Supreme Court dismisses appeal on evidence weight, ruling notarial deeds do not prove property value for tax purposes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding property value. The appellant argued that the lower court erred in ordering witness testimony because notarial deeds should fully prove the value of contributions. The court rejected this, holding that notarial deeds only fully prove the value stated within them and do not automatically establish the market value required for tax assessment, thus warranting additional evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438, 439, 441 of the Code of Civil Procedure; Notarial deeds constitute full proof regarding the content of declarations within them, but do not fully prove the value of property for tax purposes, permitting further evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 943 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 943/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μ. Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Μ. Ν., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Βλαχογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 14/10/2014 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη διότι είχε αποβιώσει πριν από την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Μ. χήρας Κ. Τ., 3) Χ.υ Τ. του Κωνσταντίνου, κατοίκου ..., και 3) Α. συζ. Ε. Μ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο 3ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χ. Κουτρομάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2795/1991, 11033/1997, 8350/2001 μη οριστικές, 4235/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 7397/2007 μη οριστική και 1014/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/9/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 1/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως επαναφέρεται για συζήτηση η από 20-9-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1014/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου της Μ. Τ. ο οποίος επήλθε στις 1-5-2011 μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και τη νόμιμη επανάληψη της δίκης από τους αναιρεσιβλήτους με την πρόσκληση των αναιρεσειόντων με κοινοποίηση δικογράφου.
Κατά τη συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικασίμου της 15-10-2014 παραστάθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου η αναιρεσείουσα Α. Ν. και ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ. Τ. ενώ δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητοι Π.
Τ., Μ. Τ. και Α. Μ. Οι απολιπόμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι ως και ο παρασταθείς στο ακροατήριο αναιρεσίβλητος Χ. Τ. ατομικός και ως κληρονόμος της Μ. Τ. νομίμως και εμπροθέσμως κλήθηκαν για να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο της 15-10-2014 με την επίδοση σε αυτούς της από 20-9-2013 αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτή πράξεις, πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίζεται αρμόδιο τμήμα προς εκδίκαση της το Γ’ Πολιτικό Τμήμα, πράξη του Προέδρου του Γ’ Τμήματος με την οποία ορίζεται δικάσιμος αυτής η ως άνω αναφερομένη δικάσιμος 15-10-2014 ως και κλήση για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση αυτής (βλ.
τις υπ’ αριθμ....14-7-2014, ...14-7-2014, ...17-7-2014) εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών κληθέντων δε, νομίμως και εμπροθέσμως, των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων, νομίμως προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήχθη προς κρίση η από 5-2-1991 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία η τελευταία ζήτησε την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της Κ.
Τ. αποτελουμένης από τα αναφερόμενα ακίνητα, τη δικαστική διανομή των κληρονομιαίων αυτών ακινήτων και την απόδοση του αναλόγου με την κληρονομική της μερίδα οφέλους που απεκόμισαν οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων από την αποκλειστική εκμετάλλευση του κληρονομιαίου ακινήτου.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4235/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ως άνω αγωγή ασκηθείσης εφέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απερρίφθη και πάλι ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η κρινόμενη αγωγή, επικυρωθείσης της πρωτοβαθμίου αποφάσεως που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1895, 1899 και 1900 ΑΚ, όπως το πρώτο από αυτά ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το ν.1329/1983, προκύπτει ότι οι κατιόντες του κληρονομουμένου, όταν κληρονομούν εξ αδιαθέτου, έχουν υποχρέωση συνεισφοράς προς αλλήλους η οποία γίνεται λογιστικώς με συνυπολογισμό της συνεισενεκτέας παροχής στη διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονομία, με συνέπεια τον ολικό ή μερικό αποκλεισμό του υποχρέου από τη διανομή της κληρονομίας κατά το μέτρο που η συνεισενεκτέα παροχή καλύπτει την εξ αδιαθέτου μερίδα.
Κατά το άρθρο 1813 παρ.3 ΑΚ, τα τέκνα του κληρονομουμένου που απεβίωσε χωρίς διαθήκη, κληρονομούν κατ’ ισομοιρία, από δε τις διατάξεις των άρθρων 1899 και 1900 ΑΚ προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας των συγκληρονόμων κατιόντων του αποβιώσαντος ανιότος, από τους οποίους ένας ή περισσότεροι είναι υπόχρεοι σε συνεισφορά, λαμβάνεται ως βάση η πλασματική ομάδα της κληρονομίας ήτοι πρώτα αποτιμάται η αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας, δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά τον θάνατό του, με την αξία που είχαν στο χρόνο του θανάτου, στη συνέχεια αφαιρείται η μερίδα του τυχόν επιζώντος συζύγου και κατόπιν προστίθεται η κατά το χρόνο που έγιναν αξία των συνεισενεκτέων παροχών, στις οποίες καταλέγεται και η νομοτύπως συσταθείσα προίκα κατ’ άρθρο 1895 ΑΚ όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το νόμο ν.1329/1983, το δε προκύπτον άθροισμα που αποτελεί την πλασματική ομάδα, διαιρείται με τον αριθμό των κατιόντων κληρονόμων και στη συνέχεια από το πηλίκο που θα προκύψει, αφαιρείται η αξία της συνεισενεκτέας παροχής που έλαβε ο υπόχρεος σε συνεισφορά, οπότε το υπόλοιπο που θα προκύψει από την αφαίρεση αυτή αποτελεί τη μερίδα του υποχρέου σε συνεισφορά.
Το δικαίωμα του υποχρέου επί της μερίδας αυτής καθορίζεται αρχικά, κατ’ ανάγκη σε ποσό χρημάτων και υπολογίζεται μεν επί της κατά τα ανωτέρω πλασματικής ομάδας της κληρονομίας, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομίας αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κληρονόμων κληρονομία, κατά ποσοστό ειδικότερα που εκφράζει τη σχέση της αξίας της μερίδας προς την αξία των αντικειμένων της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559/αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με τη στάθμιση και την αξιολόγηση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε, μετά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 9-7-1978 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη ο Κ. Τ. του Π., κάτοικος όσο ζούσε Ηλιούπολης Αττικής, ο οποίος κατέλειπε πλησιεστέρους συγγενείς και μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την τέταρτη των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητη σύζυγό του Μ.
Τ. και τα τέσσερα (4) τέκνα του, ήτοι την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα Α. Ν. και τους τρείς πρώτους εναγομένους και ήδη εφεσιβλήτους Π. Τ., Χ. Τ. και Α. Μ.. Ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο του θανάτου του, κατέλειπε ως κληρονομία τις παρακάτω προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες της ευρισκομένης στην Ηλιούπολη Αττικής, και επί της οδού ...
αριθμ…. οικοδομής η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο επιφανείας 352,68 τμ. ήτοι 1) το υπό στοιχείο 1-1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, επιφανείας 55 τμ. αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια, χωλ, κουζίνα και λουτρό με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 35/1000 εξ αδιαιρέτου και πρόσοψη στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, αξίας κατά το χρόνο του θανάτου του, ενόψει της θέσης και της επιφάνειας τους και ιδίως του γεγονότος ότι αυτό είναι εσωτερικό, 600.000 δραχμές 2) το υπό στοιχείο 1-2 κατάστημα του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 73 τμ., αποτελούμενο από μία αίθουσα και αποχωρητήριο με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 90/1000 εξ αδιαιρέτου και πρόσοψη επί της οδού ..., η οποία έχει διαμορφωθεί στον πεζόδρομο.
Η αξία του καταστήματος αυτού, κατά Α. Ν. και Α. Μ.. Ειδικότερα, ο κληρονομούμενος Α) με το υπ’ αριθμ....8-3-1977 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Κλεάνθη Γραμματά που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε προίκα σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις των άρθρων 1412 παρ.2 και 1414 ΑΚ υπέρ της ενάγουσας θυγατέρας του Α.
Ν. και προς το σύζυγό της Μ. Ν. αποτελούμενη από 1) το υπάρχον υπό στοιχεία Α-3 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής, επιφανείας 55 τμ. αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό και διάδρομο, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 85/1000 εξ αδιαιρέτου και πρόσοψη επί της οδού ..., η οποία, όπως προεκτέθηκε, έχει διαμορφωθεί σε πεζόδρομο πραγματικής αξίας κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας, ενόψει της θέσης, της επιφανείας του και του ποσοστού συνιδιοκτησίας που έχει στο οικόπεδο 690.000 δραχμές και 2) το ανεγερθησόμενο με φροντίδα και δαπάνες των προικοληπτών υπό στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας παραπάνω οικοδομής, επιφανείας 80.50 τμ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 165/1000 εξ αδιαιρέτου, πραγματικής αξίας κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας 290.000 δραχμών και Β) με το υπ’ αριθμ....13-6-1975 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε προίκα σύμφωνα με τις ίδιες παραπάνω διατάξεις υπέρ της εναγομένης θυγατέρας του Α.
Μ. και προς το σύζυγο αυτής Ε. Μ., αποτελουμένη από 1) το παραπάνω υπό στοιχεία Α-2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής, επιφανείας 55 τμ. αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια κουζίνα και λουτρό, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 85/1000 εξ αδιαιρέτου και πρόσοψη επί της οδού ..., πραγματικής αξίας κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας, ενόψει της θέσης, της επιφάνειάς του και του ποσοστού συνιδιοκτησίας που έχει στο οικόπεδο 620.000 δραχμές και 2) το ανεγερθησόμενο με φροντίδα και δαπάνες των προικοληπτών υπό στοιχεία Β-2 διαμέρισμα του δεύτερου επάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας πιο πάνω οικοδομής, επιφανείας 80,50 τμ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 165/1000 εξ αδιαιρέτου πραγματικής αξίας κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας 270.000 δραχμών. Η ενάγουσα Α. Ν. και η εναγομένη Α. Μ., σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, έχουν υποχρέωση συνεισφοράς των προαναφερομένων παροχών (προικών) στην κληρονομία του αποβιώσαντα πατέρα τους.
Η αξία των συνεισενεκτέων παροχών που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της πλασματικής κληρονομίας, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.870.000 δραχμών (690.000+290.000+620.000+270.000). Με όλα τα παραπάνω δεδομένα η εξ αδιαθέτου μερίδα της ενάγουσας επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της υπολογίζεται ως εξής:Κατά τα προαναφερόμενα η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 2.730.000 δραχμών, από το οποίο αφαιρείται η εξ αδιαθέτου μερίδα της εναγομένης συζύγου της κληρονομουμένης Μ.
Τ. ήτοι το ποσό των 682.500 δραχμών (2.730.000Χ1/4=682.500) και απομένει υπόλοιπο 2.047.500 δραχμών (2.730.000-682.500) ίσον 2.047.500 που αποτελεί την αξία της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας. Στο υπόλοιπο αυτό ποσό προστίθενται οι παραπάνω συνεισενεκτέες παροχές δηλαδή το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 1.870.000 δραχμών και έτσι η αξία της πλασματικής ομάδας της κληρονομίας, για την ανεύρεση της εξ αδιαθέτου μερίδας των διαδίκων κατιόντων κληρονόμων, ανέρχεται στο ποσό των 3.917.500 δραχμών (2.047.000+1.870.000=3.917.500).
Το ποσό αυτό, διαιρούμενο δια του αριθμού των τέκνων δηλαδή δια του 4, δίνει το ποσό των 979.375 δραχμών (3.917.500:4=979.375) που αποτελεί την εξ αδιαθέτου μερίδα κάθε τέκνου, επομένως και της ενάγουσας. Σύμφωνα, όμως, με τα παραπάνω η αξία της εν ζωή του κληρονομουμένου προς την ενάγουσα προίκας ανέρχεται σε 980.000 δραχμές (690.000-290.000) ήτοι είναι μεγαλύτερη του κληρονομικού της μερίδιου (980.000>979.375).
Συνεπώς, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της έχει υπερκαλυφθεί με την προαναφερθείσα προίκα και δεν δικαιούται αυτή να λάβει κληρονομικό μερίδιο από την πραγματική κληρονομία κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση συνεισφοράς που παραδεκτά προέβαλε ο εναγόμενος Χ.
Τ. πρωτοδίκως. Με βάσει τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ουδέν κληρονομικό δικαίωμα άρα και δικαίωμα συγκυριότητας απέκτησε επί των κληρονομιαίων ακινήτων και ως εκ τούτου απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 5-2-1991 αγωγή της με την οποία ζήτησε την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της Κ.
Τ., τη δικαστική διανομή των κληρονομιαίων αυτών ακινήτων και την απόδοση του αναλόγου με την κληρονομική της μερίδα οφέλους που απεκόμισαν οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτη των εναγομένων από την αποκλειστική εκμετάλλευση του κληρονομιαίου ακινήτου. Στη συνέχεια απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1831, 1832, 1833, 1834, 1895, 1899 και 1900 ΑΚ όπως το άρθρο 1895 ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το ν. 1329/1983 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση κατ’ άρθρο 88 νόμου αυτού ενόψει του χρόνου των συνεισενεκτέων παροχών τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο με την ως άνω κρίση του, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφασκουσες αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση συνεισφοράς της αναφερομένης συνεισενεκτέας παροχής (προίκας) στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα της και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.15 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος του όπως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Η αιτίαση που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε ότι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου που έλαβε η αναιρεσείουσα ως προίκα ήταν πλήρως αποπερατωμένη, αντί να δεχθεί ότι το διαμέρισμα βρισκόταν στο στάδιο ρίψεως μπετόν όπως κατέθεσε η μάρτυρας που εξετάσθηκε με την επιμέλειά της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι με αυτή πλήττεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ,1 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται κατά τα λοιπά στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθμούς, 1 και 19 άρθρου 55 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ, διότι ουδεμία αιτιολογία διέλαβε ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί παραιτήσεως των αναιρεσιβλήτων το δικαίωμα να αξιώσουν τη συνεισφορά και τον καταλογισμό της συνεισακτέας ένδικης παροχής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμό περί παραιτήσεως όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται ενώπιων του Εφετείου.
Επειδή, κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεων των πραγματικών γεγονότων τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης σχέσης, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενου από το άρθρο 438 και 440 ΚΠολΔ κατά του περιεχομένου εγγράφου που έχει συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, επιτρέπεται ανταπόδειξη μόνον με προσβολή αυτού ως πλαστών μόνον για όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιων του εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση ενώ όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, την αλήθεια των οικείων φακέλων, να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της οποίας επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Εξάλλου, τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 ΚΠολΔ για τη σύσταση ήτοι βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών. Επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.13 ΚΠολΔ, εσφαλμένα εφάρμοσαν τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης με το να διατάξει αποδείξεις για την αξία των προικώων ακινήτων εφόσον από τα προικοσυμβόλαια προέκυψε η αξία των συνεισενεκτέων παροχών τα οποία ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι πάντων, ως προς την αξία την αναφερομένη στα συμβόλαια ανά αξία των επιδίκων ακινήτων.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, από τον αριθμό 12 και όχι 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη σύμφωνα με τα άρθρα 438, 439 και 441 ΚΠολΔ και επομένως ορθώς διατάχθηκαν αποδείξεις και δια μαρτύρων για την αξία αυτών.
Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 20-9-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1014/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1014/2012 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ