Legislator Case Law & Legislation
941/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against negligence claim, upholding lower court's finding of contributory negligence.

Case Number 941/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Allianz against the Single Member Court of Athens regarding a traffic accident. The appellant argued the lower court erred in finding contributory negligence, but the court held that the appellate court's assessment of facts and evidence was not subject to review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the substantive judgment's evaluation of facts and evidence regarding contributory negligence is inadmissible as it violates the principle of finality of the court of first instance.

Keywords

AI generated
contributory negligence admissibility of appeal substantive judgment review traffic accident liability appellate court limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 941 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 941/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοντογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1397/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5010/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-2-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/ 2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό-την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/ 2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 92/2013, Α.Π. 322/2012, Α.Π. 1241/2010).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ακόλουθα: "Στις 22-10-2011 και ώρα 16.20 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΥΜΙ 2482 ΙΧΦ αυτοκίνητο (βυτιοφόρο όχημα υγρών καυσίμων), μικτού βάρους 7.490 kgr και ολικού μήκους 6100 MM, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες και σωματικές βλάβες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της Λ. Αιαντείου προς Σαλαμίνα, στο ύψος περίπου του Ο.Τ. 150.

Η Λ. Αιαντείου είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία, συνολικού πλάτους 8,20 μέτρων, ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή και το ανώτατο όριο ταχύτητας στη συγκεκριμένη Λεωφόρο είναι 50 χιλ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία.

Την ίδια στιγμή στην ίδια οδό, όπισθεν και ομορρόπως του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, εκινείτο ο ενάγων, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και πολύ μεγαλύτερη του ως άνω καθοριζομένου ορίου ταχύτητος.

Όταν ο πρώτος ενάγων έφθασε στο ύψος του πρατηρίου υγρών καυσίμων της ΕΚΟ, έχοντας πρόθεση να πραγματοποιήσει απαγορευμένη αναστροφή επί του οδοστρώματος και να κατευθυνθεί στο πρατήριο υγρών καυσίμων, ιδιοκτησίας του, που βρίσκονταν στην πλευρά του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, διέκοψε απότομα την πορεία του και έστριψε αριστερά προτιθέμενος να πραγματοποιήσει αναστροφή, χωρίς να κάνει χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στη πορεία του οδηγού της ως άνω μοτοσικλέτας που κινείτο όπισθεν αυτού, ο οποίος όμως κινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και χωρίς να τηρεί την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα.

Αποτέλεσμα των ως άνω ήταν να συγκρουστούν τα ως άνω οχήματα και δη το αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας με το πίσω δεξιό μέρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου -καθόσον ο οδηγός της μοτοσυκλέτας προσπάθησε να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση- και να τραυματιστεί σοβαρά ο ενάγων στο αριστερό κάτω άκρο του.

Στη συνέχεια ανατράπηκε η δίκυκλη μοτοσικλέτα του και σύρθηκε μαζί με τον ενάγοντα στο οδόστρωμα, καταλήγοντας στο μαντρότοιχο της παρακείμενης οικίας. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχον πταίσμα και των δύο οδηγών των ως άνω οχημάτων, κατά τα κατωτέρω καθοριζόμενα ποσοστά, οι οποίοι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια.

Δηλαδή την αντικειμενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενη επιμέλεια του συνετού ατόμου (οδηγού), μέσα στον κύκλο της εν λόγω δραστηριότητάς τους... Ειδικότερα της παραπάνω σύγκρουσης υπαίτιος κατά 50% ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, πρώτος ενάγων, ο οποίος οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς την σύνεση και προσοχή που όφειλε και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους ελιγμούς, είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, πέραν της επιβαλλομένης από τις συνθήκες και επιτρεπομένης από το όριο, η οποία δεν δύναται επακριβώς να προσδιοριστεί, αφού δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης ή πλάγιας ολίσθησης, αποδεικνύεται από την σφοδρότητα της σύγκρουσης, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν του επέτρεπε να έχει πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς, έτσι όταν τελικά παρεμβλήθηκε έμπροσθεν αυτού το όχημα του πρώτου εναγομένου δεν ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημά του, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτού (ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 7 ΚΟΚ), ενώ δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό θα μπορούσε να μειώσει την ταχύτητά του ή να διακόψει την πορεία του (άρθρο 19 παρ. 7 ΚΟΚ).

Αλλά και ο πρώτος εναγόμενος βαρύνεται με συνυπαιτιότητα κατά το υπόλοιπο 50%, καθόσον από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 23 παρ. 2 εδ. γ' ΚΟΚ και εξαιτίας του ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ως όφειλε, εκτέλεσε αιφνίδια ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούντο πίσω του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, χωρίς πριν να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας προς τούτο τον αντίστοιχο (αριστερό) δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του και χωρίς να δώσει το από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2α ΚΟΚ σήμα σε περίπτωση που αυτοί δεν λειτουργούσαν, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τον όγκο του οχήματός του και την επικινδυνότητά του ως εκ τούτου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη, έκρινε ότι συνυπαίτιοι του εν λόγω ατυχήματος ήταν ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος - ενάγοντος ως κατ' ουσίαν βάσιμου".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ' όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά και των δύο οδηγών, η οποία συνίσταται για αμφοτέρους στο ότι οδηγούσαν χωρίς σύνεση και χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, προσέτι δε για μεν τον οδηγό του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου στο ότι, προτιθέμενος να κατευθυνθεί στο πρατήριο υγρών καυσίμων, που ευρίσκετο στην πλευρά του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, διέκοψε απότομα την πορεία του και εκτέλεσε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακινδύνως για τους λοιπούς, όπισθεν αυτού κινουμένους, χρήστες της οδού και χωρίς προηγουμένως να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας προς τούτο τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως του οχήματός του, για δε τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο ότι οδηγούσε χωρίς να τηρεί την αναγκαία απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα και με υπερβολική, πέραν της επιβαλλομένης από τις συνθήκες και επιτρεπομένης από το όριο, ταχύτητα, γεγονός που δεν του επέτρεπε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθορίζοντας περαιτέρω ανελέγκτως το ποσοστό συνυπαιτιότητας αμφοτέρων.

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Συνεπώς, ο μοναδικός, κατά το υπόλοιπο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.2.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 159/2017 αίτηση για αναίρεση της 5010/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ