Legislator Case Law & Legislation
942/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against administrative salary calculation, remanding for recalculation after statute of limitations bars some claims.

Case Number 942/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding an embassy employee's salary claims. While the Court found the employee's claims for specific periods barred by the two-year statute of limitations, it rejected the argument that a newer regulation should apply retroactively to increase benefits for the remaining period. Consequently, the case was remanded for a fresh calculation of the outstanding amounts owed to the employee after deducting the expired claims.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 § 3 of Law 2362/1995; Art. 91 of Law 2362/1995: The statute of limitations for public officials' salary claims begins at the generation of the claim, and the Court must apply the regulation valid at the time of calculation while respecting the temporal validity of laws.

Keywords

AI generated
statute of limitations public official salaries retroactive application administrative regulation remand for recalculation embassy employee benefits temporal validity of laws

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 § 3 of Law 2362/1995
Art. 91 of Law 2362/1995
Art. 129 § 5 of Law 2594/1998
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 942 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 942/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Βασιλείου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Λ. του Ν., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουάσιγκτον, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1195/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6049/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.

α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ενώ δεν αντίκειται στο άρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος). Εξάλλου, σύμφωνα με την 2010481/1172/0022/1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 387) οι αποδοχές του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, μονίμου και με σύμβαση, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, καταβάλλονται κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από έφεση του αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με αντικείμενο και την προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, με την προσβαλλομένη 6049/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι, κατά την προκριθείσα ερμηνεία του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσείον εναγόμενο την 22-7-2004 (από προφανή παραδρομή στη αναιρεσιβαλλομένη αναφέρεται: 22-7-2002) μόνον οι συναφείς αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, ο οποίος προσλήφθηκε την 31-12-1990 ως κλητήρας από το αναρεσείον εναγόμενο και υπηρετεί έκτοτε στην πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όντας έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001 είχαν υποπέσει στην θεσπιζομένη με την ως άνω διάταξη διετή παραγραφή, αρξαμένη, κατά την γενομένη δεκτή "επιεική για τους δανειστές του Δημοσίου άποψη" από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, και όχι, όπως είναι το ορθό, από την γένεσή τους.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και μη δεχθέν ότι είχαν παραγραφεί και οι αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1/1 - 31/ 8/2002, αφού κατά τα ανωτέρω η παραγραφή για τις επιμέρους αυτές αξιώσεις συμπληρώθηκε την 1-7-2004, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Με το άρθ. 131 § 1 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρ. 150 § 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Περαιτέρω, με την §10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, τον βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα με την §11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίσθηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το επίδομα αυτό δικαιούται, κατά το άρθρο 69 § 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου, δηλ. αρχιταξινόμος, ταξινόμος Α', ταξινόμος Β', αρχικλητήρας, κλητήρας Α' και κλητήρας Β' (άρθ. 59 §§ 1 εδ. β' και 2, 61 του ίδιου νόμου). Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 § 1 του ν. 1256/1982 και 3 § 8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 § 1 του ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίσθηκε επιπλέον στην παράγραφο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίσθηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.

Με τις παρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.

Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του με σύμβαση ενγένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ, με την οποία περαιτέρω το επίδομα αυτό (ΕΥΑ) καθορίσθηκε σε 7.800 δολ. ΗΠΑ μηνιαίως για το προσωπικό που υπηρετεί στις διπλωματικές και προξενικές αρχές στις ΗΠΑ. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (με εκείνες του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ.

Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση και καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ.

Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ' αυτού το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής.

Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.

ποσοστά αύξησης για δαπάνες στέγασης και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 § 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 § 5 του ν. 2594/1998 ΚΥΑ που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για ν' αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43 § 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες (με την διαφορά, σημειώνεται, ότι η ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993 που αφορά τις δαπάνες στέγασης, με την μορφή προσαύξησης του ΕΥΑ, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού).

Παρέπεται περαιτέρω από τα παραπάνω, ότι η σε ποσοστό προσαύξηση του ΕΥΑ για οικογενειακά βάρη (επίδομα τέκνων) υπολογίζεται και για τους προσληφθέντες πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2594/1998 (24-3-1998) ως άνω υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα επί του εκάστοτε οριζομένου με τις οικείες ΚΥΑ ποσού του επιδόματος αυτού (πρβλ.

ΑΠ 1846/2013, 162/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και για οικογενειακά βάρη κ.λπ., με την προσβαλλομένη 6049/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 31-12-1990 ως κλητήρας και υπηρετεί έκτοτε στην πρεσβεία της Ελλάδος στην Ουάσινγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνήφθη μεταξύ αυτού και του πρέσβη της Ελλάδος στις ΗΠΑ, με βάση το άρθ. 69 § 4 ν. 419/1976 για το βοηθητικό προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ότι με την σύμβαση αυτή ορίσθηκε ότι θα καταβάλλεται σ' αυτόν "μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής", ότι με την παραπάνω ιδιότητα ο ενάγων απασχολήθηκε από το εναγόμενο συνέχεια μέχρι και την 31-7-2004, καθόλο δε το χρονικό αυτό διάστημα της απασχόλησής του ελάμβανε το προβλεπόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όχι, όμως, και την προσαύξηση επ' αυτού λόγω οικογενειακών βαρών, που δικαιούται και προβλέπεται με την ΚΥΑ 2001800/185/0022/17-3-1993 ως έγγαμος με δύο τέκνα, το Ν., που γεννήθηκε την 23-5-1983 και από 20-8-2001 είναι σπουδαστής, και την Κ. -Μ., που γεννήθηκε την 14-2-1997, ότι κατά συνέπεια [και αφού σε άλλα σημεία της απόφασής του είχε δεχθεί ότι (α) οι συναφείς αξιώσεις του για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001 είχαν αποσβεσθεί λόγω διετούς παραγραφής και (β) κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, ο ενάγων δικαιούται για κάθε τέκνο την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων που χορηγήθηκε με την ΚΥΑ 2001800/185/0022/1993 σε ποσοστό 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, και όχι την προσαύξηση που χορηγήθηκε με τη νεότερη ΚΥΑ 083/ΑΣ11254/2001 σε ποσοστό 8%, 14% και 16%, ενόψει του ότι η τελευταία απόφαση εκδόθηκε και ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2594/1998 και δεν εφαρμόζεται για τον ενάγοντα] ο ενάγων δικαιούται να λάβει για προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών (1) από 1-1-2002 έως 14-2-2003 {7.800 δολ.

ΗΠΑ, ποσό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη, ? (14% + 6%) ? 13 μήνες και 13/30 =} 20.956 δολ. ΗΠΑ και (2) από 14-2-3003 μέχρι 31-7-2004 [7.800 δολ. ΗΠΑ, ποσό επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη, ? (14% + 8%) ? 17 μήνες και 15/30 =} 30.030 δολ. ΗΠΑ και συνολικά για την αιτία αυτή 50.986 δολ. ΗΠΑ, ποσό το οποίο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποχρέωσε το αναιρεσείον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο για τον υπολογισμό των οφειλομένων στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα προσαυξήσεων οικογενειακών βαρών επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (με την επισήμανση ότι, όπως αναφέρθηκε κατά την έρευνα του 1ου λόγου αναίρεσης, σε παραγραφή έχουν υποπέσει οι συναφείς αξιώσεις και μέχρι 31-8-2002) έλαβε ως βάση το (αυξημένο) ποσό που καθόρισε η ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/2001, όπως προκύπτει από τους ως άνω υπολογισμούς, ανεξάρτητα από το ληφθέν και ληπτέο υπόψη ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για τον υπολογισμό της προσαύξησης αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 129 § 5 ν. 2594/1998 και της ΚΥΑ 083/ΑΣ11254/2001 και επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 2ος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί ενμέρει, κατά τα προεκτεθέντα, η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις (εκκαθάριση και υπολογισμό των πράγματι οφειλομένων στον ενάγοντα ποσών, μετά και την γενομένη δεκτή παραγραφή περαιτέρω αξιώσεών του κ.λπ.), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, που μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6049/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ