Legislator Case Law & Legislation
944/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for some plaintiffs due to withdrawal while overturning lower court ruling for others.

Case Number 944/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal for three plaintiffs who withdrew their request before the oral hearing began, rendering their appeal inadmissible. For the remaining plaintiffs, the Court found the lower court erred in applying labor law provisions regarding fixed-term contracts to non-public entities. Consequently, the Court overturned the lower court's decision for these parties and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of an appellant from the appeal petition before the start of the oral hearing without the respondent's consent results in the termination of the proceedings to that extent, while a lower court ruling violating substantive law regarding labor contract duration for non-public entities must be overturned and remanded.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal inadmissible appeal fixed term contract labor law violation remand for retrial public entity status legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 648 of the Civil Code
Article 649 of the Civil Code
Article 669 of the Civil Code
Article 671 of the Civil Code
Article 672 of the Civil Code
Article 1, 8 of Law 2112/1920
Directive 1999/70/EC
Law 2190/1994
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 944 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 944/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Β., 2) Χ. Π. του Ν., 3) Τ. Τ. του Ν., 4) Ι. Κ. του Ν., 5) Κ. Σ. του Κ., 6) Ι. Μ. του Α., 7) Μ. Κ. του Φ., 8) Δ. Δ. του Γ., 9) Μ. Κ. του Ι. και 10) Γ. Λ. του Σ., όλων κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 3η, 5η, 6η, 7η και 10ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη, η οποία δήλωσε ότι οι 1η, 3η και 10ος παραιτούνται από το δικόγραφο της από 14-2-2012 αίτησής τους για αναίρεση της 5429/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι 4η, 8ος και 9ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5429/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 12-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως μπορεί να γίνει χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά την έκταση της παραιτήσεως από το δικόγραφο αυτής και επιφέρει κατάργηση της δίκης κατά την εν λόγω έκταση. 'Όταν η παραίτηση γίνεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραιτούμενου διαδίκου αρκεί η προς αυτόν χορήγηση γενικής πληρεξουσιότητας, μη απαιτουμένης ειδικής τοιαύτης, η οποία, κατά το άρθρο 98 ΚΠολΔ, απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ένδικου μέσου.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι 1η, 3η και 10ος των αναιρεσειόντων (Π. Κ., Τ. Τ. και Γ. Λ., αντίστοιχα), με προφορική δήλωση της νομίμως διορισθείσας πληρεξούσιας δικηγόρου τους Φωτεινής Δερμιτζάκη, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και έγινε πριν χωρήσει η προφορική συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση από 14-2-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5429/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, οπότε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε από αυτούς κατά της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, η παρούσα δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση που η επίσπευση της συζητήσεως είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά την γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει μεν, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../19-10-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, ότι τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως φέρονται ότι επέσπευσαν όλοι οι (10 τον αριθμό) αναιρεσείοντες, διά της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Φωτεινής Δερμιτζάκη, η δικηγόρος, όμως, αυτή, που παραστάθηκε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύει, με τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, την πληρεξουσιότητά της για τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες 4η (Ι.

Κ.), 8ο (Δ. Δ.) και 9ο (Μ. Κ.), παρά μόνο για τις εκπροσωπούμενες από αυτήν αναιρεσείουσες 2η (Χ. Π.), 5η (Κ. Σ.), 6η (Ι. Μ.) και 7η (Μ. Κ.). Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες 4η, 8ος και 9ος επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από τη νομίμως παριστάμενη αναιρεσίβλητη ή από κάποια από τις νομίμως παριστάμενες ομοδίκους τους (2η, 5η, 6η και 7η), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες Ι.

Κ., Δ. Δ. και Μ. Κ. και να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση αυτής ως προς τις νομίμως παριστάμενες αναιρεσείουσες Χ. Π., Κ. Σ., Ι. Μ. και Μ. Κ., σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ενόψει του ότι μεταξύ αυτών και των απολειπομένων αναιρεσειόντων υφίσταται απλή ομοδικία.

Στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Mε τις παρ. 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και ότι οι προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος, κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με την άνω παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/ 1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990.

Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται, αφενός και οι κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμοί, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς (άρθρο 51 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του Ν. 1943/1991) και αφετέρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος (άρθρο 14 παρ. 1 εδ.

η' του Ν. 2190/1994). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, η οποία προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) του Συντάγματος προστέθηκε και η παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο νομιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και την Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις παραπάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου είναι εκείνη, με την οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη, με την οποία, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο, ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Επίσης, στο άρθρο 671 του ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και στο άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται και στην περίπτωση, κατά την οποία η σύμβαση καταρτίσθηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990), σύμφωνα με την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις, που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Να σημειωθεί ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2257/1994 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του ΟΤΕ", στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά ο σκοπός της εταιρείας, μεταξύ άλλων αναφερομένων δραστηριοτήτων, είναι και η εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, διαχείριση και ανάπτυξη κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής υποδομής σε τοπικό, εθνικό, διακρατικό και διεθνές επίπεδο, και κατά το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του Ν. 3676/2008, "Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε. - ΟΤΕ είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία κατά το δίκαιο της Ελληνικής Δημοκρατίας, με έδρα το Αμαρούσιο Αττικής".

Συνεπώς, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεν ανήκει στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ως εκ τούτου είναι δυνατή, όπως ήδη ελέχθη, η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στο προσωπικό της (ΑΠ 1060/2013, 1644/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 17-1-2005 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οι εκ των εναγόντων Χ. Π., Κ. Σ., Ι. Μ. και Μ. Κ., ήδη αναιρεσείουσες, ως προς τις οποίες ερευνάται η υπόθεση (διότι, εκτός των αναιρεσειόντων, την αγωγή είχαν ασκήσει και άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), εκθέτουν, ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (ΟΤΕ Α.Ε.), κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού αυτής (ΓΚΠ - ΟΤΕ), η εξ αυτών Χ.

Π. στις 27-5-2002, η Κ. Σ. την 1-6-2001, η Ι. Μ. στις 29-7-2002 και η Μ. Κ. στις 22-7-2002, απασχολήθηκαν δε στην εναγομένη με διαδοχικώς ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (η τελευταία από τις οποίες συνήφθη με θυγατρική εταιρεία της εναγομένης), η Χ. Π. μέχρι τις 20-11-2004, ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων - γραμματέας, η Κ.

Σ. μέχρι τις 21-11-2004, ως οικονομικός υπάλληλος - ταμίας, η Ι. Μ. μέχρι τις 23-12-2004, ως οικονομικός υπάλληλος - ταμίας, και η Μ. Κ. μέχρι τις 12-12-2004, ως διοικητικός - οικονομικός υπάλληλος (προώθηση πωλήσεων σταθερής και κινητής τηλεφωνίας). Και ότι ο καθορισμός συγκεκριμένης διάρκειας στις συμβάσεις εργασίας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή τον σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης, αλλά ότι, αντιθέτως, η πρόσληψή τους και η ανανέωση των συμβάσεών τους για ορισμένο χρόνο, έγινε, στην πραγματικότητα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον αυτές (ενάγουσες) καθ' όλη την διάρκεια της απασχολήσεώς τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ακολουθώντας, ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας τους, όλα τα ισχύοντα για το μόνιμο προσωπικό αυτής.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγόμενη εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η απόλυσή τους είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 73/2007 απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά της αποφάσεως δε αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (ΟΤΕ).

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, χωρίς να έχει τηρηθεί προηγουμένως η προβλεπόμενη από το Ν. 2190/1994 (άρθρο 13) διαδικασία, η τήρηση της οποίας ήταν απαραίτητη, αφού η εναγομένη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ότι, επομένως, ακόμη και αν στην πραγματικότητα οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης εργοδότριάς τους, δεν ήταν δυνατή εδώ η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 671 του ΑΚ, 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ακριβώς διότι η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 24α του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης (ΓΚΠ - ΟΤΕ).

Επίσης - είπε το Εφετείο - υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή, στις κρινόμενες περιπτώσεις των εναγουσών, της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 212/1920, ούτε και κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ, κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19-7-2004), αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ.

αυτού, η οποία Οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου. Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις ενάγουσες - αναιρεσείουσες Χ.

Π., Κ. Σ., Ι. Μ. και Μ. Κ., και απέρριψε ως προς αυτές την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεν είναι Ν.Π.Δ.Δ.

και δεν ανήκει στο Δημόσιο, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τις παραπάνω αναιρεσείουσες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/ 2013. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναιρεσείοντες Π. Κ. (1η), Τ. Τ. (3η) και Γ. Λ. (10ο).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-2-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5429/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες Ι. Κ. (4η), Δ. Δ. (8ο) και Μ. Κ. (9ο).

Αναιρεί την ως άνω υπ' αριθμ. 5429/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τις αναιρεσείουσες Χ. Π. (2η), Κ. Σ. (5η), Ι. Μ. (6η) και Μ. Κ. (7η).

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (2ης, 5ης, 6ης και 7ης), τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ