Supreme Court dismisses appeal on land boundary dispute due to insufficient evidence of survey map distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected appeals filed by opposing parties regarding a land boundary dispute over the interpretation of cadastral maps. The appellant argued that the Court of Appeal distorted the content of specific survey maps from 1997 and 2006, claiming the lower court incorrectly determined ownership boundaries. The court dismissed these claims because the appellate decision relied primarily on witness testimonies and documentary evidence rather than solely on the disputed maps, finding the appellant's allegations unsubstantiated.
Legislator headnote
AI generatedArt. 246, 559, 573 KPolD; Appeals against the same judgment must be heard together to expedite proceedings, and an appeal based on Article 559 is inadmissible if the appellate court supported its ruling with multiple evidence sources beyond the contested documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 944 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 944/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ά. συζ. Ν. Μ., τη γένος Α. Ν., κατοίκου ... και 2. Ι. Α. Ν., κατοίκου ..., οι οποίoi εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Τόγια.
Β) Των αναιρεσειόντων: : 1. Ά. συζ. Ν. Μ., τη γένος Α. Ν., κατοίκου ... και 2. Ι. Α. Ν., κατοίκου ..., οι οποίoi εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Τόγια.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Χ. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2006 αγωγή των Α. Μ. και Ι. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης : α. ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2010 αίτησή του και με τους από 1-11-2010 πρόσθετους λόγους και β. ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε τις από 31-1-2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-7-2010 αίτησης και των από 26-10-2010 πρόσθετων λόγων του Γ. Β. και της από 7-7-2010 αίτησης των Ά. Μ. και Ι. Ν., για αναίρεση της 191/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων-αναιρεσειόντων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι κρινόμενες από 30-6-2010 και 7-7-2010, αντίστοιχα, αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης των διαδίκων, καθώς και οι από 26-10-2010 πρόσθετος λόγος της πρώτης αίτησης αναίρεσης, πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ.Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην περιοχή "Μπόντα" Σητείας και στην ειδικότερη θέση "Αλιτζανή" η αποβιώσασα το έτος 1950 γιαγιά των εφεσιβλήτων Ά. σύζ. Ι. Ν. ήταν κυρία ενός αγροτικού ακινήτου, το οποίο το 1946 παραχώρησε άτυπα στον υιό της και πατέρα των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων αναιρεσειόντων εναγόντων) Α.
Ν.. Αυτός από τότε που το έλαβε στη νομή του και μέχρι το έτος 1976, που το παραχώρησε επίσης άτυπα στα τέκνα του (εφεσίβλητους), το κατείχε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, επιμελούμενος των ορίων του και εκμισθώνοντας αυτό στους κτηνοτρόφους Μ. Κ. και Ε. Κ. και λαμβάνοντας ετήσιο μίσθωμα. Το έτος 1968 αποφασίστηκε η κατασκευή αεροδρομίου από το Δήμο Σητείας και σαν καταλληλότερη περιοχή επιλέχτηκε η περιοχή "Μπόντα" γιατί αυτή είναι ένα επίπεδο εδαφικό τμήμα στην κορυφή λόφου κοντά στη Σητεία, το οποίο αποτελείτο από άγονους και γι' αυτό εγκαταλελειμένους αγρούς, οι οποίοι χρησίμευαν ως βοσκότοποι.
Τη σύνταξη του κτηματολογικού διαγράμματος της περιοχής έκανε ο αγρονόμος- τοπογράφος μηχανικός Ν. Π., ο οποίος βασίστηκε στα όρια που του υπέδειξαν οι ανωτέρω κτηνοτρόφοι Μ.Κ. και Ε.Κ., οι οποίοι μίσθωναν όλα τα ακίνητα της περιοχής για βοσκή των ποιμνίων τους και γνώριζαν τα όρια των ακινήτων. Στο από μηνός Οκτωβρίου 1968 κτηματολογικό διάγραμμα, που συνέταξε ο ανωτέρω μηχανικός εμφαίνεται και το ακίνητο τότε του πατέρα των εφεσίβλητων.
Μετά την παραχώρηση του ακινήτου στους εφεσίβλητους το έτος 1976 αυτοί συνέχισαν να νέμονται το ακίνητο με διάνοια συγκυρίων επιβλέποντας τα όριά του και εκμισθώνοντας αυτό στους κτηνοτρόφους της περιοχής Α. αρχικά και Ψ. στη συνέχεια, όπως τούτο αποδεικνύεται ιδίως από τη σαφή, πειστική και σε ανύποπτο χρόνο δοθείσα ένορκη κατάθεση του άσχετου με την ένδικη υπόθεση μάρτυρα Σ.
Κ., η οποία περιέχεται στα 232/1997 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που αναφέρεται σε δίκη αναγνώρισης δικαιούχων για τη δεύτερη απαλλοτρίωση για την κατασκευή του αεροδρομίου Σητείας, η οποία θα αναφερθεί παρακάτω, στην οποία το επίδικο ακίνητο, στο οποίο (μεταξύ άλλων) αναφέρθηκε ο μάρτυρας, έχει αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος 28.Πράγματι με τη 253/1991 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Σητείας, που επικυρώθηκε με τη 1433/19-2-1992 απόφαση του Νομάρχη Λασιθίου και δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την επέκταση του υπάρχοντος αεροδρομίου Σητείας σε εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 1.173.180 τ.μ., με βάση το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του Ν.Π.
του έτους 1968. Ακολούθως ο τοπογράφος μηχανικός Ε. Β. και ο πολιτικός μηχανικός Κ. Μ., προκειμένου να γίνει νέα αποτύπωση των ιδιοκτησιών, ενόψει της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη σύνταξη του κτηματολογικού διαγράμματος του Ν. Π., μετά από σχετική εντολή, που έλαβαν, συνέταξαν νέο από μηνός Φεβρουαρίου 1996 κτηματολογικό διάγραμμα, με βάση το οποίο έγινε η αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης.
Για τη σύνταξη του διαγράμματος αυτού οι συντάκτες του βασίστηκαν στο διάγραμμα του Ν. Π. και σε επιτόπιες συναντήσεις που είχαν με βοσκούς της περιοχής, όπως ο ανωτέρω Ε.Κ. και με ιδιοκτήτες, όπως η Σ. Ν., η οποία ήταν σύζυγος του θείου (αδελφού του πατέρα ) των εφεσίβλητων Γ. Ν. . Και στο διάγραμμα αυτό εμφαίνεται η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων με αριθμό 28 και απαλλοτριούμενο εμβαδόν 3.189 τ.μ.
Για το ακίνητο αυτό οι εφεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως με την 322/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ενώ με την ίδια απόφαση αναγνωρίστηκε και ο εκκαλών μετά από κυρία παρέμβαση του δικαιούχος της αποζημιώσεως του γειτονικού προς δυσμάς ακινήτου με αριθμό διαγράμματος 16, απαλλοτριούμενου εμβαδού 9,322 τμ.
το οποίο στο κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακες εμφανιζόταν ως ιδιοκτησία των αδελφών Σ. και Ε. Α.. Οι αδελφές αυτές που είχαν γεννηθεί τα έτη 1914 και 1916, αφού με το .../1962 νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του τότε συμ/φου Σητείας Χαρίλαου Περράκη αποδέχθηκαν την κληρονομιά της θανούσας στις 24-12-1960 μητέρας τους Μαρίας χήρας Ι.
Α. σε 20 ακίνητα, μεταξύ των οποίων, και σε αγρό έκτασης τριών περίπου στρεμμάτων στη θέση "Μπόντα" Σητείας, ακολούθως με τη .../30-6-1997 νομίμως μεταγεγραμμένη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμ/φου Σητείας Μαρίας Γιαννακάκη, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους και σε ένα ακίνητο που κατά την αποδοχή βρίσκεται στη θέση "Αλιτζάνη" Σητείας και έχει έκταση 85 στρεμμάτων περίπου.
Στη συνέχεια με το επόμενο .../30-6-1997 νομίμως μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ανωτέρω συμ/φου οι αδελφές Α. πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα το ακίνητο τους εμβαδού 85 στρεμμάτων στον εκκαλούντα. τμήμα δε του ακινήτου αυτού είναι και το ανωτέρω ακίνητο με αριθμό διαγράμματος 1-6. Το όριο των ακινήτων των αδελφών Α.-νυν του εκκαλούντος και των εφεσίβλητων ήταν ένα μικρό ρέμμα-χείμαρρος.
Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ακίνητο των εφεσίβλητων ανατολικά του δικού του ακινήτου αλλά ότι αυτός συνορεύει με ιδιοκτησία των Η. και Μ. Γ. Τ. και Μ. Ι. Τ., οι οποίες είναι ανηψιές και μοναδικοί κληρονόμοι της Σ.ς Ν., η οποία ήταν η σύζυγος και μοναδική κληρονόμος του ανωτέρω θείου των εφεσίβλητων Γ.
Ν. και ότι τα Όρια του ακινήτου του είναι ανατολικότερα του χειμάρρου, αλλά οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν αποδεικνύονται. Ειδικότερα ακόμα και από το από μηνός Οκτωβρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Σ. Ψ. και Κ. Τ., που συντάχθηκε μετά από παραγγελία και υπόδειξη των ορίων από τις ανωτέρω κληρονόμους Τ.
και το οποίο μετ' επιτάσεως επικαλείται ο εκκαλών, αποδεικνύεται ότι η ιδιοκτησία Τ. στη θέση "Αλιτζάνη" συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Ψ., δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Θ., όπως και στο κτηματολογικό διάγραμμα Μ. -Β. του 1996, ενώ η ένδικη ιδιοκτησία των εφεσίβλητων βρίσκεται δυτικότερα της ιδιοκτησίας Θ. και μεταξύ της ιδιοκτησίας αυτής και της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος.
Εξ άλλου με την 1035554/2882/0010 /5-5-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε νόμιμα κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της Εθνικής οδού Ηρακλείου -Σητείας (Αυχένας- Αγκαθιάς Σητείας και παράκαμψη Σητείας) συνολικού εμβαδού 269.235 τμ.
και μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά είναι το ανωτέρω ακίνητο των αδελφών Α., το οποίο στους σχετικούς κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακες φέρει τον αριθμό 31, καθώς και το ακίνητο των εφεσίβλητων, το οποίο εμφανίζεται ως ιδιοκτησία κληρονόμων Ν., όμως συναριθμείται με αριθμό 32 με τις γειτονικές ιδιοκτησίες Θ., Ψ., Μ.
και Σ. χωρίς να προκύπτουν περισσότερα δεδομένα, αφού δεν υπάρχουν στη δικογραφία επαρκή στοιχεία από τους κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακες. Με την 548/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου οι δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως για το 31 ακίνητο και οι κληρονόμοι Θ., κληρονόμοι Ν., κληρονόμοι Σ.
και κληρονόμοι Ψ. αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως δύο τμημάτων εμβαδού 28.981 και 3.406 τμ του 32 ακινήτου του κτηματολογικού πίνακα, ενώ με την 78/1998 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως του 32 ακινήτου (χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτό έγινε για όλο ή για μέρος του ακινήτου ) οι ανωτέρω εξαδέλφες Τ..
Μόνο του το γεγονός αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν ιδιοκτησία ανατολικά της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ιδιοκτησία Τ. υπάρχει αλλά βρίσκεται ανατολικότερα, από δε τους ανωτέρω κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακες, που και ο εκκαλών επικαλείται, αποδεικνύεται, ότι, ενώ το ακίνητο 31, δηλαδή του εφεσίβλητου, έχει σύμφωνα με αυτούς πρόσωπο στο δημιουργηθέντα δρόμο μήκους 85 μέτρων, το ακίνητο που κατέχει σήμερα ο εκκαλών έχει πρόσωπο στο δρόμο πολύ μεγαλύτερο και συγκεκριμένα 202,57 μέτρα.
Το ακίνητο, που νεμόταν ο πατέρας των εφεσίβλητων αρχικά και οι ίδιοι στη συνέχεια, βρίσκεται μεταξύ του ορίου απαλλοτρίωσης του αεροδρομίου προς νότον και του ορίου απαλλοτρίωσης του περιφερειακού δρόμου προς βορράν, εμφαίνεται με τα κεφαλαία περιμετρικά στοιχεία ΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΜ στο από μηνός Μαΐου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Ε.
Β., που είναι ενσωματωμένο στην αγωγή, έχει εμβαδόν 23.100,30 τμ και συνορεύει βόρεια με την περιφερειακή οδό Σητείας, νότια με ιδιοκτησία αεροδρομίου, ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. και δυτικά με χείμαρρο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία εκκαλούντος. Ο τελευταίος, αμέσως μετά την αγορά του ακινήτου του το 1997, άρχισε την εκχέρσωση του δυτικού τμήματος της ιδιοκτησίας του, ώστε αυτή να κατέλθει στο επίπεδο του περιφερειακού δρόμου, έκανε αίτηση να χαρακτηρισθεί η ιδιοκτησία του και με την 46/20-6-2003 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Κρήτης πέτυχε να χαρακτηρισθεί αυτή ως γεωργική, ανατραπέντος του αρχικού χαρακτηρισμού της ως χορτολιβαδικής, ακολούθως πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα με νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια τμήματα της ιδιοκτησίας του στην ανώνυμη εταιρεία οικογενειακών συμφερόντων του με την επωνυμία "Χ.
Γ. Β. Α.Ε.Ξ.Τ.Γ.Ε" και στον Εμμανουήλ Σταματίου τμήματα του ακινήτου του, στα οποία οι τελευταίοι ανήγειραν βιομηχανικά κτίρια μεγάλου εμβαδού, κατασκεύασε σύνδεση με την περιφερειακή οδό και αποστραγγιστικά έργα, από δε τα μέσα του 2004 μπάζωσε το χείμαρρο που χώριζε την ιδιοκτησία του με την ιδιοκτησία των εφεσίβλητων κατασκευάζοντας και τεχνικό έργο για την απορροή των υδάτων, που συγκεντρώνονται εκεί όταν βρέχει και ακολούθως επεκτάθηκε, κατέλαβε και ισοπέδωσε τμήμα του ανωτέρω ακινήτου των εφεσιβλήτων, το οποίο εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, που είναι ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή με τα κεφαλαία περιμετρικά στοιχεία ΜΝΞΟΠΨΧΦΜ, έχει εμβαδόν 6.213,77 τμ και συνορεύει κατά το διάγραμμα αυτό βόρεια σε πλευρά ΜΦ μήκους 44,78 τμ με τον περιφερειακό δρόμο της Σητείας, νότια σε πλευρά ΠΨ μήκους 47,78τμ με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, ανατολικά σε τεθλασμένη γραμμή ΦΧΨ μήκους 93,22 συν 138,97 μέτρων επίσης με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εφεσίβλητων και δυτικά σε τεθλασμένη γραμμή ΜΝΞΟΠ μήκους 22,85 συν 40,00 συν 48,05 συν 130,40 μέτρων με ιδιοκτησία του εκκαλούντος.
Του ακινήτου που καταλήφθηκε είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, οι εφεσίβλητοι και το απέκτησαν μαζί με το υπόλοιπο ακίνητό τους, νεμόμενοι αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το 1946 μέχρι και την αποβολή τους από αυτό το έτος 2004, κατά προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους Α.
Ν., όπως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω με την ένδικη αγωγή τους οι εφεσίβλητοι ζητούν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και ακινήτου εμβαδού 119.452,02 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται επίσης στο ενσωματωμένο στην αγωγή τους τοπογραφικό διάγραμμα και αποτελεί τη συνέχεια προς βορράν του ανωτέρω ακινήτου τους εμβαδού 23,100,30 τμ.
πέραν του περιφερειακού δρόμου και μέχρι τον αιγιαλό, ευρίσκεται δηλαδή μεταξύ του δρόμου και του αιγιαλού. Αυτό είναι βραχώδης περιοχή με χαμηλά δασικά φυτά και έντονη κλίση, το οποίο είναι εντελώς ακατάλληλο για οποιαδήποτε καλλιέργεια, διασχίζεται από το χείμαρρο που χωρίζει τις ανωτέρω, νοτίως του δρόμου, ιδιοκτησίες των διαδίκων σε δύο μέρη, καταλήγει σε βραχώδη ακτή και αποτελεί χορτολιβαδικη έκταση, όπως και οι γειτονικές του προς ανατολάς και προς δυσμάς εκτάσεις, οι οποίες μετά από διαδικασία που ξεκίνησαν οι ανωτέρω εξαδέλφες Τ.
χαρακτηρίστηκαν χορτολιβαδικές εκτάσεις με την 42/2003 τελεσίδικη απόφαση της ίδιας ανωτέρω Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων. Το ακίνητο αυτό ουδέποτε νεμήθηκαν οι εφεσίβλητοι, αφού ιδίως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρος και συζύγου της πρώτης εφεσίβλητης Ν.
Μ., ούτε ως προς το επίδικο αυτό και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα και βοσκού Ε. Κ., η οποία περιέχεται στην 17986/2007 ένορκη βεβαίωση της συμ/φου Ειρήνης Γρηγορίου, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος εκμίσθωνε για βοσκή του ποιμνίου του το επίδικο αρχικά από τον πατέρα των εφεσίβλητων και στη συνέχεια από τους ίδιους και τους έδιδε γάλα και δύο αρνιά κάθε έτος, ιδίως γιατί η κατάθεση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με άλλες αντιφατικές και μεταξύ τους καταθέσεις που έδωσε ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο στις πολλές δίκες που έγιναν για αναγνώριση δικαιούχων καί καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος στις απαλλοτριώσεις, για το δρόμο και για το αεροδρόμιο .Έτσι, ενώ στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, ο Ε.Κ., τον οποίο οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι αναφέρουν ως γνώστη των ιδιοκτησιών της ευρύτερης περιοχής καταθέτει όσα προαναφέρθηκαν, στην ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που περιέχεται στα 232/1997 πρακτικά αυτού, καταθέτει για το με αριθμό 28 ακίνητο του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης του αεροδρομίου, που πράγματι όπως προαναφέρθηκε ανήκει στους εφεσίβλητους αλλά κατά τους ισχυρισμούς των ιδίων ήταν ένα ενιαίο ακίνητο με το επίδικο ακίνητο εμβαδού 119.452,ο2 τ.μ και τα χώρισε μετά το 1995 ο διανοιχθείς περιφερειακός δρόμος (ότι ανήκει στους εφεσιβλήτους.
Ότι αυτός το εκμίσθωνε μόνο μέχρι το 1966, ότι έκτοτε το μίσθωνε ο βοσκός Α. και ότι δεν γνωρίζει τίποτε γι' αυτό μετά το έτος 1987, ενώ στην ένορκη κατάθεση του, που περιέχεται στο 90/2000 πρακτικό του ιδίου ανωτέρω Δικαστηρίου καταθέτοντας μετά από πρόταση των εξαδέλφων Τ. και εναντίον των εφεσίβλητων, που είχαν ασκήσει παρέμβαση, ανέφερε για τα ακίνητα που ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημιώσεως οι εξαδέλφες Τ.
μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω με αριθμό 28, ότι ανήκουν στις εξαδέλφες Τ.. Είναι χαρακτηριστικό τέλος και δείχνει την έλλειψη πράξεων νομής των εφεσίβλητων στο επίδικο ακίνητο, το γεγονός ότι, όταν αυτοί άσκησαν ο ένας κατά του άλλου τις 170 και 169 /2000 αγωγές αναγνώρισης της συγκυριότητας ο ένας του άλλου, χωρίς να υπάρχει πραγματική αμφισβήτηση της συγκυριότητας αλλά για να εξασφαλίσουν σχετική δικαστική απόφαση, όπως και έγινε, το επίδικο ακίνητο τους εμβαδού 119.452,02 τ.μ το εμφανίζουν να έχει πολύ μικρότερη έκταση και τον χείμαρρο, που κατά την ένδικη αγωγή το διασχίζει διαγώνια, αυτοί τον εμφανίζουν να αποτελεί το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας τους, όλο δε το δυτικότερο του χειμάρρου τμήμα του επιδίκου εμφανίζεται να ανήκει στην ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου των εξαδέλφων Τ.
Σ. Ν.. Επομένως, αφού ποτέ ούτε ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων Α. Ν. από το έτος 1946 έως το έτος 1976 ούτε οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι από το έτος 1976 και μέχρι την άσκηση της αγωγής νεμήθηκαν το ακίνητο εμβαδού 119.452,02 τ.μ. συνάγεται ότι αυτοί δεν έχουν συγκύριοι αυτού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 6,213,77 τ.μ., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ως έχοντες νεμηθεί αυτό, με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπάροχου τους Α.
Ν., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο μίας εικοσαετίας (άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ) και ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι για κτήση του άλλου επίδικου ακινήτου, εμβαδού 119.452,02 τ.μ., με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο επίσης, της έκτακτης χρησικτησίας, ως μη έχοντας νεμηθεί καθόλου το άλλο αυτό επίδικο ακίνητο ούτε αυτοί ούτε ο δικαιοπάροχό τους.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου -εναγομένου κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων- εναγόντων και ως προς τα δύο ως άνω επίδικα ακίνητα, ακολούθως δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε, εν τέλει, την ένδικη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν μόνο ως προς το επίδικο ακίνητο εμβαδού 6213,77 τ.μ.
Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης από τους αναιρεσίβλητους -αναιρεσείοντες- ενάγοντες της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 6213,77 τ.μ., κατά το 1/2 ο καθένας τους με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και της μη απόκτησης από αυτούς της συγκυριότητας του άλλου επίδικου ακινήτου, εμβαδού 119. 452,02 τ.μ., με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο, επίσης, της έκτακτης χρησικτησίας, ειδικότερα δε του τρόπου περιέλευσης του επίδικου ακινήτου εμβαδού 6.213,77 τ.μ, με ειδική διαδοχή, το έτος 1946 στο δικαιοπάροχο πατέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων- εναγόντων, Α.
Ν., και το έτος 1976 στους ήδη αναιρεσίβλητους - αναιρεσείοντες- ενάγοντες, της άσκησης νομής επ' αυτού από τους ήδη αναιρεσίβλητους- αναιρεσείοντες - ενάγοντες και τον προαναφερόμενο δικαιοπάροχο πατέρα τους από το έτος 1946 και έκτοτε συνεχώς μέχρι την κατάληψή του από τον ήδη αναιρεσείοντα εναγόμενο το έτος 2004, για χρονικό δηλαδή διάστημα μεγαλύτερο μίας εικοσαετίας και της μη άσκησης νομής από αυτούς επί του άλλου επίδικου ακινήτου, εμβαδού 119.452,02 τ.μ., διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο εμβαδού 6.213,77 τ.μ., και για την ορθή μη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, όσον αφορά το άλλο επίδικο ακίνητο εμβαδού 119.452,02 τ.μ..
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος της από 30.6.2010 αίτησης του Γ. Χ. Β. και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, της από 7.7.2010 αίτησης των αντιδίκων του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
III. Κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, αφού ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολΑΠ 861/1984). Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, της από 7.7.2010 αίτησης και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, του από 26.10.2010 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρέλειψε να αιτιολογήσει τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Κ. και Κ., αντίστοιχα, ενόψει του ότι, κατά τα άνω, το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
IV.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ολΑΠ 469/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της από 7.7.2010 αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ενάγοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 8 περ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο έκρινε ότι αυτοί δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 119.452,02 τ.μ. πρωτοτύπος με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό τους που θεμελίωνε τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής τους, ότι το επίδικο αυτό ακίνητο "αποτελεί τη συνέχεια προς βορράν του ακινήτου τους εμβαδού 23.100,30 τ.μ., πέραν του περιφερειακού δρόμου και μέχρι τον αιγιαλό". Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός αποτελεί πραγματικό επιχείρημα αντλούμενο από τις αποδείξεις, δηλαδή δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε.
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από τα άρθρα 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, δικαστική είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο της από 30.6.2010 αίτησης, πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο του από 26.10.2010 δικογράφου πρόσθετων λόγων προβάλλεται από τον ήδη αναιρεσείοντα εναγόμενο η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 6.213,77 τ.μ., δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ' αυτούς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, που ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή:
α') τη με αριθμό .../31.1.1946 διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Σητείας Γ. Φραγκούλη της μητέρας του δικαιοπάροχου των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων Ά. Ν., με την οποία φέρεται να δηλώνει, ότι "μετά το θάνατο της εκαθιστά κληρονόμους της εφ' απάσης της κινητής και ακινήτου περιουσίας της" τα παιδιά της και εγγόνια της, μεταξύ των οποίων και ο (πατέρας των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων) Α., και συνεπώς, " η γιαγιά Ν.
δεν ήταν δυνατόν να συντάσσει διαθήκη τον Ιανουάριο 1946 με το εκτεθέν περιεχόμενο και το ίδιο έτος να παραχωρεί άτυπα ένα -εντελώς χέρσο και άγονο- ακίνητο στον υιό της Α.", β') τη διαθήκη .../21.1.1946 ενώπιον του συμβολαιογράφου Σητείας Γ. Φραγκούλη του Ι. Ν., με την οποία το ακίνητό του στην περιοχή ΑΛΙΤΣΑΝΗ κατέλιπε στο γιο του Γ.
Ν. (θείο των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων), από τον οποίο το ακίνητο αυτό περιήλθε στις Σ., Μ. και Η. Τ. (καθολικές διαδόχους αυτών), γι' αυτό και δεν εναντιώθηκαν στην 78/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία οι Σ., Μ. και Η. Τ. αναγνωρίστηκαν μόνες δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του άνω ακινήτου- με αριθμό 32-, το οποίο "είναι εν επαφή με το επίδικο, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του δικού του (του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου) ακινήτου", γ') το πρακτικό 232/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, στο οποίο περιέχεται κατάθεση του Ε.
Κ., που δόθηκε στη δίκη που εκδόθηκε η 78/1998 απόφαση, ότι όμορος ιδιοκτήτης του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου ήταν ο θείος των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων Γ. Ν., δ)την κατάθεση του κτηνοτρόφου Ν. Ψ., ότι το επίδικο ανήκε στις δικαιοπαρόχους του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, αδελφές Α., ε') την (εξώδικη) ομολογία των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων με τις με χρονολογία 4-12-1996 και 20-10-1999 κύριες παρεμβάσεις τους στη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης του ως άνω με αριθμό 28 ακινήτου, η οποία συνίσταται στο ότι το επίδικο -το οποίο ταυτίζουν με το με αριθμό 28 ακίνητο- περιήλθε σ' αυτούς "από κληρονομία του αποβιώσαντος παππού Ι.
Ν., δυνάμει της .../1946 δημόσιας διαθήκης του" και ότι υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου μετά τον κατά το έτος 1987 θάνατο του Α. Ν., ομολογία από την οποία " απεδεικνύετο ότι ούτε η γιαγιά Ά. παραχώρησε όμορο προς το δικό του ακίνητο στον υιό της Α. ούτε ότι αυτός άρχισε να νέμεται τούτο εξ ατύπου παραχωρήσεως ούτε ότι οι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ενάγοντες άσκησαν νομή στο εν λόγω ακίνητο και μάλιστα πριν από το έτος 1987 και επομένως (ότι) η αγωγή είναι αβάσιμη στην ουσία", στ') τη δικαστική ομολογία των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, η οποία συνίσταται στο ότι "το επίδικο ανήκε όχι στη γιαγιά Ά.
αλλά στον παππού τους Ι. Ν...." από την οποία προέκυπτε ότι η γιαγιά των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων δεν είχε νεμηθεί ποτέ το επίδικο και επομένως δεν ήταν δυνατόν να είχε παραχωρήσει άτυπα το επίδικο σ' αυτούς, και ζ') τις δικαστικές ομολογίες των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, οι οποίες συνίστανται, αα) στο ότι οι δικαιοπάροχες του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου αδελφές Α.
ήταν κυρίες του υπ' αριθμ. 31 κτήματος και ότι το κτήμα αυτό "εφάπτεται, ανατολικά, του (32) τοιούτου ", ββ) στο ότι οι απώτεροι κληρονόμοι του Γ. Ν., αδελφές Η., Μ. και εξαδέλφη Μ. Τ. " ανεγνωρίσθηκαν (με την 78/1998 απόφαση) δικαιούχοι ολοκληρου του υπ' αριθμ. 32 τεμαχίου του κτηματολογικού πίνακα" και γγ) στο ότι η αποτυπωμένη στο από Οκτωβρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα Κ.Τ.
και Σ. Ψ. ιδιοκτησία τους με το στοιχείο Β, εφάπτεται δυτικά με την ιδιοκτησία ΑΦΩΝ Α., από τις οποίες προέκυπτε ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας (όχι των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, αλλά ) του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της από 7.7.2010 αίτησης προβάλλεται από τους ήδη αναιρεσείοντες ενάγοντες η (ίδια ως άνω) από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς το επίδικο ακίνητο εμβαδού 119.452,02 τ.μ., δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την 90/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που αναγνώρισε αυτούς δικαιούχους τμήματος του ενιαίου ακινήτου με αριθμό 28 στο από έτους 1968 κτηματολογικό διάγραμμα- πίνακα και στο από έτους 1996 αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα- πίνακα, συνολικής έκτασης 142.552,32 τ.μ., την οποία προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις τους της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι της από 30.6.2010 αίτησης και του από 26.10.2010 δικογράφου προσθέτων λόγων, ως προς τα άνω στοιχεία (στ') και (ζ'), πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, εφόσον τα διαλαμβανόμενα στα στοιχεία αυτά περιστατικά δεν συνιστούν δικαστικές ομολογίες των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, δεδομένου ότι αφορούν σε ουσιώδεις ισχυρισμούς των ιδίων και όχι του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου.
Οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι ως προς τα λοιπά ως άνω στοιχεία και ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος της από 7.7.2010 αίτησης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ...
τις ένορκες βεβαιώσεις ... και από τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι..", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα λοιπά πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα λοιπά αυτά αποδεικτικά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Ειδικότερα, το Εφετείο εκτίμησε -ανέλεγκτα από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ- το περιεχόμενο των πιο πάνω υπό στοιχείο (ε') εγγράφων, στα οποία περιέχεται η εξώδικη ως άνω ομολογία των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, και η περί του αντίθέτου αναιρετική πιο πάνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
VI. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωσή της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 26-10-2010 σχετικού δικογράφου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Οκτωβρίου 1997 τοπογραφικού διαγράμματος Κ.
Τ. και Σ. Ψ., με το να δεχθεί, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενάγοντες νεμήθηκαν το επίδικο, εμβαδού 6.213,77 τ.μ., ενώ κατά το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα "δεν νεμήθηκαν ποτέ το επίδικο αυτό ακίνητο...όπως δεν νεμήθηκαν και το ανατολικώς τούτου κείμενο ακίνητο Τ..." και ειδικότερα σε σχέση α) με " την αναγραφόμενη στην αποτυπωμένη όμορη ιδιοκτησία φράση των συντακτών του διαγράμματος "ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ Αφών Α." και τη δηλωτική των ιδιοκτητών ευθεία προς το όνομά τους γραμμή", β) με " την καταφανώς χειρόγραφη και άσχετη με τους συντάκτες του διαγράμματος αυθαιρέτως και αθεμίτως υπό αγνώστου τεθείσα φράση "Ιδιοκτησία Σ.
Θ., γ) με " το αναγραφόμενο στο διάγραμμα ότι η δυτικός ιδιοκτησίας Α. ιδιοκτησία ανήκει στις εξαδέλφες Τ.", δ) με το αναγραφόμενο, ότι " το με τα στοιχεία 70-71-72-79-80-71 τμήμα της ιδιοκτησίας, το οποίο δέχτηκε ότι ανήκει στις εξαδέλφες Τ., ταυτίζεται με το κτήμα (32) της απαλλοτριώσεως και διπλανή ιδιοκτησία Αφών Α.
ταυτίζεται με το (31) κτήμα του αυτού κτηματολογικού διαγράμματος" και ε) με το αναγραφόμενο " ότι δυτικά της δεκτής γενόμενης δήθεν ιδιοκτησίας "Σ. Θ." δεν υπάρχει....παρά μόνο η αποτυπωμένη ιδιοκτησία Α που ανήκει στις εξαδέλφες Τ. και κείται στη θέση "Βαθύ Ποτάμι". Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης της από 7.7.2010 αίτησης αποδίδεται στο Εφετείο η - ίδια- από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από μηνός Μαΐου 2006 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Β., με το να δεχθεί ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 119.452,02 τ.μ., "περιστατικά προδήλως διαφορετικά" εκείνων του τοπογραφικού αυτού διαγράμματος και ειδικότερα σε σχέση με το απεικονιζόμενο σε αυτό " ότι το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας ( των ήδη αναιρεσειόντων) εναγόντων" είναι ο χείμαρρος και ότι πέραν αυτού- κατ' άλλην διατύπωση δυτικότερα - υφίσταται ιδιοκτησία Σ.
Γ. Ν., που δεν είναι άλλες από τις εξαδέλφες Τ.". Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις ένορκες βεβαιώσεις και στα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση, και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα- τοπογραφικά διαγράμματα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2010 αίτηση και τους από 26.10.2010 πρόσθετους λόγους του Γ. Χ. Β., για αναίρεση της 191/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 7.7.2010 αίτηση των 1) Ά. σύζ. Ν. Μ. το γένος Α. και Α. Ν. κ.ά, για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ