Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and substantive law violated under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding liability for personal injuries. The appellant failed to specify the exact legal error or the substantive law violated in its appeal petition, rendering the grounds vague and inadmissible. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to pay the costs of the second appellant and deposit the appeal bond into the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal petition must specifically identify the alleged legal error and the substantive law violated; vague or unspecified grounds are inadmissible, and factual findings are generally reviewable only if the error concerns the application of the law to those facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 941 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 941/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Μ. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) Ζ. - Ή. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μάρθα Μαρτσούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2006 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-2-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 6-10-2010 (διά των προτάσεων) πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2011 μη οριστική και 3121/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 27-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 18-5-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ... /20.7.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Δ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την συζήτηση της υπό κρίση από 18.5.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για την συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (17.2.2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη Β. Κ., με κλήση προς αυτήν να παραστεί κατά την συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο.
Κατ’ αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Συνεπώς, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης, εφ’ όσον αυτή έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 180/2011, ΑΠ 1795/2008), καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ. η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο το δικαίωμα και δικαιολογούν την άσκηση αυτού, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα. Το αίτημα της αγωγής, με το οποίο είναι συνυφασμένη η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, πρέπει να είναι ορισμένο, γιατί σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική αδυναμία του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση, σαφή και επιδεκτική εκτελέσεως.
Τα δύο αυτά στοιχεία (ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα) είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, έτσι ώστε το δεύτερο να αποτελεί αναγκαία συνέπεια του πρώτου. Το αίτημα δε της αγωγής, αφού από το νόμο δεν επιβάλλεται η σε ορισμένη θέση ή σειρά παράθεσή του στο δικόγραφο, μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο ακόμη και στο ιστορικό μέρος αυτού, αρκεί να διατυπώνεται σαφώς και ορισμένως, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 403/2002, ΑΠ 1786/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 10.11.2006, με γενικό αριθμό καταθέσεως .../2006 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου .../2006 αγωγής, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις της ενάγουσας και με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Β.
Κ., ενεργούσα το μεν ατομικά, το δε ως μόνη ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Μ. Κ., γεννηθείσας εκτός γάμου, ισχυρίστηκε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι στις 3.12.2001, η πρώτη εναγομένη Ε. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης Ζ. - Ή.
Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", προκάλεσε, από υπαιτιότητά της, τον τραυματισμό της, κατά το τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα υπό τις αναφερόμενες σ’ αυτήν (αγωγή) συνθήκες, ενόσω μάλιστα κυοφορούσε, στην εικοστή έκτη εβδομάδα, την παραπάνω θυγατέρα της, με συνέπεια να προκληθεί στην τότε κυοφορούμενη θυγατέρα της, που γεννήθηκε στις 27.2. 2002, εγκεφαλική βλάβη, η οποία πάσχει για τον λόγο αυτό από αριστερή σπαστική ημιπληγία.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε, όπως το αίτημα παραδεκτά διορθώθηκε, περιορίστηκε και τράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 223 εδ. β’ , 224 εδ. β’ , 295 παρ. 1 εδ. β’ και 297 του Κ.Πολ.Δικ.), να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να της καταβάλουν, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές της, και κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, εις ολόκληρον η καθεμία, το συνολικό ποσό των 1.609.188 ευρώ, εκ των οποίων μόνο το ποσό των 200.000 ευρώ αφορούσε στην αξίωση για την αποκατάσταση της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη η ίδια η ενάγουσα, ατομικά, ενώ το υπόλοιπο ποσό εκ 1.409.188 ευρώ, αφορούσε στις αναφερόμενες αναλυτικά αξιώσεις της ανήλικης θυγατέρας της ενάγουσας, αναλυόμενο ειδικότερα, ως ακολούθως:
ποσό εκ 209.188 ευρώ, ως αποζημίωση, ποσό εκ 600.000 ευρώ ως πρόσθετη εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. αποζημίωση και ποσό εκ 600.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, στην ένδικη αγωγή και δη τόσο στο ιστορικό αυτής, όσο και στο αιτητικό της αναφέρεται σαφώς και ορισμένως το συνολικώς αιτούμενο ποσό (1.808.425 ευρώ), που, κατά τα προεκτεθέντα, διορθώθηκε στο ορθό (1.609.188 ευρώ), στο ιστορικό δε μέρος της γίνεται σαφής, πλήρης και αναλυτική αναφορά στα αιτούμενα ποσά, καθώς επίσης και διαχωρισμός και προσδιορισμός ποιο ποσό πρέπει να καταβληθεί στην ενάγουσα ατομικά και ποιο ποσό πρέπει να καταβληθεί σ’ αυτήν, ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της και για ποιες επιμέρους αιτίες.
Το γεγονός ότι δεν διευκρινίζεται στο αιτητικό της αγωγής με ποια ιδιότητα η ενάγουσα ζητεί την επιδίκαση των ανωτέρω ποσών δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, εφόσον, το ελλείπον στο αιτητικό στοιχείο συμπληρώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, από τα αναφερόμενα παραδεκτώς, σαφώς, πλήρως και ορισμένως, στο ιστορικό μέρος της αγωγής, με συνέπεια η ένδικη αγωγή, αντιμετωπιζόμενη συνολικά και όχι κάθε τμήμα της αποσπασματικά και ανεξάρτητα από το υπόλοιπο περιεχόμενό της, να μην καταλείπει καμιά αμφιβολία ότι ασκήθηκε από την ενάγουσα, το μεν για λογαριασμό της, το δε για λογαριασμό της ως άνω ανήλικης, εκτός γάμου γεννημένης, θυγατέρας της, της οποίας, για τον λόγο αυτό, ασκούσε μόνη της την γονική μέριμνα και ότι η ενάγουσα ζήτησε την επιδίκαση σ’ αυτήν, ατομικά, του ποσού των 200.000 ευρώ, σ’ αυτήν δε, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, του υπολοίπου ποσού των 1.409.188 ευρώ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. (και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη, απορρίπτοντας σιωπηρά, τον συναφή πρώτο λόγο της από 28.12.2012 εφέσεώς της κατά των: 397/2011 μη οριστικής αποφάσεως και 3121/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο παρεπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 118, 119 και 216 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενη ότι με την ένδικη αγωγή "ζητείται η επιδίκαση του αιτουμένου ποσού χωρίς πουθενά να γίνεται διάκριση ποιο ακριβώς ποσό ζητεί ατομικά η ενάγουσα και για ποια αιτία και ποιο ακριβώς ποσό ζητεί για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της, ως ασκούσα την γονική της μέριμνα και για ποια αιτία", είναι απαράδεκτος, αφού ο προταθείς διά του πρώτου λόγου της εφέσεώς της ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν είναι βάσιμος και, επομένως, δεν μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συνακολούθως δε δεν είναι "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 72 του Α.Κ, προκύπτει, ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στην δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό.
Εξ άλλου, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξιώσεώς του, κατά άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, μπορεί να ασκήσει κατ’ αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εν όψει του ότι η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (ήδη άρθρο 10 του Ν. 2496/1997), νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης του ασφαλισμένος δεν είναι διάδικος, αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση.
Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ήτοι από τον χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δε δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, εφ’ όσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 του Α.Κ ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο και όχι στον ενάγοντα τρίτο.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά τον χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 234/2010). Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998, ΑΠ 536/ 2011).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 536/2011, ΑΠ 2049/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα σώρευσε στο ίδιο δικόγραφο της ως άνω κύριας αγωγής επικουρικώς πλαγιαστική αγωγή κατά της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία, επικαλούμενη ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες, παρότι επήλθε η άνω ασφαλιστική περίπτωση, αδρανούν να ασκήσουν τα εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως δικαιώματά τους κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σε περίπτωση απορρίψεως της ευθείας αγωγής της κατ’ αυτής (τρίτης εναγομένης), λόγω παραγραφής, να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω εναγομένη "οφείλει να καταβάλει σ’ αυτήν (ενάγουσα) κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν να της καταβάλουν οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων".
Το αίτημα όμως αυτό, διορθώθηκε από την ενάγουσα, με τις προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει τόσον από την προσβαλλομένη απόφαση όσον και από τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της ενάγουσας, (η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και με τον τρόπο αυτό το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής διαμορφώθηκε ως ακολούθως: "να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στις εναγόμενες - ασφαλισμένες σ’ αυτήν κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν εκείνες να καταβάλουν σ’ αυτήν (πλαγιαστικώς ενάγουσα".
Η εν λόγω διόρθωση είναι νόμιμη και επιτρεπτή, δεδομένου ότι με αυτήν δεν επιδιώχθηκε, ούτε επιτεύχθηκε η διάγνωση ή η διάπλαση μιας διαφορετικής από την αρχική έννομης σχέσεως ή συνέπειας. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω πλαγιαστική αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη, γιατί περιέχει όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένδικη πλαγιαστική αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη, δεν έσφαλε και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι οποίοι ιδρύονται, κατ’ εκτίμηση του αναιρετηρίου, με βάση τις επικαλούμενες ως άνω αιτιάσεις.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 9 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., (αληθώς μόνο από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.), με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξ άλλου, με τον ίδιο λόγο (δεύτερο) αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το νομίμως και παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό της ότι η πλαγιαστική αγωγή ετύγχανε αόριστη.
Με την αιτίαση αυτή ιδρύεται, κατ’ εκτίμηση του αναιρετηρίου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε στην ουσία ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντιθέτων εκείνων που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό.
Κατ’ ακολουθίαν τούτου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για το λόγο ότι δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).
Τούτο δε συμβαίνει ακόμη και αν η απόρριψη του ισχυρισμού δεν είναι ρητή, όπως εν προκειμένω, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 11/ 1996, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 148/2009).
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προ-βαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 586/2014). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/ 2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στο ..., στις 3/12/2001 και περί ώρα 9.15’ , η ενάγουσα επιχείρησε πεζή να διασχίσει κάθετα τον παράδρομο της λεωφόρου ..., προκειμένου να μεταβεί στο κατάστημα της τράπεζας ....
Καθώς αυτή είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του παραδρόμου τη χτύπησε από δεξιά της το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που είχε κατεύθυνση προς Αθήνα, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο οδόστρωμα. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν μάρκας Daewoo 796 κ.εκ., χρώματος χρυσαφί, το οδηγούσε η πρώτη εναγομένη Ε.
Μ., ενώ ήταν ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης Ζ. - Ή. Μ. και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.". Υπαίτια για το ένδικο ατύχημα, κατά ποσοστό 80%, είναι η οδηγός του πιο πάνω ζημιογόνου αυτοκινήτου, επειδή αυτή δεν είχε τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση, ώστε να ασκεί τον πλήρη έλεγχό του.
Η πρώτη εναγομένη, η οποία δεν είχε άδεια ικανότητας, αν και είχε πλήρη ορατότητα, αφού ήταν πρωί και ο παράδρομος είναι ευθύς, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή, ούτε επιβράδυνε το όχημά της με τροχοπέδηση, ώστε να επιτρέψει στην ενάγουσα, που είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του παραδρόμου, να ανέλθει στο πεζοδρόμιο, ούτε ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τ’ αριστερά, αν και είχε τέτοια δυνατότητα.
Συνυπαίτια, όμως, κατά ποσοστό 20%, είναι και η ενάγουσα που ήταν τότε σε κατάσταση εγκυμοσύνης στην 26η εβδομάδα, επειδή επιχείρησε να διασχίσει κάθετα τον παράδρομο της λεωφόρου ..., χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κυκλοφορία των οχημάτων, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 12 § 1, 19 §§ 1, 2 και 3 και 38 του Κ.Ο.Κ.
και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της οδηγού του αυτοκινήτου και της πεζής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε εκάστη τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, δεν διευκρινίζεται: 1) Εάν υπήρχε διάβαση πεζών και σε ποια απόσταση σηματοδότες για τους πεζούς, 2) Ποιο ήταν το πλάτος του παράδρομου της λεωφόρου ...
και αν υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά, 3) Από ποια απόσταση η ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη αντελήφθη (εάν αντελήφθη) για πρώτη φορά το ζημιογόνο αυτοκίνητο και την ταχύτητά του, 4) Σε ποια απόσταση από την πεζή βρισκόταν το αυτοκίνητο την στιγμή που η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήλθε στο οδόστρωμα και ποια ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου εκείνη την στιγμή, 5) Αν η απόσταση αυτή, σε συνδυασμό με την ταχύτητα του οχήματος, επέτρεπε στην πεζή να διασχίσει με πλήρη ασφάλεια, εκτός διαβάσεως πεζών, τον παράδρομο, 6) Από πόση συγκεκριμένη απόσταση η οδηγός του οχήματος αντελήφθη ή μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή και σε ποιο σημείο του οδοστρώματος βρισκόταν αυτή την στιγμή που την αντελήφθη ή μπορούσε να την αντιληφθεί η οδηγός του οχήματος, 7) Με ποιο ακριβώς σημείο το αυτοκίνητο ήλθε σε επαφή με την πεζή.
Εάν δηλαδή η πεζή έπεσε στο αυτοκίνητο (στο πλαϊνό ή πίσω πλαϊνό μέρος του) ή το αυτοκίνητο στην πεζή και σε ποιο ακριβώς σημείο του σώματός της και κυρίως από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν αυτά, 8) Δεν διευκρινίζεται εάν ελήφθη υπόψη η θεωρία της εμπιστοσύνης στον χώρο του δικαίου της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, 9) Δεν αναφέρεται ποιοι θα ήταν οι απαιτούμενοι χειρισμοί από την οδηγό του αυτοκινήτου, ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα και 10) Δεν εκτίθεται για ποιο λόγο η οδηγός του αυτοκινήτου ευθύνεται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος (80%), ενώ η ενάγουσα πεζή μόνο κατά 20% ήτοι κατά το ελάχιστο ποσοστό αυτού (συντρέχοντος πταίσματος).
Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω, υπ’ αριθμ. 1 έως και 8, ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, προσέτι δε η υπ’ αριθμ. 7 αιτίαση, κατά το δεύτερο μέρος της, είναι απαράδεκτη, καθ’ όσον η μη μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο μόρφωσε την κρίση του συνιστά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 340 εδ.
β’ του Κ.Πολ.Δικ., η οποία όμως δεν αποστερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της (ΑΠ 137/2004). Περαιτέρω, ως προς την προτελευταία αιτίαση, υπ’ αριθμ. 9, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται οι απαιτούμενοι εκ μέρους της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου χειρισμοί, προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα (τροχοπέδηση ή αποφευκτικός ελιγμός προς τα αριστερά, δοθέντος ότι υπήρχε σχετική προς τούτο δυνατότητα), ενώ, τέλος, καθ’ όσον αφορά στην τελευταία υπ’ αριθμ. 10 αιτίαση, αυτή απαραδέκτως προβάλλεται, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος αφορά εκτίμηση πραγμάτων και είναι, συνεπώς, αναιρετικά ανέλεγκτη (βλ.
και ΑΠ 1361/2013). Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ.
εμπίπτει η αιτίαση που προβάλλεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Επίσης, αν με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση και αποδίδεται ή συνάγεται ότι αποδίδεται σ` αυτήν παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Δεν επιτρέπεται δε συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 328/2008). Τέλος, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να εξειδικεύονται σε σχέση με τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν (ΑΠ 412/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, που εκτιμάται ότι στηρίζονται στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αφού η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αορίστως σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα περί της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των σωματικών βλαβών της ενάγουσας Β.
Κ. και της αναπηρίας της θυγατέρας της Μ. Κ., δεν αναφέρει την διάταξη, στην οποία στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος. Στο αναιρετήριο όμως, πέραν του ότι δεν εξειδικεύεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική πλημμέλεια, δεν αναφέρονται ούτε οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν.
Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως λόγω της αοριστίας του. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο ως άνω λόγω αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος και για τον λόγο ότι δεν αναφέρεται ούτε το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε γίνεται μνεία περί ελλείψεως ή υπάρξεως ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών και σε τι συνίστανται αυτές, στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο των εκ της ανωτέρω διατάξεως λόγων.
Τέλος, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η περί των πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που είναι ουσιαστικά ανέλεγκτη, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.5.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 59/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ