Legislator Case Law & Legislation
944/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence and substantive law violations in a dog attack compensation case.

Case Number 944/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's partial award of damages for a dog attack. The appellant failed to specify which substantive legal rules were violated or which specific facts and evidentiary items the appellate court misapplied. Consequently, the court ruled that the appeal grounds were too vague to justify a review of the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11)(b)-(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal for violation of substantive law or improper consideration of evidence is inadmissible if the appellant fails to precisely identify the violated rule, the specific facts relied upon, or the evidentiary items improperly handled.

Keywords

AI generated
substantive law violation improper evidence consideration vague appeal grounds Code of Civil Procedure appellate review standards dog attack damages insufficient specificity

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 7/2005
Case 691/05
Case 246/06
Case 595/06

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 944 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 944/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ανδρέα Αναγνωστάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 , 2. Ψ2 , 3. Ψ3 που εκπροσωπείται νόμιμα λόγω ανηλικότητας από τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς της, Ψ1 και Ψ2 , 4. Ζ1 , 5. Ζ2 , 6. Ψ4 και 7. Ψ5 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κυριαζή, η οποία δήλωσε ότι η κόρη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων της οποία ασκούσαν την γονική μέριμνα της Ψ3 ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτήν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί, να αναιρεθεί δε για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2005). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, β) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές στην ελάσσονα πρόταση), κατά τρόπο πλήρη και όχι αποσπασματικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη ισχυρισμού ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης γ) η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε από το δικαστήριο με τις γενόμενες δεκτές παραδοχές δ) ο κρίσιμος ισχυρισμός και ο τρόπος προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας και της επαναφοράς του στο εφετείο αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και ε) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα, δηλαδή που έγκειται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού εν μέρει, με την οποία εζητείτο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης 1) παρά το νόμο εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου γενική διάταξη του άρθρου 924 ΑΚ, που ίσχυε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η ζημιογόνος πράξη, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει α) τον ρυθμίζοντα ειδικώς την ευθύνη του κατόχου σκύλου για ζημία που προκαλείται σε τρίτους από το σκύλο ν. 3.170/03, β) το άρθρο 1 του ν. 1197/1981 που ορίζει ότι τα ζώα συντροφιάς, όπως είναι και ο σκύλος πρέπει να ζουν σε κατάλυμα προσαρμοσμένο στον φυσικό τρόπο διαβίωσής τους και να μη τυγχάνουν κακομεταχειρήσεως γ) το άρθρο 17 της υπ' αριθμ. 102.124/17.9.1938 υπουργικής απόφασης, που ορίζει ότι οι κάτοχοι σκύλων προς φύλαξη στην ύπαιθρο υποχρεούνται να έχουν αυτούς την ημέρα δεμένους και τη νύχτα περιορισμένους εντός των αυλών ή των κτημάτων τους και δ) το ν. 2017/1992 (Ευρωπαϊκή Σύμβαση) με το άρθρο 3 παρ. 1 του οποίου ορίζεται ότι το άτομο έχει δέσμευση να σέβεται όλα τα ζωντανά και να μη τα φέρει σε κατάσταση να αγωνιούν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο πού συγκεκριμένα έγκειται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 924, 297, 298 και 932 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε το εφετείο δεχόμενο την περί αποζημιώσεως αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ποία δηλαδή ήταν η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε από το εφετείο με την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ποία θα ήταν η έννομη συνέπεια, ως προς το είδος και την έκταση της αιτούμενης με την αγωγή έννομης προστασίας, αν το εφετείο εφάρμοζε τις παραπάνω διατάξεις που κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να εφαρμοσθούν και δεν εφαρμόστηκαν .

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίον, δηλαδή, το ελλείπον στοιχείον που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των και να παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.

Ως "ζητήματα" δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων εναντίον του, με την οποία αυτοί ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του ηλικίας πέντε ετών ....., υιού των δύο πρώτων, αδελφού της τρίτης και εγγονού των λοιπών, ο οποίος θάνατος επήλθε συνεπεία επιθέσεως του σκύλου του εναγομένου, που αυτός κατείχε προς φύλαξη του καταστήματός του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου υπό τις οποίες αυτό δέχτηκε την αγωγή εν μέρει (αναφέρει μόνο αποσπασματικά παραδοχές του εφετείου), ούτε επίσης αναφέρει ποίο αυτοτελή ισχυρισμό αυτός προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και με ποίο τρόπο επανέφερε στο εφετείο προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής, ούτε τέλος αναφέρει ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου ή που έγκειται η αντίφαση και επί ποίου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού.

Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι ορισμένος από τη διάταξη αυτή λόγος αναiρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) ποίες είναι οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν η δεν προσκομίστηκαν, κατά τρόπο να προκύπτει η ταυτότητά τους β) ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν ή έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και γ) η επίδραση που θα ασκούσε ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 691/05, 246/06, 595/06).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, αφενός μεν ,ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου ΄Ανδρου Αθ. Μανδηλαρά την οποία αυτός προσκόμισε μετ' 'επικλήσεως (3ος λόγος), αφετέρου δε παρά το νόμο έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ.....

ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Άνδρου Στ. Μανδηλαρά την οποία δεν προσκόμισαν ούτε επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ισχυρισμού προσκομίστηκε από αυτόν η παραπάνω φερομένη ως μη ληφθείσα υπόψη από το εφετείο ένορκη βεβαίωση, ούτε επίσης εκθέτει για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ισχυρισμού αυτού η των αντιδίκων του χρησιμοποιήθηκε η άνω φερομένη ως μη νομίμως προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες ένορκη βεβαίωση, ούτε τέλος αναφέρει ποία επίδραση θα είχε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης ο ισχυρισμός.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 129/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ