Legislator Case Law & Legislation
942/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute settlement, ruling mutual concessions were absent due to legal uncertainty.

Case Number 942/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute settlement. The Court found that while the First Instance erred in accepting the settlement, the Second Instance correctly rejected the appeal based on the absence of mutual concessions. Consequently, the Supreme Court annulled the Second Instance decision and remitted the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 871 A.C.; Art. 174, 180 A.C.; When a dispute arising from mandatory labor law provisions is settled by a written agreement, it is valid only if both parties make mutual concessions, particularly when legal uncertainty exists regarding the substantive rights involved.

Keywords

AI generated
labor dispute settlement mutual concessions requirement legal uncertainty mandatory labor law appeal annulment remittal for retrial civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 871 A.C.
ac
Art. 174 A.C.
ac
Art. 180 A.C.
ac
Art. 679 A.C.
ac
Art. 933 K.P.D.
Art. 559 No. 1 K.P.D.
Art. 176 K.P.D.
Art. 183 K.P.D.
Art. 191 No. 2 K.P.D.
Art. 580 No. 3 K.P.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 942 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 942/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γεώργιο Δημάκη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΩΗΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βυτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Στραβόλαιμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-6-2012 και 6-3-2015 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι 7160/2014 και 5459/2015 οριστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων αφού συνεκδικάσθηκαν αυτές, η 5429/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ (με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).

Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.

Δ/τος 4020/1959, 2 και 5 Ν.3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 72/2016, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015, ΑΠ 803/2014, ΑΠ 376/2012).

Κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους (ΑΠ 937/2006). Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό.

Επομένως δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με τη προβολή της γνήσιας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 569/2019, 669/2016, 990/2007).

2. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου.

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ....". Κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η υπ' αριθμό Φ. 80000/30226/1366/14.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 27)f με την οποία το νπδδ με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας", μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και συνεχίσθηκε η δραστηριότητά του, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζομένους σε αυτό.

Περαιτέρω, στο άρθρο 57 τουΝ.2084/1992 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992" ορίζονται τα εξής: "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: ...Αγροτικής ... που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.

Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2)... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επί πλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης....".Οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 57 παρ.3 ν.2084/1992,κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω ταμείου, κρίθηκε αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22παρ.5 του Συντάγματος με τη 5/2007 απόφαση του ΑΕΔ .Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ, 299/2019, 1420/2013).

3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ" με την από 21.6.2012 με αρ. καταθ. 8300/2012 ανακοπή του εξέθεσε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 8151/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσόν των 22.508,10 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση απορρέουσα από διαφορά εφάπαξ αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης επιδικασθείσα με την τελεσίδικη απόφαση 11894/2004 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ότι είναι άκυρη η διαταγή πληρωμής καθόσον δεν υφίσταται αξίωση του καθ' ου η ανακοπή λόγω παραίτησης απ' αυτή και για λόγους που ανάγονται στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η δε επιταγή προς πληρωμή είναι ανακριβής λόγω εσφαλμένου υπολογισμού. Ζήτησε δε να ακυρωθούν η διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς εκτέλεση.

Επ'αυτής εκδόθηκε η 7160/2014 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, με την οποία απορρίφτηκε η ανακοπή. Ακολούθως, το ίδιο ως άνω ανακόπτον, με την από 6.3.2015 με αρ. καταθ. 3332/2015 ανακοπή εξέθεσε ότι δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής ο καθ' ου η ανακοπή προέβη σε κατάσχεση σε χείρας τρίτου (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ), ότι δεν υπάρχει απαίτηση καθόσον έχει αποσβεσθεί με συμβιβασμό και ότι καταχρηστικά ο καθ' ου επισπεύδει την εκτέλεση, γνωρίζοντας την έλλειψη της κυρίας απαίτησης.

Ζήτησε δε να ακυρωθεί το, από 26.2.2015, κατασχετήριο για τους προαναφερθέντες λόγους. Επ'αυτής εκδόθηκε η 5459/2015 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η κατάσχεση που επιβλήθηκε με το ως άνω κατασχετήριο. Τις παραπάνω αποφάσεις προσέβαλαν οι διάδικοι, ήτοι: α) την υπ' αριθμ. 7160/2014 οριστική απόφαση, το ανακόπτον ΝΠΙΔ επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", με την από 3 Μαρτίου 2015 (αριθ.

κατ. δικ. 1409/2015) έφεσή του και β) την υπ' αριθμ. 5459/2015 οριστική απόφαση, ο καθ' ου η ανακοπή Κ. Β., με την από 1 Οκτωβρίου 2016 (αριθ. κατ. δικ. 5715/2015) έφεσή του. Το Μον. Εφετ. Αθηνών συνεκδίκασε τις παραπάνω εφέσεις και επ' αυτών εκδόθηκε η 5429/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία 1) απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 3.3.2015 με αριθ καταθ. 1409/2015 έφεση του ΝΠΙΔ "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", 2) έγινε κατ' ουσία δεκτή η από 1.10.2015 με αριθ.

καταθ. 5715/2015 έφεση του Κ. Β., εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη 5459/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάστηκε η από 6.3.2015 με αρ. καταθ. 3332/2015 ανακοπή, απορρίφτηκε η παραπάνω ανακοπή κατ' ουσία, και επικυρώθηκε το από 26.2.2015 κατασχετήριο σε χείρας τρίτου του καθ' ου και η από 19.2.2015 επιταγή προς πληρωμή, που εκδόθησαν συνεπεία της υπ' αριθμ. 8151/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 4.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του σε σχέση με τον ερευνώμενο πρώτο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: Ότι ο Κ. Β. είναι πρώην υπάλληλος της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ο οποίος αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης στις 13.2.2001 με τον βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ το ανακόπτον ΝΠΙΔ είναι καθολικός διάδοχος του ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΤΕ, το οποίο βάσει των διατάξεων 34-36 του καταστατικού χορηγεί ποσό κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (συνταξιοδότηση).

Ότι με τη τελεσίδικη απόφαση 11894/2004 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι ο παραπάνω δικαιούται ως διαφορά εφάπαξ βοηθήματος το ποσό των 48.698,84 ευρώ, καθόσον αντί του δικαιούμενου 89.487,27 ευρώ καταβλήθηκε από το καθ' ου το ποσό των 40.788.43 ευρώ. Ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του καθ' ου, με την υπ' αριθμ. 6/16.11.2004 απόφασή του αποφάσισε να καταβάλει συμπληρωματικό βοήθημα για τους συνταξιοδοτηθέντες κατά το διάστημα 1.1.1993 έως 8.2.2004 ενόψει των υφισταμένων τότε δικαστικών διενέξεων πολλών υπαλλήλων με το εν λόγω Ταμείο, καθόσον με το άρθρο 57 Ν. 2084/1992 είχε τεθεί περιορισμός ως προς το ύψος αυτού (πλαφόν).

Έθεσε δε ως προϋπόθεση για τη λήψη του συμπληρωματικού ποσού την έγγραφη παραίτηση του συνταξιοδοτηθέντος από τη διεκδίκηση οιουδήποτε άλλου ποσού γι' αυτή την αιτία. Ότι ο καθ' ου υπέγραψε τη σχετική δήλωση παραίτησης την 12.1.2005 και έλαβε το ποσό των 29.816,32 ευρώ την 15.3.2005. Ότι ο προβαλλόμενος με λόγο έφεσης ισχυρισμός ότι ο καθ' ου παραιτήθηκε από την επίδικη αξίωσή του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον το δικαίωμα του καθ' ου να λάβει το εφάπαξ βοήθημα από το εκκαλούν είναι δημόσιας τάξης προστατευόμενο από αναγκαστικού δικαίου συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) εξαιρούμενο από την ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξώδικου συμβιβασμού.

Ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι είναι έγκυρος ο συμβιβασμός λόγω του ότι οι διάδικοι επέλυσαν τη διαφορά τους με αμοιβαίες υποχωρήσεις, ενώ αμφισβητείτο η νομιμότητα του επιδίκου δικαιώματος τους, διότι με το να σπεύσει το εκκαλούν, ενώ εκκρεμούσαν ένδικα βοηθήματα σχετικά με την αμφισβήτηση της νομιμότητας του άρθρου 57 Ν. 2087/1992, να επιλύσει εξώδικα τις σχετικές διαφορές με τους ασφαλισμένους του, καταβάλλοντος μέρος των αξιουμένων ποσών, ώστε να απαλλαγεί από την καταβολή του υπολοίπου, και δεδομένου ότι οι ενάγοντες είναι ασθενέστερο μέρος στερούμενοι οικονομικών μέσων για τη διεξαγωγή δικαστικών αγώνων και νομικών γνώσεων ως προς τις νομικές συνέπειες των δηλώσεών τους και έχοντας άμεση ανάγκη των δικαιούμενων παροχών, κρίνεται ότι η θυσία του ενάγοντος είναι μεγαλύτερη κατά δυσανάλογο μέρος με την αντίστοιχη υποχώρηση του εκκαλούντος, διότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/ 1920, 2, 5 παρ. 3 Ν. 3 198/1955.

Ότι σε κάθε περίπτωση τα ποσά που έχει καταβάλλει συμπληρωματικά το εκκαλούν καταλογίζονται στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, ώστε να οφείλεται το υπόλοιπο, με συνέπεια να μην υφίσταται ζημία, σε αντίθεση με τον καθ' ου, ο οποίος θα απολέσει τη δυνατότητα να λάβει ολόκληρη την παροχή που δικαιούται και του παρακρατήθηκε αυθαίρετα από το εκκαλούν βάσει νόμου, κριθέντος αντισυνταγματικού, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού.

Ότι εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η ένδικη απαίτηση του καθ' ου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξώδικου συμβιβασμού ως προστατευόμενη από διατάξεις δημόσιας τάξης και δεν εχώρησε έγκυρη απόσβεσή της δια συμβιβασμού, δεν αποδυναμώθηκε το σχετικό δικαίωμα, απορριπτομένης της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που προβάλλει με λόγο έφεσης το εκκαλούν ΝΠΙΔ.

Ότι κατόπιν των παραπάνω η υπ' αριθμ. 8151/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα βάσει της προαναφερθείσας 11894/2004 τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η επιταγή προς εκτέλεση αυτής και το από 26. 2.2015 κατασχετήριο σε χείρας τρίτου (ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ) με την από 19.2.2011 επιταγή πληρωμής είναι έγκυρες και νόμιμες και πρέπει να επικυρωθούν.

Ακολούθως κρίθηκε από το Εφετείο, ότι η εκκαλουμένη 2160/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τις ανακοπές των άρθρων 633 § 2 και 933 § 2 και επικύρωσε την κρινόμενη διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς εκτέλεση, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε ορθά το αποδεικτικό υλικό. Αντίθετα, η εκκαλουμένη 5459/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και ακύρωσε την κατάσχεση που επιβλήθηκε εις χείρας τρίτου δυνάμει του, από 26.2.2015, κατασχετηρίου και την από 19.2.2015 επιταγή πληρωμής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Ακολούθως, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Ταμείου ως κατ'ουσία αβάσιμη, την δε έφεση του καθ' ου η ανακοπή έκανε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 5459/2015 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, ερεύνησε κατ' ουσία την δεύτερη ανακοπή του Ταμείου, την απέρριψε ως αβάσιμη και επικύρωσε την κατάσχεση εις χείρας τρίτου μαζί με την επιταγή προς πληρωμή.

5. Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναφέρονται στις σκέψεις με αριθμό 1 και 2, καθόσον επιτρέπεται η επίλυση της αξιώσεως του καθού η ανακοπή- αναιρεσίβλητου, που πηγάζει από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, με εξώδικο συμβιβασμό, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι α) σε εκτέλεση της 6/16/11/2004 αποφάσεως του Δ.Σ. του εναγόμενου Ταμείου καταβλήθηκε στον ενάγοντα συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, δηλαδή μεγαλύτερο απ' αυτό που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και ο ενάγων παραιτήθηκε της αξιώσεώς του για διεκδίκηση της διαφοράς και β) κατά το χρόνο του εξώδικου συμβιβασμού, κατά το μέρος που αφορά τις εφέσεις των διαδίκων κατά της 5459/2015 απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα σχετικά με τις νομικές προϋποθέσεις της αξιώσεως του καθού η ανακοπή, καθόσον οι παρόμοιες υποθέσεις άλλων πρώην συναδέλφων του δεν είχαν επιλυθεί κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους, αφού οι σχετικές αποφάσεις του ΑΕΔ (3, 4 και 5/2007) που έκριναν ανίσχυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 δημοσιεύθηκαν το έτος 2007.

Συνεπώς, ο πρώτος από τους λόγους της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5429/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ