Supreme Court annuls labor accident judgment on personal detention grounds exceeding legal execution limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the lower court's decision regarding the imposition of personal detention as an enforcement measure for labor accident damages. The appellant argued that the total debt did not exceed the statutory limit for personal arrest, rendering the detention illegal. The court agreed, finding the detention provision void due to the amount being within the permissible threshold for simple monetary execution.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 αρ. 1; Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 580 παρ. 3: Αν η εκτέλεση απαιτείται με μέσο προσωπικής κράτησης, το ποσό δεν πρέπει να υπερβαίνει το νόμιμο όριο, διαφορετικά η απαγγελία του μέσου είναι παράνομη και η απόφαση ανατρέπεται.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 943 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 943/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και 2) Ι. Π. του Γ., κατοίκου ... ως νομίμου εκπροσώπου της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρυσόστομου Βελάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Π. Φ. χήρας Μ. του Χ., 2) Μ. Π. Χ. του Μ., 3) Μ. Π. Φ. του Μ., κατοίκων ... και 4) Μ. Π. Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν η 57/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 268/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 8-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 70/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 268/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 57/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 1-6-2012 (με αριθμό κατάθεσης 112/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. ...-2-2019, ...-2- 2019, ...19-2-2019, ... /19-2-2019 εκθέσεις επιδόσεως της Μ. Σ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ροδόπης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση των αναιρεσειόντων προς τους αναιρεσίβλητους, για να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ και 16 του Ν.551/1915 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 38 εδ.
β του Εις. Ν. ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν.551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό οι γενικές διατάξεις (Ολ.Α.Π. 1117/1986).
Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του προστηθέντος απ' αυτόν (άρθρο 932 Α.Κ.) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 του ν. 515/1915 (Α.Π. 80/2016, 1577/2014, 35/2010, Α.Π. 1042/2008).
Πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν απ' αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ. Περαιτέρω, τέτοια μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν οι εργοδότες, καθορίζονται με τα άρθρα 3 και 9 του π.δ.395/1994, "προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλειας εργαζομένων" και το άρθρο 5 του π.δ. 377/1993 "προσαρμογή της νομοθεσίας στις οδηγίες 89/392/ΕΟΚ και 91/368/ΕΟΚ σχετικά με τις μηχανές".
Ειδικότερα, στα άρθρα 3, 4, 9 παράρτημα I παρ. 2 στοιχ. 13 του π.δ. 395/1994, "προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλειας των εργαζομένων" ορίζονται τα εξής: Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του ( άρθ 3 παρ. 1).
Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ' όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως τις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας (άρθρ. 3 παρ. 2).
Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο (άρθρ. 3 παρ. 3). Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας, ο οποίος πρέπει να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα I του άρθρου 9 του παρόντος (άρθρ. 4 παρ. 1 περ.
β'). Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καθ' όλη τη διάρκεια της χρησιμοποίησής του" (άρθρ. 4 παρ. 3). Ακολούθως, κατά το άρθρο 9 παράρτημα I παρ. 2 στοιχ. 13 του ως άνω νόμου, εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας, που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες.
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του π.δ. 395/1994 ορίζεται ότι όταν η χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας ενδέχεται να παρουσιάσει ιδιαίτερο κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε: 1. Ο εξοπλισμός εργασίας να χρησιμοποιείται μόνον από τους εργαζόμενους στους οποίους έχει ανατεθεί η χρήση του 2.
Οι εργασίες επισκευής, μετατροπής, προληπτικού ελέγχου και συντήρησης του εξοπλισμού να εκτελούνται από εργαζόμενους που έχουν ειδική αρμοδιότητα για το σκοπό αυτό. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 1 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.) (Απόφαση Υπουργ. Ενέργειας και Φυσικών Πόρων Αρ. 11 -5η/Φ/17402 της 12/31 Δεκ. 1984 -ΦΕΚ Β'931/31 -12-1984), ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρ. 112 της ΥΑ Δ7/Α οικ.12050/2223/23-5-2011 - ΦΕΚ Β 1227/14-6-2011), οι εργαζόμενοι που ορίζονται για την εκτέλεση εργασιών που απαιτούν εξειδίκευση, πρέπει να είναι κάτοχοι της αντίστοιχης ειδικής άδειας, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 Π.Δ. 31/1990 "μηχανήματα εκτέλεσης τεχνικών έργων - άδειες χειριστών", το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κανείς δεν μπορεί να ασκεί υπεύθυνη επίβλεψη λειτουργίας, ούτε να χειρίζεται ή να ενεργεί τη συντήρηση κάθε κινητού ή μεταθετού μηχανήματος ή μηχανήματος επί αυτοκινήτου με κινητήρια θερμική μηχανή ισχύος από (17) ίππους και πάνω (όσον αφορά τα μηχανήματα που αναφέρονται στις δώδεκα (12) ομάδες του άρθρου 2 παρ. 1) και συνολική ισχύ των ηλεκτροκινήτων (ΜΟΤΕΡ) από (15) ίππους και πάνω (όσον αφορά τα ηλεκτροκίνητα μηχανήματα των πέντε (5) ομάδων του άρθρου 2 παρ. 2), εάν δεν είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη άδεια μηχανοδηγού - χειριστού, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ως "ζήτημα", υπονοείται ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Τότε, το "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η πληρότητα της αιτιολογίας αποτελεί αναγκαίο όρο της κατάφασης ή της άρνησης του.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου (ολ.
ΑΠ 6/2019, 9/2016).
4. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες με την ως άνω αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) ισχυρίστηκαν ότι ο Μ. Π. Μ. του Χ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος, για να εργαστεί ως χειριστής εκσκαπτικού μηχανήματος (εκσκαφέα) στο δημοτικό λατομείο μαρμάρων στο Δ.Δ. ..., εκμετάλλευσης της πρώτης εναγομένης.
Ότι την 25η Φεβρουαρίου 2010, κατ' εντολή της παραπάνω εργοδότριας εταιρίας, ο ως άνω συγγενής τους εκτελούσε εργασία διάνοιξης εσωτερικού δρόμου μεταξύ δύο βαθμίδων εντός του παραπάνω λατομείου, χειριζόμενος για το σκοπό αυτό ερπυστριοφόρο εκσκαφέα (τσάπα) τύπου CATERPILLAR. Ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω εργασίας, ο τελευταίος βρέθηκε με το πάνω μέρος του σώματος του εκτός του θαλάμου χειριστή του μηχανήματος προς τη δεξιά πλευρά, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από τον υδραυλικό κύλινδρο ανύψωσης του βραχίονα ( μπούμας ) του εκσκαφέα, να εγκλωβιστεί μεταξύ αυτού και του πλαισίου καμπίνας του χειριστή και να τραυματιστεί θανάσιμα.
Ότι το ως άνω εργατικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων και ειδικότερα στο γεγονός ότι αυτοί ανέθεσαν στον θανόντα τον χειρισμό του εν λόγω εκσκαφέα μολονότι ήταν εν γνώσει τους: α) ότι ο ίδιος δεν ήταν κάτοχος της προβλεπόμενης για την κατηγορία του μηχανήματος αυτού άδειας χειριστή και β) ότι το ως άνω μηχάνημα δεν έφερε δεξιό πλαϊνό προστατευτικό υαλοπίνακα ασφαλείας του θαλάμου χειριστή.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν: Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: α) στην πρώτη ενάγουσα (σύζυγο του θανόντος) το ποσό των 80.000,00 ευρώ και β) σε έκαστο των λοιπών εναγόντων (τέκνων του θανόντος) το ποσό των 40.000,00 ευρώ και Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, εις ολόκληρον ευθυνόμενων, να καταβάλουν για την ίδια ως άνω αιτία:
α) στην πρώτη το ποσό των 70000 ευρώ και β) σε έκαστο των λοιπών το ποσό των 60000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να απαγγελθεί λόγω του αδικήματος προσωπική κράτηση σε βάρος του δεύτερου εναγομένου, διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης μετά την τελεσιδικία της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ακολούθως ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 5-8-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ και σε καθένα των λοιπών τριών εναγόντων το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων (13.000,00) ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και απαγγέλθηκε σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. 5.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." εδρεύει στον ... και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην εξόρυξη, επεξεργασία και εμπορία μαρμάρων και γρανιτών.
Ότι στο πλαίσιο της ως άνω εμπορικής της δραστηριότητας αυτή έλαβε με τη με αριθμό .../24.4.2004 απόφαση της Επιθεώρησης Μεταλλείων Βορείου Ελλάδος άδεια εκμετάλλευσης του δημοτικού λατομείου μαρμάρων, που βρίσκεται στη θέση "... του Δ.Δ. ... του Δήμου .... Ότι στην ανώνυμη αυτή εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, απασχολούνταν επί 22 περίπου έτη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο Μ.
Π. () Μ. () του Χ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων με την ιδιότητα του χειριστή μηχανημάτων , ήταν δε εφοδιασμένος με τη με αριθμό ...6.2003 άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή, που χορηγήθηκε από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας - Βιοτεχνίας του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Ροδόπης, Ε' ομάδας (1.
Μπουλντόζες προωθετήρες γαιών παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας, 2. Τορναντόζες παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας, 3. Φορτωτές, αλυσότροχοι και λαστιχοφόροι παντός τύπου, 4. Αποξέστες γαιών Σκρεϊπερ, Τόρνε - μπουλ και λοιπών τύπων) και Α' τάξης (από 301 HP και πάνω, η οποία όμως δεν περιλαμβάνει την κατηγορία ερπυστριοφόρου εκσκαφέα - τσάπας τύπου CATERPILLAR 235C, ισχύος 250 ίππων, για την οποία απαιτείται βάσει του π.δ. 31/1990 άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή για μηχανήματα Β' ομάδας (τσάπες αλυσσότροχες και ελαστιχοφόρες όλων των τύπων και τα σύνθετα εκσκαπτικά και φορτωτικά μηχανήματα Τσι - Σι - Μπι και παρεμφερή) και Β' τάξης (ιπποδύναμης από 201 - 300 ίπποι).
Ότι ο παραπάνω εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης, Μ. Π., ήταν ικανότατος, πολύ έμπειρος και απολάμβανε της εμπιστοσύνης της πρώτης εναγομένης, λόγω δε της εμπειρίας του και της εργατικότητάς του αναλάμβανε κάποιες φορές με δική του πρωτοβουλία ακόμη και τη συντήρηση των μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης, χωρίς όμως να του έχει ανατεθεί από την πρώτη εναγομένη ρητά τέτοια αρμοδιότητα.
Ότι στις 25.2.2010 και περί ώρα 11:00, κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην πρώτη εναγομένη στο ως άνω λατομείο στο Δήμο ..., ο Μ. Π. εκτελούσε εργασίες διάνοιξης εσωτερικού δρόμου μεταξύ δύο βαθμίδων εξόρυξης. Για την εκτέλεση της εργασίας αυτής χειριζόταν έναν ερπυστριοφόρο εκσκαφέα (τσάπα), με αριθμό πινακίδων ..., τύπου CATERPILAR 235, ισχύος 250 ίππων, τον χειρισμό του οποίου δεν κάλυπτε, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερθέντα, η άδεια μηχανοδηγού, που αυτός κατείχε.
Τα μηχανήματα αυτού του τύπου φέρουν θάλαμο χειριστή, εδραζόμενο σε κυκλική πλατφόρμα, η οποία κατά την εκτέλεση των εργασιών περιστρέφεται γύρω από κατακόρυφο άξονα. Ότι ο μηχανισμός κίνησης (πάνω - κάτω) του βραχίονα (μπούμας), που περιλαμβάνει δύο υδραυλικούς κυλίνδρους, βρίσκεται επί της κυκλικής πλατφόρμας στο δεξιό μέρος του θαλάμου χειριστή και περιστρέφεται πάντα παράλληλα και μαζί με τον θάλαμο χειριστή, χωρίς να μπορούν (εν.
η μπούμα και ο θάλαμος) να έλθουν σε επαφή. Ότι από τους υδραυλικούς αυτούς κυλίνδρους ο εσωτερικός κύλινδρος βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το δεξιό μέρος του θαλάμου του χειριστή και οι δύο κύλινδροι (εσωτερικός και εξωτερικός) εκτελούν, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της μπούμας, κίνηση ανύψωσης ή καθόδου της μπούμας, η οποία είναι παράλληλη προς το δεξιό πλαίσιο του θαλάμου χειριστή.
Ότι ο θάλαμος του χειριστή στην αριστερή πλευρά έχει θύρα εισόδου - εξόδου, ενώ στα δεξιά του βρίσκεται (μόνιμος - μη μετακινούμενος) δεξιός υαλοπίνακας. Ότι ο δεξιός υαλοπίνακας ασφαλείας του θαλάμου χειριστή δίνει τη δυνατότητα στον χειριστή να έχει οπτική επαφή προς τη δεξιά πλευρά (όπου λειτουργούν οι υδραυλικοί κύλινδροι) και παράλληλα δεν επιτρέπει στον χειριστή την προσέγγιση στους κινούμενους υδραυλικούς κυλίνδρους, εμποδίζοντάς τον να παρακάμψει τα συστήματα ασφαλείας του κατασκευαστή.
Ότι εσωτερικά του θαλάμου (δηλαδή της καμπίνας), κάτω και αριστερά της θέσης του χειριστή, υπάρχει μοχλός ενεργοποίησης - απενεργοποίησης (ασφάλισης) των υδραυλικών, που βρίσκεται σε τέτοια θέση, ώστε να εμποδίζεται η έξοδος του χειριστή από το θάλαμο, αν προηγουμένως δεν τοποθετηθεί - "κατεβεί" ο μοχλός από τη θέση όπλισης στη θέση ασφαλείας (απενεργοποίησης), ενώ εσωτερικά του θαλάμου και δεξιά της θέσης του χειριστή υπάρχει το χειριστήριο της μπούμας, που χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της κίνησης (ανόδου - καθόδου) του βραχίονα εκσκαφής (δηλαδή των υδραυλικών κυλίνδρων).
Ότι η πρόσβαση του χειριστή στη θέση όπου υπάρχουν οι κύλινδροι (δεξιά του θαλάμου του χειριστή) μπορεί να γίνει μόνο εξωτερικά και αφού προηγουμένως: α) ο χειριστής "κατεβάσει" τον μοχλό ενεργοποίησης των υδραυλικών, καθιστώντας έτσι μη λειτουργικά τα χειριστήρια του εκσκαφέα, και β) εξέλθει του θαλάμου χειριστή από την αριστερή πλευρά αυτού.
Ότι κατά τον ως άνω χρόνο που ο Μ. Π. χειριζόταν τον ως άνω εκσκαφέα (τσάπα), αυτός δεν έφερε εμπρόσθιο υαλοπίνακα ασφαλείας και υπήρχε τοποθετημένο αυτοσχέδιο προστατευτικό μεταλλικό πλέγμα προς προφύλαξη του θαλάμου από τυχόν πτώση πετρών ή χωμάτων, το οποίο είχε κατασκευάσει και είχε τοποθετήσει εκεί ο ίδιος ο παραπάνω εργαζόμενος, ενώ επίσης στερείτο το δεξιό πλαϊνό προστατευτικό υαλοπίνακα (πλευρικό παρμπρίζ) του θαλάμου χειριστή, το οποίο είχε καταστραφεί δύο μήνες πριν και δεν είχε μέχρι τότε αντικατασταθεί, αν και αυτό είχε παραγγελθεί, με πρωτοβουλία του ως άνω εργαζομένου, και βρισκόταν στις αποθήκες της πρώτης εναγομένης στο ως άνω λατομείο, με αποτέλεσμα δεξιά του χειριστή να δημιουργείται άνοιγμα, από το οποίο ο χειριστής μπορούσε να προσεγγίσει τους υδραυλικούς κυλίνδρους του βραχίονα εκσκαφής. 'Οτι, κατά τα λοιπά, το εν λόγω μηχάνημα δεν εμφάνιζε λειτουργικά ή μηχανικά προβλήματα και ήταν καλά συντηρημένο, αν και παλιό.
Ότι ενώ ο ανωτέρω εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης βρισκόταν εντός του θαλάμου του μηχανήματος, έχοντας τον κινητήρα ενεργοποιημένο, τον μοχλό ασφάλισης των υδραυλικών σε θέση όπλισης και το χειριστήριο της μπούμας σε θέση αναμονής (δηλαδή λειτουργικό), ανασηκώθηκε από τη θέση του χειριστή, έγειρε το σώμα του προς τα δεξιά και πρόβαλε την κεφαλή του από το άνοιγμα του θαλάμου, στη θέση που έλειπε ο προστατευτικός υαλοπίνακας, προφανώς γιατί ήθελε να ελέγξει κάτι σχετικό με την εργασία που εκτελούσε εκείνη τη στιγμή.
Ότι λόγω της μετακίνησης του σώματος του προς τα δεξιά, άθελά του άσκησε πίεση στο χειριστήριο της μπούμας με τον δεξιό μηρό του, ενεργοποιώντας έτσι τους υδραυλικούς κυλίνδρους του βραχίονα εκσκαφής και η ενεργοποίηση τους είχε ως συνέπεια ο βραχίονας να εκτελέσει καθοδική κίνηση. Ότι κατά την κάθοδο του βραχίονα, ο χειριστής του μηχανήματος, ο οποίος ήδη βρισκόταν με την κεφαλή στην περιοχή σάρωσης του βραχίονα, εγκλωβίστηκε μεταξύ του εσωτερικού υδραυλικού κυλίνδρου του βραχίονα εκσκαφής και του μεταλλικού πλαισίου της καμπίνας του χειριστή, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και βαριές κακώσεις εσωτερικών οργάνων, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του.
Ότι μετά το επίδικο εργατικό ατύχημα, ασκήθηκε σε βάρος του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρίας, ποινική δίωξη για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παράβασης των άρθρων 4 παρ. 1 και 9 παράρτημα I παρ. 2.12 και 11 παρ. 2 Π.Δ. 395/1994 και με τη με αριθμό 1587/14.11.2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, η ασκηθείσα ποινική δίωξη για τη δεύτερη πράξη έπαυσε υφ' όρον, κατ' άρθρο 8 Ν. 4198/2013, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ένοχος της πρώτης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών.
Ότι κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου ο θανατηφόρος τραυματισμός του ως άνω εργαζομένου, συζύγου και πατέρα των εναγόντων, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης εργοδότριας εταιρίας, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 662 ΑΚ), για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής του ως άνω εργαζομένου στο λατομείο, που εκμεταλλευόταν η εταιρία που εκπροσωπούσε.
Ότι. ειδικότερα, αυτός (δεύτερος εναγόμενος), παρόλο που γνώριζε ότι ο ερπυστριοφόρος εκσκαφέας (τσάπα), που τον κρίσιμο χρόνο χρησιμοποίησε για την εργασία του ο ως άνω εργαζόμενος, δεν διέθετε προστατευτικό υαλοπίνακα ασφαλείας στη δεξιά του πλευρά, μερίμνησε μεν, μέσω του θανόντος, για την αγορά του σχετικού ανταλλακτικού, πλην όμως δεν έδωσε ρητή εντολή για την άμεση αντικατάσταση του υαλοπίνακα αυτού, ούτε μερίμνησε για την ακινητοποίηση του εν λόγω μηχανήματος μέχρι την επισκευή του, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος έδωσε ρητή εντολή στους εργαζομένους της εταιρίας, την οποία εκπροσωπούσε, να μην χειρίζονται το συγκεκριμένο μηχάνημα, μέχρι αυτό να επισκευαστεί και να είναι ασφαλής ο χειρισμός του από τους εργαζόμενους, παρόλο που η εταιρία διέθετε και άλλο όμοιο ασφαλές μηχάνημα έργων, ήτοι τον με αριθμό κυκλοφορίας ...
ερπυστριοφόρο εκσκαφέα (τσάπα) εργοστασίου κατασκευής LIEBHERR, τύπου 961 BLC, ισχύος 210 ίππων, έτους κατασκευής 1980, με το οποίο ο θανών θα μπορούσε να εκτελέσει την εργασία, που του είχε ανατεθεί, χωρίς κίνδυνο. Το γεγονός δε ότι ο θανών, καίτοι έμπειρος, επέλεξε να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο μηχάνημα την ημέρα εκείνη και όχι το δεύτερο, που είχε υαλοπίνακα ασφαλείας, δεν αναιρεί την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου.
Ότι την αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου δεν αναιρεί ούτε το γεγονός ότι ο θανών λόγω της πολυετούς εμπειρίας του και της εργατικότητάς του επισκεύαζε πολλές φορές ο ίδιος τα μηχανήματα της πρώτης εναγομένης, καθότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι του είχαν ανατεθεί από την εναγομένη ρητά τέτοιες αρμοδιότητες (η εργασία του στην πρώτη εναγομένη, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω) ήταν αυτή του χειριστή μηχανημάτων και μόνο), ούτε βεβαίως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε δώσει ρητή εντολή στον θανόντα να επισκευάσει άμεσα τον συγκεκριμένο εκσκαφέα και αυτός παρέβη τη σχετική εντολή του.
Ότι ο δεύτερος εναγόμενος ζήτησε από τον θανόντα να είναι προσεκτικός, πλην όμως αυτό δεν συνιστά ούτε ρητή εντολή άμεσης αντικατάστασης του υαλοπίνακα, ούτε βέβαια ρητή εντολή μη χρησιμοποίησης του συγκεκριμένου μηχανήματος μέχρι την επισκευή του, ενώ το γεγονός ότι ο θανών δεν ήταν εφοδιασμένος με την κατά νόμο προβλεπόμενη ειδική άδεια χειριστή για το ως άνω μηχάνημα (τσάπα), σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον θανατηφόρο τραυματισμό του ως άνω εργαζομένου της πρώτης εναγομένης, καθότι το επίδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε άγνοια ή ελλιπή γνώση χειρισμού του εν λόγω μηχανήματος εκ μέρους του.
Ότι η επέλευση του θανάτου του ως άνω εργαζομένου οφείλεται και σε δική του αμέλεια, καθότι επιχείρησε να προβάλει την κεφαλή του από το άνοιγμα της καμπίνας, ενεργώντας κατά προφανή και ευθεία παράβαση των βασικών κανόνων ασφαλούς χειρισμού του ως άνω μηχανήματος, παρόλο που ήταν έμπειρος στο χειρισμό μηχανημάτων και γνώριζε την επικινδυνότητα μιας τέτοιας κίνησης, αλλά και τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λάβει και τους κανόνες που έπρεπε να ακολουθήσει, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος ατυχήματος.
Συγκεκριμένα, γνώριζε ότι ήταν επικίνδυνο να προβάλει την κεφαλή του από το άνοιγμα της καμπίνας δεξιά, όπως επίσης και το ότι, εφόσον είχε ανασηκωθεί από τη θέση χειρισμού με σκοπό την προσέγγιση στον βραχίονα, όφειλε να "κατεβάσει" τον μοχλό ενεργοποίησης των υδραυλικών, καθιστώντας έτσι μη λειτουργικά τα χειριστήρια του εκσκαφέα, και να εξέλθει του θαλάμου χειριστή από την αριστερή πλευρά αυτού.
Επομένως και ο θανών δεν επέδειξε, κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας του, την προσήκουσα επιμέλεια την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις περιστάσεις να καταβάλει, όπως θα έπραττε οποιοσδήποτε άλλος μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον χρόνο του ατυχήματος.
Ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το επίδικο εργατικό ατύχημα και δη ο θάνατος του ως άνω εργαζομένου, Μ. Π., που επήλθε κατά τη διάρκεια της εργασίας του, οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του δεύτερου εναγομένου, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας, όσο και του ίδιου του θανόντος - εργαζομένου.
Συνυπαίτιοι, λοιπόν, για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ο θανών, κατά ποσοστό 30% και 70% αντίστοιχα. Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος (άρθρο 300 ΑΚ) στην πρόκληση του ατυχήματος, την οποία νομότυπα προέβαλαν, επικουρικά, οι εναγόμενοι με σχετική προφορική δήλωσή τους, κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις τους, και επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις προτάσεις τους, είναι κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή. 'Ετσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά, δεχόμενο ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως, πρέπει ο μοναδικός σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Ότι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν ηλικίας 50 ετών (γεννημένος στις 26.5.1960), υγιής, έγγαμος με την πρώτη ενάγουσα, ηλικίας 49 ετών και πατέρας του δευτέρου, της τρίτης και της τέταρτης των εναγομένων, ηλικίας 30, 28 και 26 ετών αντίστοιχα. Λόγω του αιφνίδιου θανάτου του οι ενάγοντες - συγγενείς του υπέστησαν ψυχική οδύνη, αφού δοκίμασαν θλίψη και πόνο από το γεγονός αυτό.
Ότι ενόψει αυτών των συνθηκών επέλευσης του εν λόγω ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, της ηλικίας αυτού (50 ετών), της καλής κατάστασης της υγείας του, του συναισθηματικού δεσμού αυτού με τους οικείους του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, λαμβανομένων υπόψη και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία πρέπει να επιδικαστεί στους συγγενείς του, ανέρχεται για τη σύζυγο του θανόντος - πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 25.000,00 ευρώ και για καθένα από τα τέκνα του, δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, στο ποσό των 13.000,00 ευρώ.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής, δέχτηκε αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμοτόκως τα προαναφερόμενα ποσά . Επίσης, απήγγειλε σε βάρος του δεύτερου εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης (για το ζήτημα της προσωπικής κράτησης βλ κατωτέρω στη σκέψη με αριθμό 7 ).
6. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή ο τραυματισμός του θανόντος συζύγου και πατέρα των εναγόντων οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα συγκροτούντα την έννοια της οποίας πραγματικά περιστατικά εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και ότι ο 2ος αναιρεσείων είναι υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του θανόντος, με συνυπαιτιότητα του τελευταίου κατά 70%, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε Συνεπώς, ο δεύτερος από τους λόγους της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές, διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό, αιτιάσεις και υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.
7. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως, μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ.2 εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ.2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1.500 ευρώ.
Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) το εν λόγω χρηματικό όριο αυξήθηκε σε 30.000 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, αν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα ως άνω ποσά των 25.000 ευρώ και 13000 ευρώ, ακολούθως απείλησε κατά του 2ου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διάρκειας 2 μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης.
Πράγματι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες με αυτή τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Επομένως, η επιδικασθείσα απαίτηση δεν ήταν δεκτική απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως, αφού το επιδικασθέν σε κάθε ενάγοντα ποσό , που συνδέεται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας με τους λοιπούς ενάγοντες (άρθ.74,75 ΚΠολΔ), δεν υπερβαίνει το όριο των 30000 ευρώ, λαμβανομένου υπόψιν ότι τα αποτελέσματα της δίκης κάθε ομοδίκου δεν καταλαμβάνουν και τους άλλους ομοδίκους (ΑΠ 26/2018).
Έτσι, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση των ως άνω επιδικασθεισών χρηματικών απαιτήσεων, προερχομένων από εργατικό ατύχημα για την επέλευση του οποίου συνέτρεξε παράνομη και υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά του 2ου εναγομένου (ΑΚ 914, 932). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
9.Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής και η υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα διότι, από τα όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του αναιρετικού λόγου που ευδοκίμησε, το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ελέγχεται ως μη νόμιμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα εκατέρωθεν έξοδα της αναιρετικής δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (ΚΠολΔ 178, 183 και 191 παρ 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 268/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, μόνο ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας εκ νέου επί της από 1-6-2012 και με αριθμό κατάθεσης 112/2012 αγωγής, που είχε κατατεθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την 1-6-2012.
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως.
Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ