Legislator Case Law & Legislation
941/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appellant lacks legal interest after losing on merits.

Case Number 941/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding a seizure execution. The State argued that certain documents should be removed because the original creditor's execution was abandoned or incomplete, but the court found the execution had been completed via auction. The court ruled that the State had no legal interest to challenge the rejection of the appeal since the outcome would only worsen its position, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to challenge the lower court's decision, particularly when the rejection of the appeal would result in a worse position for the appellant than the original rejection.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal inadmissibility of appeal worsening of position seizure execution code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 941 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 941/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Χανίων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ....και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 32/2013 μη οριστική και 4/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24/10/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης από 24-10- 2016 αίτησης αναίρεσης κατά της 4/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την από 16-4-2018 αίτηση προσδιορισμού δικασίμου,μετά τη ματαίωσή της κατά τη δικάσιμο της 16-4-2018.

Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον ....05/4-10-2017 και ...06/4-10-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Κρήτης Α. Τ. και ....56/30- 7-2018 και ...60/17-9-2018 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Κρήτης Ε. Φ., προκύπτει ότι το αναιρεσείον επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και της αίτησης προσδιορισμού δικασίμου, με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 18, την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 18-3-1018, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (άρθρα 122§1, 123, 126§1α, 127§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Όμως, αυτοί, δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576§2 ΚΠολΔ).

Σημειώνεται ότι η εσφαλμένη αναγραφή της ημερομηνίας της αίτησης αναίρεσης στις δύο πρώτες από τις ανωτέρω αναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης (26-10-2016 αντί του ορθού 24-10-2016 ) δεν δημιουργεί αμφιβολίες περί του ότι επιδόθηκε η κρινόμενη αίτησης αναίρεσης, ενόψει του ότι συμπίπτουν όλα τα λοιπά στοιχεία αυτής (άρθρο 139 παρ 1β ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία τελεσίδικη απόφαση 4/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία,αφού δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 21-6-2012 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 323/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων,η οποία είχε απορρίψει την από 27- 2-2006 ανακοπή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κρατώντας και δικάζοντας την ανωτέρω ανακοπή την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

3. Κατά το άρθρο 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα, η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων,ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια, προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.

Ως έξοδα εκτέλεσης, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της, δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών, ήτοι όλες οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη διεξαγωγή της όλης εκτελεστικής διαδικασίας από τα πρώτα έξοδα για λήψη απογράφου,μέχρι την αποπεράτωσή της .

Δηλαδή, έξοδα εκτέλεσης, τα οποία, κατά τις ανωτέρω διατάξεις,προαφαιρούνται από το πλειστηρίασμα,είναι εκείνα με τα οποία η εκτέλεση οδηγήθηκε σε πέρας με πλειστηριασμό,αφού η προαφαίρεση γίνεται από το πλειστηρίασμα, που προέκυψε από την εκτέλεση,όχι δε και τα έξοδα εκτέλεσης η οποία δεν ολοκληρώθηκε με πλειστηριασμό ή εγκαταλείφθηκε και έτσι δεν απέδωσε πλειστηρίασμα από το οποίο και μόνο προαφαιρούνται, κατά τα ανωτέρω,τα έξοδα (ΑΠ 1515/2005).

Αντίθετα, δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος, είτε των αναγγελθέντων δανειστών, ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων .

Αποτελούν όμως έξοδα της εκτέλεσης όσα έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης μετά από νόμιμη αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού, ύστερα από συμφωνία του επισπεύδοντος δανειστή και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, αφού η έκδοση των επαναληπτικών αυτών περιλήψεων αποτελεί ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και οι σχετικές δαπάνες εξυπηρετούν υπό την έννοια αυτή το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών (ΑΠ 2210/2014, ΑΠ 2057/2014, ΑΠ 1892/2013, ΑΠ 300/2013, αντιθ.

ΑΠ 870/2010). Δεν επέρχεται διαφοροποίηση σε περίπτωση υποκατάστασης άλλου δανειστή κατά το άρθρο 973 ΚΠολΔ, δηλαδή προαφαιρούνται τα έξοδα των διαδικαστικών πράξεων της προγενέστερης διαδικασίας που στηρίζουν την υποκατάσταση ,ήτοι των πράξεων στις οποίες θεμελιώνεται η δήλωση περί συνέχισης και η εξακολούθηση της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι του πλειστηριασμού (ΑΠ 2057/2014).

Περαιτέρω από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων ή ο ανακόπτων , όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή ή ανακοπή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη του αιτήματος ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου.

Τέλος, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμό 8 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής , ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004).

Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός(ΑΠ 421/2009).

4. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ανωτέρω ανακοπής δέχτηκε τα ακόλουθα :" Με την από 27-2-2006 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 126/28-2-2006 ανακοπή, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ,όπως το περιεχόμενο της εκτιμάται από το Δικαστήριο ,το ανακόπτον εκθέτει ότι η πρώτη από τους καθών η ανακοπή, ομόρρυθμη εταιρία , επέσπευσε νόμιμα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος οφειλέτη της για να ικανοποιήσει χρηματική της απαίτηση εναντίον του και επέβαλε κατάσχεση σε ακίνητο κυριότητάς του που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ....

Ότι το ακίνητο πλειστηριάσθηκε νόμιμα και το πλειστηρίασμα ανήλθε σε ποσό 15.010 ευρώ. Ότι το ίδιο διατηρεί απαίτηση κατά του καθού η εκτέλεση ποσού 12.606,83 ευρώ, την οποία είχε αναγγείλει νόμιμα στην υπάλληλο του πλειστηριασμού. Ότι το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για να ικανοποιηθούν η επισπεύδουσα και όλοι οι δανειστές του οφειλέτη που είχαν αναγγελθεί στον πλειστηριασμό και για το λόγο αυτό η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ αριθμό ....33/18-1-2006 πίνακα κατάταξης δανειστών.

Ότι η ίδια Συμβολαιογράφος αφαίρεσε από το πλειστηρίασμα που επρόκειτο να διανεμηθεί στους δανειστές τα έξοδα εκτέλεσης υπέρ της επισπεύδουσας ποσού 2.468 ευρώ. Ότι η Συμβολαιογράφος όμως αφαιρεί από το ποσό αυτό 1.734,80 ευρώ ,μολονότι αυτό αποτελεί αμοιβή του δεύτερου από τους καθών ,δικαστικού επιμελητή ,για επιδόσεις και κοινοποιήσεις που διενεργήθηκαν για να λάβουν χώρα τρεις (3) επαναληπτικοί πλειστηριασμοί του ακινήτου του καθού η εκτέλεση ,επειδή ο πρώτος, ο δεύτερος και οτρίτος πλειστηριασμός του ματαιώθηκαν μετά από συμφωνία της επισπεύδουσας και του οφειλέτη της .Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο πίνακας κατάταξης που προσβάλλεται ,με σκοπό να καταταγεί το ίδιο προνομιακά και οριστικά στο ποσό των 1.734,80 ευρώ ,το οποίο η υπάλληλος του πλειστηριασμού αφαίρεσε μη νόμιμα από το υπό διανομή πλειστηρίασμα ".

Στη συνέχεια ,όπως προαναφέρθηκε , δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 21-6-2012 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 323/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ,η οποία είχε απορρίψει την από 27-2-2006 ανακοπή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη , εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κρατώντας και δικάζοντας την ανωτέρω ανακοπή την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ,με την αιτιολογία ότι το ανακόπτον δεν επικαλείται σε αυτήν ότι η έκδοση και επίδοση των επαναληπτικών περιλήψεων της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ,που ήταν όμως απαραίτητες για να διενεργηθεί τελικά ο πλειστηριασμός του ακινήτου του καθού η εκτέλεση, δεν εξυπηρετεί στην προκείμενη περίπτωση το συμφέρον όλων των δανειστών που ανήγγειλαν νόμιμα τις απαιτήσεις τους στην υπάλληλο του πλειστηριασμού .

Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον επικαλείται α) ότι παρανόμως δεν ελήφθη υπόψη ο νομίμως προταθείς με την ένδικη ανακοπή και έφεση ισχυρισμός του, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οδηγούσε στην αποδοχή της ανακοπής του , ότι μετά τη ματαίωση του πρώτου ,δεύτερου και τρίτου πλειστηριασμού ,η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " ... ΑΕ " δήλωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού τη βούλησή της να συνεχίσει τον ένδικο πλειστηριασμό και υποκατέστησε την αρχική επισπεύδουσα πρώτη των καθών (ήδη αναιρεσίβλητη), με συνέπεια τα ποσά των 1.734,8 ευρώ, που αφορούν έκδοση, κοινοποίηση και δημοσίευση επαναληπτικών περιλήψεων της 985/2004 κατασχετήριας έκθεσης από την αρχική επισπεύδουσα, μη νομίμως να έχουν προαφαιρεθεί, αφού αφορούν ενέργειες μη αποπερατωθείσας ή εγκαταλειφθείσας εκτέλεσης, γι' αυτό πρέπει να αφαιρεθούν και να καταταγεί σε αυτά το ίδιο και β) ελήφθη υπόψη ισχυρισμός, ότι το εν λόγω ποσό μη νομίμως αφαιρέθηκε επειδή εχώρησε ματαίωση του πρώτου, δεύτερου και τρίτου πλειστηριασμού του ακινήτου, μετά από συμφωνία της επισπεύδουσας και του οφειλέτη της, από την οποία δεν εξυπηρετείται το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων δανειστών, τον οποίο (ισχυρισμό ) αυτό (αναιρεσείον) δεν προέβαλε.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της , προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο , προέβαλε τον ανωτέρω υπό στοιχείο (α) ισχυρισμό ,ενώ δεν προέβαλε τον υπό στοιχείο (β) ισχυρισμό . Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της από 21-6- 2012 έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι επανέφερε στο Εφετείο τον ανωτέρω υπό στοιχείο (α) ισχυρισμό, πλην του μέρους που αφορά την υποκατάσταση της καθής - αναιρεσίβλητης και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης , με σκοπό να γίνει δεκτή η ανακοπή του . Η ένδικη ανακοπή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ήταν μη νόμιμη , διότι , σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η υποκατάσταση της αρχικής επισπεύδουσας αναιρεσίβλητης από άλλη δανείστρια , δεν αποτελεί εγκαταλειφθείσα ή μη αποπερατωθείσα αναγκαστική εκτέλεση, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον ,αφού η αναγκαστική εκτέλεση που ξεκίνησε η αναιρεσίβλητη περατώθηκε με πλειστηριασμό, με συνέπεια τα ένδικα έξοδα στα οποία η υποκατασταθείσα αναιρεσίβλητη υποβλήθηκε για έκδοση των επαναληπτικών αυτών περιλήψεων , αποτελούν έξοδα που αφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, εφ όσον στις πράξεις αυτές θεμελιώνεται η δήλωση περί συνέχισης και η εξακολούθηση της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι του πλειστηριασμού και εξυπηρετούν το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών.

Συνεπώς ,το Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει την ένδικη ανακοπή ως μη νόμιμη, απορρίπτοντάς την δε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ,με την προαναφερόμενη αιτιολογία, πράγματι έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο( β) ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ,ενώ δεν έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο (α) ισχυρισμό ,ο οποίος προτάθηκε . Όμως, το αναιρεσείον -ανακόπτον δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την άνω απόρριψη, αφού έτσι η θέση του καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης της ανακοπής του ως μη νόμιμης από την απόρριψη αυτής ως αόριστης και γι' αυτό ο ανωτέρω μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης , που πλήττει την απόρριψη αυτή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται ,καθόσον οι αναιρεσίβλητοι που νίκησαν δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας τους ,ούτε υποβλήθηκε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ