζί του όπλο, ήτοι, μηχάνημα το οποίο με ωστική δύναμη, που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα και συγκεκριμένα, καίτοι τούτο απαγορεύεται, έφερε μαζί του παράνομα ένα πυροβόλο όπλο, το οποίο ελάμβανε φυσίγγια διαμετρήματος (Cal) 9 mm ΜΑΚΑROV (9X18 Soviet), η ακριβής μάρκα του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί κατά τη διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση και κύρια ανάκριση. 4.
Με χρήση όπλου ή αντικειμένου αναφερόμενου στο Ν. 2168/1993 διέπραξε κακουργήματα. Ειδικότερα, με τη χρήση ενός πυροβόλου όπλου, το οπoίο λάμβανε φυσίγγια διαμετρήματος (Cal) 9 mm ΜΑΚΑROV (9X18 Soviet), η ακριβής μάρκα του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί κατά τη διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση και κύρια ανάκριση, το οποίο εμπίπτει στην έννοια του όπλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1, παρ. 1, περ.
α’ του Ν. 2168/1993, διέπραξε από κοινού τα περιγραφόμενα στα υπό στοιχεία "1" και "2" του παρόντος διατακτικού κακουργήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας σε βάρος του Χ. Β. του Λ.". Tέλος, αφού εξέτασε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του "της ελαφρυντικής περίστασης της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς", που υποβλήθηκε δια των συνηγόρων του, προχώρησε στην ομόφωνη απόρριψη του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο μικτό ορκωτό δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού, της ληστείας κατά συναυτουργία, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18 α’ , β’ , 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 59, 60, 61, 65, 74 παρ. 1, 79, 94, 299 παρ. 1, 380 παρ. 1 εδ.
α’ του ΠΚ και των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α’ , 4 περ. γ’ , 10 παρ. 1, 13 περ. α’ και 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ενδοιαστικές ή υποθετικές σκέψεις, από την αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος από κοινού με τον μη εντοπισθέντα άγνωστο συναυτουργό του, γνώριζαν το πρόγραμμα του θύματος, Χ.
Β., σχεδίασαν, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με όλες τις λεπτομέρειες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες και τέλεσαν εις βάρος του τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και της ληστείας, ενώ από την αλληλουχία των εκτιθέμενων λεπτομερώς στην απόφαση πραγματικών περιστατικών, στα οποία περιλαμβάνονται η οπλοφορία, η χρήση πυροβόλου όπλου, η ρίψη εναντίον του θύματος τεσσάρων πυροβολισμών, από τους οποίους δύο από τις εκτοξευθείσες βολίδες έπληξαν το θύμα, μάλιστα η μία εξ επαφής, καθώς και η άμεση απόσπαση των κινητών πραγμάτων του πληγέντος, ενώ αποδεικνύεται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος για την τέλεση των εν λόγω εγκλημάτων.
‘ Ετσι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο οδηγήθηκε στην παραδοχή, ότι τελέστηκαν δύο εγκλήματα, σε αληθή συρροή, της ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού (ΠΚ 299 παρ. 1) και της ληστείας κατά συναυτουργία (ΠΚ 380 παρ. 1), καθόσον οι δράστες ενήργησαν εναντίον του παθόντος με σκοπό την αφαίρεση ολικά ξένων γι’ αυτούς κινητών πραγμάτων και την παράνομη ιδιοποίησή τους, προκειμένου δε να εξαναγκάσουν το θύμα να δεχθεί την πράξη τους και να κάμψουν την εκδηλωθείσα από αυτόν πρόθεση αντίστασης, προκάλεσαν το θάνατό του δολίως, αφού ο τελευταίος συνδέθηκε άμεσα με την παράνομη αφαίρεση των πραγμάτων του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της υπό κρίση αίτησης, κατά το πρώτο του σκέλος, και οι συναφείς με αυτόν τέταρτος λόγος του ίδιου δικογράφου κατά το πρώτο του σκέλος και το σύνολο των λόγων του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Η πρόσθετη αιτίαση στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων, ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα σιωπής και το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη πέραν της παράβασης της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και σε εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δη των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 και 3 του Ν. 2462/1997, είναι ομοίως απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον εν προκειμένω δεν έγινε εφαρμογή των διατάξεων αυτών κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις νομοτυπικές μορφές των αποδοθεισών στον αναιρεσείοντα εγκληματικών πράξεων, ενώ με τις αναπτυχθείσες αιτιολογίες ουδόλως παραβιάσθηκαν οι προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις.
Εξάλλου, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση καθενός από τους συναυτουργούς, καθώς και του ότι ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη εξειδίκευσης της εν λόγω δράσης προσδιορίζεται ως αρνητικός της κατηγορίας, η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται πλήρως και ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει σε αυτή ως προς την εφαρμογή των άρθρων 45 επ.
του ΠΚ από την παράλειψη εξειδίκευσης των συνεπειών και αποτελεσμάτων της δράσης καθενός από τους συναυτουργούς, αρκούσας της διαπίστωσης, ότι "οι ανωτέρω δράστες, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πυροβόλησαν εναντίον του τέσσερις φορές, δύο εκ των οποίων βολίδων έπληξαν το θύμα...", και τούτο διότι από τις εν λόγω παραδοχές της προσβαλλομένης αναφύεται ο κοινός δόλος των συναυτουργών και η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από τον αναιρεσείοντα με τη σύμπραξη άγνωστου ακόμη στις διωκτικές αρχές προσώπου, της τελευταίας διαπίστωσης ενισχυόμενης από την ποινική αρχή κατά την οποία η ποινική ευθύνη δεν μεταβάλλεται, ούτε διαφοροποιείται από το γεγονός της δράσης κάποιου ως μόνου αυτουργού ή ως συναυτουργού.
Επιπλέον, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το εκδόν αυτήν δικαστήριο όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή ο προσδιορισμός του βαρύνοντος περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, καθόσον, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προέκυψε η κάθε παραδοχή δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης της απόφασης και στις εν λόγω περιπτώσεις με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης περί μη στοιχειοθέτησης της συναυτουργικής δράσης, ομοίως ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ως προς το αίτημα του αναιρεσείοντος να αναγνωρισθεί σ’ αυτόν το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, προκύπτει ότι, τούτο προβλήθηκε από τους συνηγόρους του ως ακολούθως "Μετά ταύτα, ζήτησαν την απαλλαγή του κατηγορουμένου, σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική απόφαση, ζήτησαν ο κατηγορούμενος να κριθεί με επιείκεια από το Δικαστήριο και να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό του, η ελαφρυντική περίσταση της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς [άρθρο 84 παρ. 2 εδ ε’ ΠΚ]".
Όμως ο τελευταίος ισχυρισμός είναι εντελώς αόριστος, αφού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής του διαβίωσης επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να προβεί σε αιτιολογημένη απόρριψή του και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ’ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακόμη περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διάταξης αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ’ του ΚΠοινΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "Μετά το τέλος της απολογίας του κατηγορουμένου ο Πρόεδρος απηύθυνε προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, μετά έδωσε την άδεια στην Εισαγγελέα και στους Δικαστές, όπως και στους ενόρκους για να απευθύνουν και αυτοί, αν είχαν, ερωτήσεις, αυτοί απηύθυναν σχετικές προς τον κατηγορούμενο ερωτήσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία του.
Η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, αυτοί αφού απάντησαν αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία αφού ανέπτυξε τις κατηγορίες, πρότεινε ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών.
Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν την υπεράσπιση, λέγοντας ειδικότερα τα εξής: "...... Μετά ταύτα, ζήτησαν την απαλλαγή του κατηγορουμένου, σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική απόφαση, ζήτησαν ο κατηγορούμενος να κριθεί με επιείκεια από το Δικαστήριο και να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του, η ελαφρυντική περίσταση της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς [άρθρο 84 παρ. 2 εδ.
ε’ ]. Η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει τίποτα για την υπεράσπιση του και αυτός απάντησε αρνητικά. Κατόπιν, η Πρόεδρος κήρυξε περαιωμένη τη συζήτηση.". Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η επικαλούμενη παραβίαση της διάταξης του άρθρου 369 ΚΠοινΔ και κατ’ επέκταση η εξ αυτής επέλευση της απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 εδ.
δ’ του ίδιου Κώδικα, δεν συνέβη, καθόσον μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η διευθύνουσα τη συζήτηση έδωσε το λόγο, με τη σειρά, πρώτα στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και υπέβαλε πρόταση επ’ αυτής, και στη συνέχεια, τελευταία, στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος και στον ίδιο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, δεν του "δόθηκε ουσιαστικά τελευταία ο λόγος μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 369 ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, συρροή υπάρχει, όταν το ίδιο ενεργητικό υποκείμενο διαπράττει δύο ή περισσότερα ανεξάρτητα και αυτοτελή εγκλήματα, είτε συγχρόνως, είτε διαδοχικώς, είτε με μία πράξη (κατ’ ιδέαν συρροή), είτε με περισσότερες πράξεις (πραγματική συρροή), οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 94 ΠΚ. Αντιθέτως αποκλείεται η εφαρμογή της λεγόμενης φαινόμενης συρροής ή συρροής νόμων, η οποία υπάρχει, όταν οι διωκόμενες περισσότερες πράξεις δεν είναι ανεξάρτητες αλλήλων και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο εκτέλεσης αυτής, είτε διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσας, που δεν προσβάλλει όμως άλλο αγαθό.
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 13 εδ. α’ και 14 του Ν. 2168/3 ορίζουν "13. α. Όποιος φέρει παράνομα όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1, πλην της περιπτ. γ’ , και 3 περιπτ. α’ και δ’ του άρθρου 1 του παρόντος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών" και "14.
Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι’ αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών.". Από τις παραπάνω διατάξεις γίνεται φανερό, ότι οι αξιόποινες πράξεις της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας συρρέουν αληθώς, εφόσον αποτελούν ανεξάρτητα και αυτοτελή εγκλήματα και η μία πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, ούτε χρησιμεύει ως αναγκαίο μέσο εκτέλεσης αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η προκείμενη συρροή είναι φαινομένη και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μαζί με τους από 8-6-2015 πρόσθετους λόγους της να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ’ αριθμό 23 από 24-9-2014 (αρ. βιβλ. Εφετείου 3/6-10-2014) αίτηση του M. M. του K. και της M. και τους από 8-6-2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθμό 194-198/13-6-2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα ανερχόμενα στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ