Legislator Case Law & Legislation
941/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on composition and common sense grounds, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 941/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a family dispute over a grandfather's visitation and funeral. The appellant argued the appellate court's composition was irregular and that the court violated common sense by linking family conflicts to the absence of relatives. The court ruled that the composition issue is an internal administrative matter not requiring explicit mention in judgments, and that the appellate court's evaluation of evidence falls outside its review scope.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1)(d) and 5 of Law 1756/1988; Article 559(2) of the Code of Civil Procedure: The replacement of judges due to impediment is an internal service matter not requiring explicit mention in the judgment for validity; violations of common sense regarding evidence assessment are inadmissible grounds for appeal.

Keywords

AI generated
judicial composition validity common sense standard evidence assessment review impediment replacement appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1)(d) and 5 of Law 1756/1988
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 941 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 941/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χας Γ. Τ., το γένος Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μιχάλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Τ. του Δ. και 2. Α. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Λασκαράκη, η οποία ανακάλεσε την από 14-2-2012 δήλωσή της εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4792/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 943/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 24-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 δ και 5 του ν. 1756/1988 προκύπτει ότι το τριμελές πολιτικό εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες και ότι οι δικαστές αυτοί, αν κωλύονται, αναπληρώνονται, κατά σειρά αρχαιότητας, από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου, που ορίζεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το εφετείο.

Η αναπλήρωση είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαίο για την εγκυρότητα των πράξεων των συμμετεχόντων στη σύνθεση δικαστών να μνημονεύεται στην απόφαση που εκδίδει το δικαστήριο, ότι η αναπλήρωση των αρχαιοτέρων δικαστών, οι οποίοι κατ' αρχήν, καλούνται στη σύνθεση του δικαστηρίου, έγινε με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, με αναφορά μάλιστα του αριθμού της πράξης αυτής, ούτε ότι έγινε λόγω κωλύματος και ποιού, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο.

Εξάλλου, από το νόμο (άρθρο 17 ν. 1756/1988) προβλέπεται η κλήρωση των συνθέσεων μόνον των ποινικών και όχι των πολιτικών πρωτοδικείων και εφετείων και μόνον σε όσα από αυτά προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών. Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το άρθρο 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, λόγω κακής σύνθεσης του Εφετείου που την εξέδωσε, και, ειδικότερα, για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση με ποιόν τρόπο καθορίσθηκε η σύνθεση, ήτοι αν καταρτίσθηκε με κλήρωση ή αν ορίσθηκε από τον Δικαστή που διευθύνει το Εφετείο αυτό ("Προϊστάμενο"), αν δε συντρέχει η δεύτερη περίπτωση, δεν σημειώνεται ο αριθμός της σχετικής πράξης, είναι αβάσιμος.

2.- Επειδή, κατά το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή το στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας.

Το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά η όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, και αποφαίνεται, αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στην κρινόμενη από αυτόν συγκεκριμένη υπόθεση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η αντικοινωνική συμπεριφορά μπορεί να είναι και συνδυασμός περισσοτέρων πράξεων ή παραλείψεων, έστω και αν καθεμία χωριστά δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τα .../1997 και .../1997 συμβόλαια δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Ειρήνης Παλαιοκρασσά, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η ενάγουσα μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα στις εγγονές της (τέκνα του γιού της Δ.

Τ.) από ένα διαμέρισμα και ειδικότερα στην πρώτη την υπό στοιχεία Δ-1 και στη δεύτερη την υπό στοιχεία Δ-2 οριζόντια ιδιοκτησία, εμβαδού 75,31 τ.μ και 76,16 τ.μ αντίστοιχα, που βρίσκονται στον πρώτο όροφο της επί της Λεωφόρου Πεντέλης διώροφης οικοδομής, στην περιοχή Βριλησσίων Αττικής, παρακρατώντας η ίδια το δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτών.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο γάμος του Δ. Τ. με την Α. Ζ., από τον οποίο απέκτησαν τις εναγόμενες, λύθηκε συναινετικά, δυνάμει της 463/2-11-1999 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Ωστόσο οι σχέσεις των πρώην συζύγων διαταράχθηκαν, όταν ο Δ. Τ. τέλεσε νέο γάμο, από τον οποίο απέκτησε ένα ακόμη τέκνο και άρχισε να αδιαφορεί για τη διατροφή των εναγομένων, οι οποίες αναγκάστηκαν, ασκώντας νόμιμο δικαίωμα, να καταθέσουν κατά του πατέρα τους αγωγή διατροφής, η οποία έγινε δεκτή με την 1641/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Οι εναγόμενες, οι οποίες κατά το επίδικο διάστημα ήταν φοιτήτριες, διέμεναν στη Θεσσαλονίκη και εκ των πραγμάτων αυτό κατέστησε δυσχερή την επικοινωνία με την ενάγουσα γιαγιά τους, αλλά και με τον παππού τους, που κατοικούσαν στην Αθήνα, όπως και ο πατέρας τους. Ωστόσο οι εναγόμενες είχαν τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με αυτούς, γεγονός που αποδεικνύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, και όποτε το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις τους, τους επισκέπτονταν, όπως ενδεικτικά το καλοκαίρι του έτους 2004, κατά το διάστημα που η γιαγιά τους νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, πέρασαν μερικές ημέρες διακοπές με τον παππού τους στην Εύβοια και του συμπαραστάθηκαν μαζί με την γυναίκα που τον φρόντιζε.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων των εναγομένων και δεν αναιρούνται από όσα ανέφεραν στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι μάρτυρες της ενάγουσας και από όσα κατέθεσε ο μαρτυράς της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Όμως η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε, όταν οι εναγόμενες άσκησαν κατά του πατέρα τους την από 6-12-2004 αγωγή διατροφής, γεγονός που διατάραξε τις σχέσεις τους με αυτόν, ο οποίος επηρέασε αρνητικά και τους γονείς του, με τους οποίους διαμένει στην ίδια οικοδομή.

Εξαιτίας της διάρρηξης των σχέσεών τους με τον πατέρα τους, δεν κατέστη δυνατόν να επισκεφθούν οι εναγόμενες τον παππού τους, όταν αυτός νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, περί τα τέλη του έτους 2004, ενώ η μη παρουσία τους στην κηδεία του, στις 18-4-2005, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ειδοποιήθηκαν από τον πατέρα και τη γιαγιά τους, η οποία δεν θα μπορούσε να ενεργήσει αντίθετα από τη βούληση του γιού της.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες εκδήλωσαν συμπεριφορά που να επιδεικνύει μίσος ή αποστροφή προς τον πατέρα τους είτε παντελή αδιαφορία και έλλειψη συμπαράστασης προς τη γιαγιά και τον παππού τους, που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως βαριά υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί σε αυτές αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή, που να δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς της ενάγουσας προς αυτές." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες-αναιρεσίβλητες να της επαναμεταβιβάσουν, μετά την ανάκληση, λόγω αχαριστίας, της δωρεάς, την κυριότητα των επίδικων ακινήτων με καταδίκη τους σε δήλωση βούλησης και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη συμπεριφορά των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση της ανωτέρω δωρεάς.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα. Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα (της μη ύπαρξης λόγου ανάκλησης της επίδικης δωρεάς), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, την οποία (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.

Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, οι αλυσιτελείς και οι επουσιώδεις ισχυρισμοί, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της (ΟλΑΠ 2/1989).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του όλα τα προταθέντα υπ'αυτής περιστατικά που δείχνουν ότι οι εναγόμενες υπέπεσαν σε βαρύ παράπτωμα που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς λόγω αχαριστίας και ειδικότερα "ότι οι εναγόμενες δεν παρέστησαν ούτε στα μνημόσυνα για τη μνήμη του παππού τους, ενώ δεν επισκέφθηκαν ποτέ τον τάφο του "για να ανάψουν ένα κερί". Τα περιστατικά όμως αυτά, αυτοτελώς κρινόμενα, δεν συνιστούν βαρύ παράπτωμα των εναγομένων που να δικαιολογεί την ανάκληση της ανωτέρω δωρεάς και, συνεπώς, εφόσον δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν θεμελιώνεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ο οποίος και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνουν τα υπό του μάρτυρος ενόρκως βεβαιωθέντα.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος τους που περιέχουν την κατάθεση του εξετασθέντος, με επιμέλειά της, μάρτυρα, καθώς και των αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον Συμβολαιογράφου και Ειρηνοδίκη, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνουν τα υπό των μαρτύρων ενόρκως βεβαιωθέντα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος.

5.- Επειδή, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται με διατύπωση επικουρικότητας σε σχέση με τον αμέσως ανωτέρω λόγο, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε ότι ο λόγος ανάκλησης της δωρεάς ήταν βάσιμος και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της που λήφθηκαν μετά νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου της.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα .../25-5-2009, .../23-4-2009 και .../23-4-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η πρώτη και της συμβολαιογράφου Ιστιαίας Κυριακής Μαυρή- Γεωργοπούλου οι υπόλοιπες.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματος, και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. 6.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ αυτούς. Αντιθέτως αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, α) "ότι οι εναγόμενες, εξαιτίας της διάρρηξης των σχέσεών τους με τον πατέρα τους, δεν κατέστη δυνατόν να επισκεφθούν τον παππού τους, όταν αυτός νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, περί τα τέλη του έτους 2004" και β) "ότι η μη παρουσία των εναγομένων στην κηδεία του παππού τους, στις 18-4-2005, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ειδοποιήθηκαν από τον πατέρα και τη γιαγιά τους, η οποία δεν θα μπορούσε να ενεργήσει αντίθετα από τη βούληση του γιού της", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, γιατί α) "για τον μέσο σκεπτόμενο άνθρωπο δεν υπάρχει -ούτε και θα μπορούσε να υπάρξει- καμία απολύτως συνάφεια ανάμεσα στις κακές σχέσεις των εναγομένων με τον πατέρα τους και στην επιδεικτική παράλειψή τους να επισκεφθούν τον παππού τους στο νοσοκομείο" και β) "η αδυναμία της να ενεργήσει αντίθετα προς τη βούληση του γιού της, κατά την κοινή πείρα διακατέχει μόνον τα άβουλα, εξαρτημένα και γενικά ψυχικά διαταραγμένα άτομα, στα οποία δεν φαίνεται να την συμπεριέλαβε η προσβαλλομένη απόφαση". Τα ανωτέρω όμως που διαλαμβάνονται στο λόγο αυτόν αναίρεσης αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-12-2010 αίτηση της Α. χήρας Γ. Τ. για αναίρεση της 943/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ