Legislator Case Law & Legislation
943/2007 AI generated

Supreme Court allows partial retrial of construction contract dispute regarding utility connection payments and interest.

Case Number 943/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece ordered a partial retrial of the 7023/2005 appellate decision regarding a construction contract dispute between a developer and a pension fund. The court found the lower court failed to properly evaluate evidence concerning payments made to public utility organizations and the validity of subsequent board resolutions. Consequently, the judgment was reversed on specific points while the case was remitted to a newly constituted Athens Court of Appeal for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order a partial retrial when the lower court fails to evaluate relevant evidence or ignores documents legally presented, necessitating a new assessment of disputed facts.

Keywords

AI generated
partial retrial construction contract utility payments appellate review evidence evaluation remittitur civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 943 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 943/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΟΥΖΑΛΑΣ-ΡΕΤΖΕΠΟΓΛΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.

Του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ (ΤΑΠ ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ευδοκία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5776/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7023//2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η μεν αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη με την 3-11-2005 αίτησή της, το δε αναιρεσίβλητο- αναιρεσείων με την από 2-11-2005 αίτησή του καθώς και τους από 30-5-2006 πρόσθετους λόγους του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 19-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Ταμείου και να αναιρεθεί η απόφαση (μόνον) κατά τη διάταξη της με την οποία αναγνωρίζεται ότι το Ταμείο οφείλει στην αναιρεσίβλητη εταιρία τόκο επί του κεφαλαίου των 53.260 ευρώ για χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως προς αυτό της σχετικής αγωγής, και 2)Να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Kατά τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως η ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (30/10/2006), συζητήθηκαν και οι εξής αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 3/11/2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΟΥΖΑΛΑΣ-ΡΕΤΖΕΠΟΓΛΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" και β) η από 2/11/2005 αίτηση και το από 30/5/2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ (ΤΑΠΟΤΕ) για αναίρεση της ίδιας 7023/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Με την από 4/10/2001 αγωγή της η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΠΟΥΖΑΛΑΣ - ΡΕΤΖΕΠΟΓΛΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" ιστορούσε τα ακόλουθα: Κατά το έτος 1995, και ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό, στον οποίο αυτή αναδείχθηκε μειοδότης, πώλησε στο ήδη αντίδικό της Ταμείο, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ένα οικόπεδό της εμβαδού 3.326 τ.μ., ευρισκόμενο στον δήμο Αμαρουσίου Αττικής, μαζί με το επ' αυτού υπό κατασκευήν κτίριο γραφείων, το οποίο η ίδια ανέλαβε να ολοκληρώσει και να το παραδώσει έτοιμο για χρήση.

Το κτίσμα, κατά την συμφωνία τους, έπρεπε να παραδοθεί μέχρι της 2-1-1999 και, σε περίπτωση υπερημερίας της πωλητρίας - ενάγουσας, είχε προβλεφθεί η κατάπτωση εις βάρος της ποινικών ρητρών. Η ενάγουσα αποπεράτωσε το κτίριο και κάλεσε το εναγόμενο Ταμείο να το παραλάβει την 10-12-1999, αλλά εκείνο - επικαλούμενο κατασκευαστικά ελαττώματα και ελλείψεις - αρνήθηκε.

΄Ετσι το Ταμείο περιήλθε σε υπερημερία, παρέλαβε δε το κτίριο αργότερα, και δη "προσωρινώς" την 12-4-2000, οριστικώς δε την 23-11-2000. Εναντι του συμφωνημένου συνολικού τιμήματος (στο οποίο περιλαμβανόταν και η αμοιβή για την κατασκευή του κτιρίου) εκ 2.137.972.343 δραχμών, το εναγόμενο κατέβαλε στην ενάγουσα 2.018.580.654 δρχ., παρεκράτησε δε το υπόλοιπο ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, θεωρώντας ότι αυτή κατέστη υπερήμερη περί την εκπλήρωση της παροχής που την βάρυνε από της 2-1-1999 (συμφωνημένου χρόνου παράδοσης του κτιρίου).

Τούτο όμως δεν ήταν βάσιμο διότι η σχετική καθυστέρηση οφειλόταν μερικώς μεν σε γεγονότα ανωτέρας βίας μερικώς δε σε υπαιτιότητα του εναγομένου. Ζητούσε δε στη συνέχεια η ενάγουσα - πλην άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης: (A) Να της επιδικασθεί το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος εξ 119.391.689 δρχ.

με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της 10-12-1999, άλλως από της 12-4-2000, άλλως από της 23-11-2000. (Β) Να αναγνωρισθεί ότι της οφείλεται από το εναγόμενο: (1) ποσό 101.942.058 δρχ. ως τόκος υπερημερίας του ποσού των 510.129.574 δρχ. το οποίο αποτελούσε μέρος του τιμήματος, που, ενώ ήταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό την 10-12-1999, της κατεβλήθη τελικώς την 23-2-2001. (2) ποσό 18.148.370 δρχ.

νομιμοτόκως από 10-12-1999, το οποίο η ενάγουσα είχε καταβάλει για τη σύνδεση του κτιρίου με τους Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας και το οποίο κατά τη σύμβαση ώφειλε το εναγόμενο να της αποδώσει. (3) ποσό 259.906.306 δρχ. (νομιμοτόκως), για συμφωνημένη ανά τρίμηνο αναθεώρηση του τιμήματος. Η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοβαθμίως για έλλειψη δικαιοδοσίας, εξετάσθηκε δε κατ' ουσίαν από το Εφετείο και έγινε μερικώς δεκτή με την προσβαλλόμενη 7023/2005 απόφαση αυτού.

Συγκεκριμένα το Εφετείο: (α) Εκρινε ότι το ένδικο κτίσμα προσφέρθηκε προσηκόντως από την ενάγουσα και παρελήφθη από το εναγόμενο την 13-4-2000, οπότε το τελευταίο ώφειλε να καταβάλει το οφειλόμενο τότε υπόλοιπο του τιμήματος. (β) Θεώρησε το εναγόμενο Ταμείο υπερήμερο περί την καταβολή του (υπολοίπου) τιμήματος από την ρηθείσα ημερομηνία. (γ) Εκρινε ότι η ενάγουσα (πωλήτρια) καθυστέρησε δικαιολογημένα (ήτοι λόγω ανωτέρας βίας και λόγω υπαιτιότητας του εναγομένου) την ολοκλήρωση και παράδοση του κτιρίου για 7 μήνες και 10 ημέρες και, επομένως, υπήρξε υπερημερία περί την εκπλήρωση της παροχής της από της 13-8-1999 μέχρι της 13-4-2000. (δ) Δέχθηκε μερικώς το πρώτο αίτημα (που αφορούσε το μη καταβληθέν μέρος του τιμήματος) και επιδίκασε στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ 50.992.470 δραχμών "με τον νόμιμο τόκο από της παραλαβής του κτιρίου στις 13-4-2000". (ε) Αναγνώρισε, ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα (1) ποσό 77.589 ευρώ "για νόμιμους τόκους προς 6% που ισχύουν για το Δημόσιο (σελ. 35 του συμβολαίου πώλησης) επί του ποσού των 510.129.574 δρχ.

από της παραλαβής του κτιρίου στις 13-4-2000 κατά την οποία ήταν καταβλητέα μέχρι την καταβολή του στις 23-2-2001" (2) το ισάξιο σε ευρώ 18.148.370 δρχ. "με τον νόμιμο τόκο από 13-4-2000". (στ) Απέρριψε το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση οφειλής ποσού των 259.906.306 δρχ. λόγω "αναθεώρησης του τιμήματος ανά τρίμηνο". Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου παραπονούνται ήδη και τα δύο διάδικα μέρη, με τις προαναφερόμενες αντίθετες αναιρέσεις τους.

Α) Επί της από 3/11/2005 αναιρέσεως της εταιρείας "ΜΠΟΥΖΑΛΑΣ-ΡΕΤΖΕΠΟΓΛΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ". Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, η ενάγουσα (πωλήτρια) εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, και δη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 513, 516, 288 και 343 ΑΚ, διότι δεν δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ταμείο περιήλθε σε υπερημερία (οφειλέτου) περί την παραλαβή του πωληθέντος πράγματος (κτιρίου) την 10-12-1999, οπότε αυτή του το προσέφερε και εκείνο ώφειλε να το παραλάβει (ανεξαρτήτως αν είχε ελαττώματα και ελλείψεις).

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το ουσιαστικό δικαστήριο δεν ήχθη στην ρηθείσα παραδοχή με βάση ερμηνεία (των ως άνω ή άλλων) νομικών διατάξεων, αλλά λόγω εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αφού έκρινε ότι το κτίριο δεν είχε ολοκληρωθεί προ της 12-4-2000 και ότι η γενομένη από την ενάγουσα "προσφορά" αυτού στο εναγόμενο δεν ήταν προσήκουσα.

Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς: "Η ενάγουσα παρέδωσε και το εναγόμενο παρέλαβε το κτίριο που αποτελούσε αντικείμενο της πώλησης στις 13-4-2000. Η παράδοση αυτή ήταν η προσήκουσα και η ενάγουσα εκπλήρωσε έκτοτε τη συμβατική της υποχρέωση να παραδώσει το κτίριο αποπερατωμένο και κατάλληλο για χρήση κατά τον προορισμό του.

Η ύπαρξη κακοτεχνιών και ελλείψεων που δεν εμπόδιζαν τη γενικότερη χρήση του κτιρίου δεν καθιστούσε μη προσήκουσα την παράδοση του πράγματος, αλλά παρείχε στον εναγόμενο αγοραστή τις αξιώσεις των άρθρων 534 επ. του ΑΚ" ... "Παραλαβή (δε) του κτιρίου σε προγενέστερο (της 13-4-2000) χρόνο δεν ήταν δυνατή διότι τα συνεργεία δεν είχαν απομακρυνθεί από το κτίριο και συνέχιζαν τις εργασίες".

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566, παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εταιρία, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής της υποστηρίζει ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το αίτημά της για "αναθεώρηση των συμβατικών τιμών του επίδικου έργου" παρεβίασε "τις διατάξεις των άρθρων 388, 343 παρ. 1 ΑΚ, καθώς επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 10 και 27 του Ν. 1418/84 και του άρθρου 41 ΠΔ 609/85... ".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως λόγω της αοριστίας του, αφού δεν είναι σαφές αν στηρίζεται σε παραβίαση της Νομοθεσίας περί δημοσίων έργων (οπότε θα ήταν νομικά αβάσιμος, αφού η ένδικη διαφορά δεν προέρχεται από εκτέλεση δημοσίου έργου), ή αν στηρίζεται στη ρύθμιση του άρθρου 388 ΑΚ, οι προϋποθέσεις του οποίου (απρόοπτη και μη προβλέψιμη μεταβολή των συνθηκών και υπέρμετρα επαχθής χαρακτήρας της παροχής σε σύγκριση με την αντιπαροχή) ουδόλως αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.

Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", ανάλογη με το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικος νόμων, περί δικών του Δημοσίου (ΒΔ της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, εισάγει συνταγματικώς επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στα οποία ανήκει και το εναγόμενο Ταμείο (Ολ.

ΑΠ 3/2006, Ελλ. Δικ. 2006). Ενόψει αυτού είναι νομικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης της ενάγουσας, με τον οποίον αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα σχετικώς με το ποσοστό του τόκου (6%) που της επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη από 3/11/2005 αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της.

Β) Επί της από 2/11/2005 αιτήσεως και του από 30/5/2006 δικογράφου προσθέτων λόγων του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ (ΤΑΠ ΟΤΕ). Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου του εναγομένου Ταμείου, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 υποχρεώνοντάς το να καταβάλει στην αντίδικό του εταιρία τόκους επί του χρηματικού ποσού των 149.647 ευρώ και αναγνωρίζοντας επίσης ότι της οφείλει τόκους επί του ποσού των 510.129.574 δραχμών για χρονικό διάστημα προηγούμενο της επιδόσεως προς αυτό της σχετικής αγωγής.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι τα χρηματικά ποσά στα οποία αυτοί αναφέρονται αποτελούν μέρος του συμφωνημένου τιμήματος, θεωρήθηκαν δε τοκοφόρα με βάση σχετικό συμβατικό όρο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του , ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου του, το εναγόμενο Ταμείο αποδίδει στο Εφετείο την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψιν του τρία ουσιώδη έγγραφα, τα οποία αυτό είχε νομίμως προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και από τα οποία - κατά τους ισχυρισμούς του - αποδεικνυόταν ότι είχε αποδώσει στην αντίδικό του (πωλήτρια) εταιρία το οφειλόμενο ποσό των 18.148.370 δραχμών (ισάξιο 53.260 ευρώ), που, παρά ταύτα υποχρεώθηκε να καταβάλει εκ νέου σ' αυτήν.

Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως έχει κατά λέξιν ως εξής: "Είναι απολύτως βέβαιο, ότι (το Εφετείο) δεν έλαβε υπόψη: 1. Το με αριθμό, ... πρακτικό (απόφαση) του Διοικητικού μου Συμβουλίου από το οποίο προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, αποφάσισα: Α) Την καταβολή στην αντίδικο του υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος ποσού δρχ. 629.521.263 με ταυτόχρονη υπογραφή συμβολαιογραφικής πράξης εξοφλήσεως με τις οριζόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις.

Β) Την επιστροφή του ποσού των 18.148.370 δρχ. που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη για τη σύνδεση των εγκαταστάσεων του κτιρίου με τα δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, αφού προηγουμένως προσκομισθούν τα πρωτότυπα δικαιολογητικά δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 8 της Διακήρυξης. Γ) Την αφαίρεση του ποσού των 11.599.669 δρχ.

από το παραπάνω υπόλοιπο οφειλόμενου τιμήματος που αφορούσε την κατανάλωση της ΔΕΗ με το ΦΠΑ και τους τόκους υπερημερίας (μέχρι 23-11-2000). Δ) Την παρακράτηση από το παραπάνω οφειλόμενο τίμημα των ποινικών ρητρών, ποσού δρχ. 125.935.390, που επιβλήθηκαν στην αναιρεσίβλητη, λόγω καθυστέρησης της παράδοσης του κτιρίου αντί της 2-1-1999 στις 23-11-2000.

2. Τα με αριθμ. .... και .... χρηματικά μου εντάλματα ποσού 127.532.394 δρχ. και 382.597.180 δρχ. αντίστοιχα (συνολικού ποσού 510.129.574 δρχ.) τα οποία και σύμφωνα με το περιεχόμενό τους (αιτιολογία τους) εκδόθηκαν σε εκτέλεση της πιο πάνω με αριθμ. .... απόφασης του Διοικητικού μου Συμβουλίου και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κορομπέλη-Χάλαρη και αφορούσαν την καταβολή στην αναιρεσίβλητη των υπολοίπων ποσών, που αντιστοιχούσαν σε εξόφληση των εκτελεσθεισών εργασιών με βάση την τελική 15η Πιστοποίηση, και 3) Την με αριθμ. ....

Συμβολαιογραφική Πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κορομπέλη-Χάλαρη, από την οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε από εμένα το πιο πάνω ποσό των 510.129.574 δρχ, το οποίο αποτελούσε την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συνολικού τιμήματος των δρχ. 2.148.700.000.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω με αρ. 1,2,3 αποδεικτικών μου εγγράφων, τα οποία προσεκόμισα και επικαλέσθηκα νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο δευτεροβάθμιο, (σελίδες 124 και 125, κεφάλαιο 3.10, σελίδα 128, κεφάλαιο 3.13 των πρωτόδικων καθώς και των εφετειακών προτάσεών μου) αποδεικνύεται περίτρανα ότι εγώ είχα καταβάλει (επιστρέψει) στην αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της πιο πάνω με αριθμό ....

αποφάσεως του Διοικητικού μου Συμβουλίου, το ποσό των 18.148.370 δρχ, το οποίο είχε καταβάλει αυτή αρχικά και αφορούσε, όπως προείπα, τη δαπάνη σύνδεσης των εγκαταστάσεων του κτιρίου μου με τα δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας. Έτσι, κάνοντας αναλυτικά τους υπολογισμούς (προσθαφαιρέσεις) των ποσών, όπως αυτά αναφέρονται στην πιο πάνω απόφαση του Διοικητικού μου Συμβουλίου, αποδεικνύεται ότι το ποσό των 18.148.370 δρχ.

έχει συμπεριληφθεί στο εξοφληθέν, με την προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης, ποσό του υπολειπόμενου τιμήματος. Συγκεκριμένα καταβλητέο: Καταβλητέο: 629.521.263 + 18.148.370 για Ο.Κ.Ω.

Σύνολο: 647.669.633

Αφαιρούνται: -11.599.669 ΔΕΗ -125.935.390 ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ Σύνολο: 137.535.059

Ήτοι: 647.669.633 -137.636.059

Σύνολο: 510.134.547

Επί του θέματος αυτού, το ουσιαστικό δικαστήριο δέχθηκε μεν ως αποδεδειγμένο ότι "η πωλήτρια κατέβαλε για τη σύνδεση του κτιρίου με τους Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας το ποσό των 18.148.370 δρχ. το οποίο κατά τη σύμβαση, βαρύνει το εναγόμενο και αποδίδεται από αυτό κατά την παραλαβή του κτιρίου" καθώς και ότι το "το ΔΣ του εναγομένου, με το ....

πρακτικό του αναγνώρισε την οφειλή του αυτή και αποφάσισε την επιστροφή του ποσού.....στην κατασκευάστρια, αφού προσκομισθούν απ' αυτήν τα πρωτότυπα δικαιολογητικά των δαπανών", έκρινε δε αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του Ταμείου ότι η σχετική απόφαση υλοποιήθηκε δηλαδή ότι και όντως πραγματοποιήθηκε η αποφασισθείσα καταβολή.

Για να καταλήξει, όμως, στο πόρισμα του αυτό το Εφετείο, καταλείπονται αμφιβολίες αν (πέραν της ανωτέρω αποφάσεως του ΔΣ του εναγομένου Ταμείου) έλαβε υπόψιν του και συνεξετίμησε τα ρηθέντα (υπ' αριθμ. 2 και 3) μεταγενέστερα της αποφάσεως έγγραφα, των οποίων - όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεως του Ταμείου στο Εφετείο - είχε γίνει νόμιμη επίκληση στο ουσιαστικό δικαστήριο.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως του Ταμείου είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το οικείο κεφάλαιο αυτής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠοΛΔ).

Κατόπιν αυτού δε παρέλκει να εξετασθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου του Ταμείου, ο οποίος αναφέρεται στην τοκοφορία του επίμαχου ποσού των 18.148.370 δραχμών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 3/11/2005 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΟΥΖΑΛΑΣ-ΡΕΤΖΕΠΟΓΛΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" για αναίρεση της 7023/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) την από 2/11/2005 αίτηση και το από 30/5/2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ (ΤΑΠ ΟΤΕ) για αναίρεση της ίδιας παραπάνω απόφασης.

Απορρίπτει την από 3/11/2005 αίτηση αναιρέσεως και ότι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό.

Δέχεται κατά τα λοιπά την από 2/11/2005 αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί μερικώς, κατά το σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 7023/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση του αναιρεθέντος μέρους της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την εταιρία "ΜΠΟΥΖΑΛΑΣ - ΡΕΤΖΕΠΟΓΛΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" στη δικαστική δαπάνη του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ", την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ