Legislator Case Law & Legislation
942/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, citing procedural errors and contradictory reasoning in traffic accident case.

Case Number 942/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a traffic accident judgment, ruling that the lower court's evidence assessment was flawed. The appellant argued for liability based on the driver's failure to brake, while the court found the accident occurred after the driver had already crossed the intersection. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning contradicted its own findings regarding the accident timeline and the existence of stationary obstacles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory reasoning or procedural errors is inadmissible if the lower court's decision explicitly contradicts its own findings regarding the facts of the case.

Keywords

AI generated
tort liability traffic accident contradictory reasoning procedural error evidence assessment appeal dismissal stationary obstacles

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189, paragraph 1 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, item e of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 942 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 942/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: R. (Ρ.) K. (Κ.) του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κοντό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Χ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 414/2011 μη οριστική, 252/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 16-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου μέρους και την απόρριψη του δευτέρου μέρους του μοναδικού λόγου της από 24-6-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. …2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 180/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/ 2011).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του κοινού δικαίου και συνεπώς και η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003 και ΑΠ 1702/2001).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 5-11-2008 και περί ώρα 23.55 περίπου ο ενάγων οδηγώντας την άνευ πινακίδων δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας Γ.

Π., εκινείτο στην πόλη της Πάτρας επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ..., προσεγγίζοντας την διασταύρωση αυτής (...) με την κάθετη οδό .... Η οδός ... είναι ευθεία (οριζόντια), μονής κατευθύνσεως και με πλάτος οδοστρώματος 6,20 μέτρα. Η οδός ... είναι ευθεία με ανωφέρεια μικρής κλίσης, μονής κατευθύνσεως και με πλάτος οδοστρώματος 5,10 μέτρα.

Κατά τον ως άνω χρόνο και στις δύο παραπάνω οδούς δεν περιοριζόταν η ορατότητα από σταθερά εμπόδια, επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση των οδών ήταν ξηρά και ο τεχνητός φωτισμός επαρκής (βλ. σχ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Στη διασταύρωση των παραπάνω οδών η προτεραιότητα των οχημάτων ρυθμιζόταν με κάθετη σήμανση και συγκεκριμένα επί της οδού ..., βρισκόταν τοποθετημένη στο δεξιό άκρο αυτής πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας Ρ-2 (STOP).

Κατά τον αυτό ως άνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία εκινείτο επί της οδού ... και είχε φθάσει στη διασταύρωσή της με την οδό ..., προτιθέμενος να συνεχίσει ευθεία την πορεία του.

Στη συμβολή της οδού ... με την οδό ... αυτός (πρώτος εναγόμενος) συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα στην πορεία του πινακίδα STOP ήτοι διέκοψε την κίνηση του οχήματός του, έλεγξε την κυκλοφορία επί της οδού ... και συνέχισε, αφού βεβαιώθηκε ότι επί της τελευταίας οδού δεν κινούνται οχήματα, τηρώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους κανόνες συνετούς και προσεκτικής οδήγησης.

Ενώ όμως είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος αυτής (διασταύρωσης), έχοντας πρόθεση, όπως προελέχθη, να συνεχίσει την πορεία του, ευθεία, επί της οδού ..., ο ενάγων, που εκινείτο επί της οδού ..., έχασε αναιτιολόγητα τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε (όπως αυτό προκύπτει από τις συγκλίνουσες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, Α.

Α. και Κ. Γ.) και επέπεσε με την αριστερή του πλευρά στην οπίσθια δεξιά πλευρά του οχήματος του πρώτου εναγομένου, με αποτέλεσμα την πτώση του στο οδόστρωμα και τον τραυματισμό του. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η αποκλειστική υπαιτιότητα για τη σύγκρουση και τον τραυματισμό του ενάγοντος βαρύνει τον ίδιο διότι όπως αποδείχθηκε δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή εντός κατοικημένης περιοχής, δεν διέθετε την απαραίτητη εμπειρία για την ασφαλή οδήγηση του συγκεκριμένου οχήματος, το οποίο σημειωτέον μέχρι την ημέρα του ενδίκου ατυχήματος βρισκόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο συνεργείο για επισκευή ενώ ο ίδιος λόγω αυτού του γεγονότος αγνοούσε τα ειδικότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και της αντιδράσεις αυτού κατά την οδική κίνηση, με αποτέλεσμα όταν αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε ήδη είχε διασχίσει το μεγαλύτερο τμήμα της διασταύρωσης, να μην προβεί στην αναγκαία τροχοπέδηση και την πραγματοποίηση αποφευκτικού προς τα αριστερά ελιγμού προς αποφυγή της συγκρούσεως των δύο οχημάτων.

Τον εναγόμενο δεν τον βαρύνει ούτε ελάχιστη συνυπαιτιότητα διότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός πλησιάζοντας την ανωτέρω διασταύρωση και έχοντας στην πορεία του πινακίδα STOP, διέκοψε ως όφειλε την πορεία του πριν από αυτήν, έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού ... και αφού διαπίστωσε ότι δεν εκινείτο σ’ αυτήν άλλο όχημα, εισήλθε προσεκτικά στην διασταύρωση και ενώ είχε διασχίσει το μεγαλύτερο τμήμα της, ο ενάγων επέπεσε στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, χωρίς αυτός (πρώτος εναγόμενος) να έχει αντικειμενικά περιθώριο για κάποια περαιτέρω δική του αποτρεπτική ενέργεια, καθόσον δεν μπορούσε να αντιληφθεί πριν την σύγκρουση την ανέλεγκτη κατά τα άνω κίνηση του ενάγοντος.

Πρέπει να τονισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος που παραπέμφθηκε λόγω της ιδιότητος του ως επισμηναγός της πολεμικής αεροπορίας, ενώπιον του Πενταμελούς Αεροδικείου Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος για την εξ αμελείας του σωματική βλάβη του ενάγοντος κρίθηκε αθώος με την υπ’ αριθ. 223/2010 αμετάκλητη ήδη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι ο πρώτος εναγόμενος δεν βαρύνεται με πταίσμα για τον τραυματισμό του ενάγοντος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού απέρριψε την από 6.8.2012 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε την από 11.11.2013 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δικάζοντας επί της ένδικης από 20.3.2009 αγωγής του αναιρεσείοντος, ύστερα από εξαφάνιση:

α) της 414/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση της συγκρούσεως είναι τόσον ο ενάγων όσο και ο πρώτος εναγόμενος και δη κατά ποσοστό 20% και 80%, αντίστοιχα και β) της 252/2012 οριστικής αποφάσεως του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η (ένδικη από 20.3.2009) αγωγή και είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.216,91 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, απέρριψε αυτήν (ένδικη αγωγή) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911, αλλά και τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, δεν διευκρινίζεται: α) το ακριβές σημείο επί της διασταυρώσεως, όπου συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, β) το πλάτος της οδού ...

που απέμενε ελεύθερο από το σημείο συναντήσεως των δύο οχημάτων ολίγον πριν από την σύγκρουση, γ) η απόσταση από την οποία ο αναιρεσείων αντελήφθη την είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην διασταύρωση και δ) εάν ο αναιρεσίβλητος προέβη σε τροχοπέδηση, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση. Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, ανεξαρτήτως βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των υπό στοιχ.

α’ και δ’ αιτιάσεων, καθ’ όσον όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται σ’ αυτήν ότι το ατύχημα έλαβε χώρα ενόσω ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος της διασταυρώσεως, καθώς επίσης και ότι ο αναιρεσείων δεν προέβη στην αναγκαία τροχοπέδηση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. O ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, το οποίο τείνει να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι το μεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν εμποδίζετο καθόλου η ορατότητα των οδηγών των κινουμένων οχημάτων, το δε γίνεται ευθεία αναφορά σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) στο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, στο οποίο όμως επισημαίνεται καθαρά και αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη σταθερών και ακίνητων εμποδίων στο άκρο αριστερό τμήμα της οδού ..., "που ήταν σε άμεση επαφή με το οπτικό πεδίο του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς την κατεύθυνση προς την οποία εκινείτο ο αναιρεσείων, κατά την στιγμή που αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) εισήλθε και διέσχιζε την διασταύρωση", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι η έλλειψη της νόμιμης βάσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 16/2015 αίτηση για αναίρεση της 180/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ