Legislator Case Law & Legislation
941/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper notice and inadmissible arguments.

Case Number 941/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling that the appeal was procedurally flawed and substantively inadmissible. The appellant failed to appear in court without a valid declaration under Article 242 of the Code of Civil Procedure, violating mandatory notification requirements. Furthermore, the appeal arguments were rejected as they contradicted established facts and were deemed inadmissible for merely citing procedural errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be filed with specific grounds supported by evidence, and failure to appear without a valid declaration renders the hearing invalid, while arguments contradicting the lower court's findings are inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility proper notice inadmissible arguments court costs substantive review procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 226 paragraphs 3 and 4, letter b and c of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 118 number 4 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 669/1103/1165/2007
Supreme Court Case 306/1999
Supreme Court Case 335/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 941 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 941/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση τελούσης Ο.Ε. ".........." νομίμως εκπροσωπουμένης υπό των συνεκκαθαριστών χ1, χ2 και χ3, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5/3/2008 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242παρ.2 Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσειόντων: 1) ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) ψ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) ψ3, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο και κατέθεσε προτάσεις, 4) ψ4, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 28/2/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 1/6/1999 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/9/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 10/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ..... και ...... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Έδεσσας ..... και Ηρακλείου ......., αντίστοιχα, αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο της 27.4.2007, όταν η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους ψ1 και ψ2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν σήμερα κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η παρούσα συζήτηση, για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση (άρθρο 226 παρ. 3 και 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την 335/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 598/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος της με το οποίο, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχτηκε κατά ένα μέρος την από 28-2-1999 αγωγή των αναιρεσίβλητων (υπομισθωτών) και αναγνώρισε, ότι η αναιρεσείουσα (υπεκμισθώτρια) οφείλει σ' αυτούς, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω αφαίρεσης της χρήσης του μισθίου και παράβασης όρων της μίσθωσης, το ποσό των 37.417,50 ευρώ.

Συγκεκριμένα έγινε δεκτός βάσιμος από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας, ότι δεν έλαβε η αναιρεθείσα απόφαση υπόψη και τις ανώμοτες καταθέσεις του διαχειριστή της χ2 και του αναιρεσιβλήτου ψ1, που αποτέλεσαν το επώνυμο, κατ' άρθρο 415 επ. ΚΠολΔ, αποδεικτικό μέσο της εξέτασης των διαδίκων, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, ότι οι υπομισθωτές:

α) εγκατέλειψαν το μίσθιο το Δεκέμβριο 1998, άλλως τον Ιανουάριο του 1999, β) έπαυσαν την άσκηση επιχείρησης στο μίσθιο πριν από την καταγγελία της υπομίσθωσης και γ) δεν απώλεσαν κέρδη και μάλιστα τα ζητούμενα με την αγωγή, καθώς και ότι δ) η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε καταγγείλει την ένδικη υπομίσθωση ρητά και έμπρακτα ήδη από το Δεκέμβριο 1998, αλλιώς τον Ιανουάριο 1999, λόγω της αθέτησης των συμβατικών όρων, και η επιγενόμενη καταγγελία των αναιρεσιβλήτων ήταν ανίσχυρη.

Στη συνέχεια, ύστερα από νέα συζήτηση για την αγωγή αυτή των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η 392/2006 απόφαση του ίδιου Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγινε και πάλι δεκτή η ως άνω αγωγή και αναγνωρίστηκε, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει για την πιο πάνω αιτία το ίδιο ποσό των 37.417,50 ευρώ στους αναιρεσίβλητους. Με την κρινόμενη από 7-9-2006 αίτηση της υπεκμισθώτριας εταιρίας ζητείται η αναίρεση της νέας 392/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Η αίτηση είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας, μπορεί δε να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα, όχι όμως και την άρνηση της αγωγής ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια.

Για το ορισμένο του χρειάζεται στο αναιρετήριο να αναφέρονται, ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και οι πραγματικές παραδοχές ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Περαιτέρω, για το ορισμένο του λόγου από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο: ποιά ήταν τα "πράγματα" αυτά και ποιά επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε, παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. "Πράγμα" κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι και ο λόγος έφεσης.

Όμως δεν συντρέχει ο λόγος αυτός αν το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους της έφεσης, τους οποίους και απέρριψε, άλλους μεν ρητά, άλλους δε "εκ του πράγματος", με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 1524/2007). Εξάλλου, η κατά παράβαση όρων της μίσθωσης μη παραχώρηση από τον εκμισθωτή της χρήσης του μισθίου κατάλληλου για τη συμφωνημένη χρήση (άρθρα 574 επ.

ΑΚ), δημιουργεί ευθύνη του τόσο κατά τις γενικές διατάξεις των αμφοτεροβαρών συμβάσεων (άρθρο 584 ΑΚ), όσο και από τις ειδικές διατάξεις της μισθωτικής σύμβασης (άρθρα 585, 588, 576 επ. ΑΚ). 'Ετσι σε αφαίρεση της χρήσης του μισθίου, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον εκμισθωτή κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1668/2006, 849/2001, 840/1993).

Τέλος, μια υπαίτια πράξη ή παράλειψη που γεννά ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί να θεμελιώσει και αδικοπρακτική ευθύνη του, αν χωρίς τη συμβατική σχέση η ενέργειά του θα ήταν καθαυτή παράνομη με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1668/2006). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από συνεκδίκαση των αντίθετων με αριθμούς κατάθεσης 609/29-8-2002 και 470/1-7-2002 εφέσεως των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης και έρευνα της βασιμότητας των λόγων τους σε σχέση με το μέρος αυτό της από 28-2-1999 αγωγής, δέχτηκε, ανέλεγκτα τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την εξέταση των διαδίκων που συμπληρωματικά διατάχθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο με την 640/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση και που περιέχονται στο 497/2000 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης αυτού, που επικαλείται και προσκομίζει (η αναιρεσείουσα) στην πρώτη (470/1-7-2002) έφεσή της, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμισαν οι διάδικοι και την ......

ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Νίκης Γούναρη, που δόθηκε παρουσία των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εναγομένη στην από 28-2-1999 αγωγή ομόρρυθμη εταιρία (αναιρεσείουσα) ήταν μισθώτρια ενός καταστήματος στη συμβολή των οδών .... και ....... της πόλης του ......, που λειτουργούσε επιχείρηση καφετέριας - μπαρ με το διακριτικό τίτλο "....".

Με το από ...... μισθωτήριο ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσε στους ενάγοντες (αναιρεσίβλητους), που ενεργούσαν από κοινού, το κατάστημα αυτό για χρονικό διάστημα ενός έτους που άρχιζε από 1-11-1997, ενώ οι ενάγοντες υπομισθωτές διατηρούσαν το δικαίωμα μονομερούς παράτασης για ένα ακόμη έτος. Μαζί με το κατάστημα μισθώθηκε και ο εξοπλισμός αυτού και η επιχείρηση στο σύνολό της αντί μισθώματος 1.175.000 δραχμών για το πρώτο έτος της μίσθωσης και 1.375.000 για το επόμενο έτος, ενώ για κάθε περαιτέρω έτος που θα διαρκούσε η υπομίσθωση το μίσθωμα θα αυξανόταν κατά 20% επί του καταβαλλομένου.

Η επιχείρηση, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, θα λειτουργούσε χρησιμοποιώντας ΑΦΜ της εναγομένης υπεκμισθώτριας, η οποία θα την εκπροσωπούσε σε όλες τις σχέσεις της με τρίτους και ενώπιον των αρχών. 'Ετσι τυπικά υπόχρεη για την καταβολή των φόρων, τελών ύδρευσης, ηλεκτρισμού, τηλεφώνου, εισφορών ΙΚΑ για τους εργαζόμενους κ.λ.π.

ήταν η εναγομένη, στην ουσία όμως υπόχρεοι σε καταβολή τους ήταν οι ενάγοντες υπομισθωτές. Τη διαχείριση της επιχείρησης θα είχαν οι ενάγοντες οι οποίοι έπρεπε να χρησιμοποιούν και το λογιστή της, καταβάλλοντας και την αμοιβή του, ενώ τα έσοδα της επιχείρησης θα εισέπρατταν οι ενάγοντες που θα καρπούντο και τα τυχόν κέρδη.

Σύμφωνα με όρο της συμβάσεως κάθε παράβαση οιουδήποτε όρου αυτής θα έδινε το δικαίωμα στον άλλο των συμβαλλομένων να καταγγείλει την υπομίσθωση και να απαιτήσει αποζημίωση. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής οι ενάγοντες παρέλαβαν το μίσθιο και λειτουργούσαν σ' αυτό την επιχείρηση καφετέριας - μπαρ. Λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων η εναγομένη με την από 14-11-1998 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στους ενάγοντες την 24-11-1998 κατήγγειλε την υπομίσθωση αυτή και ζήτησε την απόδοση του μισθίου.

Οι ενάγοντες πριν την πάροδο μηνός από την καταγγελία κατέβαλαν τα καθυστερούμενα μισθώματα και έτσι η εν λόγω καταγγελία έμεινε χωρίς αποτέλεσμα κατ' άρθρο 597 ΑΚ. Ενώ όμως η εναγομένη μέχρι την άσκηση (άλλης) αγωγής της (18-3-1999) δεν κατήγγειλε την επίδικη υπομίσθωση για κανένα άλλο λόγο εκτός από τον παραπάνω, άρχισε από τον Δεκέμβριο του 1998 με δημοσιεύσεις στην ημερησία εφημερίδα "......." να γνωστοποιεί ότι ενοικιάζεται το μίσθιο κατάστημα, ο δε εκ των ομορρύθμων μελών της χ2 τα μέσα Ιανουαρίου 1999 αφαίρεσε τις ασφάλειες της ΔΕΗ από το επίδικο με συνέπεια την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, μέχρι την επανασύνδεση τους από τη ΔΕΗ, μετά από ειδοποίησή τους, ενώ κατά τα τέλη Ιανουαρίου 1999, και σε ώρα που λειτουργούσε η επιχείρηση αφαίρεσαν από αυτό και την ταμειακή μηχανή με συνέπεια να διακοπεί και πάλι η λειτουργία της επιχείρησης.

Στη συνέχεια κατά το ίδιο διάστημα άλλαξε (η εναγομένη) τις κλειδαριές του επιδίκου μισθίου, αποβάλλοντας έτσι από τη χρήση του τους ενάγοντες. Εξαιτίας της αφαίρεσης της χρήσης του μισθίου από τους ενάγοντες, αυτοί με την από 8-2-1999 εξώδικη δήλωσή τους που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 16-2-1999 (..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου ......) κατάγγειλαν την υπομίσθωση αυτή, η οποία λύθηκε με την καταγγελία αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 585 ΑΚ.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν χρειαζόταν να τεθεί προθεσμία από τους ενάγοντες που κατάγγειλαν τη μίσθωση προκειμένου η εναγομένη να αποκαταστήσει τη χρήση του μισθίου, αφού εξαιτίας των πιο πάνω αντισυμβατικών ενεργειών της, που είχαν κλονίσει την φήμη της επιχείρησης δεν είχαν συμφέρον πλέον στην εκτέλεση της σύμβασης.

Εξάλλου όπως ήδη αναφέρθηκε, η εναγομένη μέχρι την πιο πάνω καταγγελία των εναγόντων δεν είχε καταγγείλει με οποιονδήποτε τρόπο και για άλλο λόγο, εκτός από τον προαναφερθέντα για την καθυστέρηση μισθωμάτων (που δεν είχε όμως αποτέλεσμα λόγω εμπρόθεσμης καταβολής τους). Η επικαλούμενη από αυτήν (αναιρεσείουσα) καταγγελία για παράβαση όρων της μισθωτικής σύμβασης έγινε για πρώτη φορά με την ως άνω αγωγή της (18-3-1999), η οποία όμως ασκήθηκε μετά την λύση της υπομίσθωσης με την πιο πάνω καταγγελία των εναγόντων (ήτοι λύση της μίσθωσης 16-2-1999, κατάθεση αγωγής 22-3-1999 και επίδοση της αργότερα).

Συνεπώς η καταγγελία αυτή ήταν χωρίς αντικείμενο, αφού η καταγγελόμενη μίσθωση είχε ήδη λυθεί. Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο και μετά την εξέταση των διαδίκων και δη ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) εγκατέλειψαν το μίσθιο το Δεκέμβριο του 1998, άλλως τον Ιανουάριο 1999, και ότι έπαυσαν την άσκηση της επιχείρησης στο μίσθιο πριν την καταγγελία της υπομίσθωσης ή ότι η εκκαλούσα είχε καταγγείλει την ένδικη υπομίσθωση ρητώς από τον Δεκέμβριο και κατά τους ως άνω χρόνους.

Από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε εξάλλου, ότι οι ενάγοντες υπομισθωτές, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, λόγω της παράβασης από την εναγόμενη όρων της μίσθωσης και αφαίρεση από αυτήν της χρήσης του μισθίου, θα συνέχιζαν σ' αυτή τη λειτουργία της επιχείρησης καφετέριας - μπαρ μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της υπομίσθωσης, ήτοι μέχρι την 31-10-1999.

Από τη λειτουργία αυτής θα είχαν μηνιαία έσοδα 4.000.000 δραχμές, από τα οποία, αφαιρουμένων των εξόδων που ανερχόταν σε 2.500.000 δραχμές το μήνα (καταβολή μισθώματος, έξοδα προσωπικού, λογαριασμοί ΔΕΗ, ΟΤΕ κ.λ.π.), απέμενε καθαρό κέρδος 1.500.000 δραχμών το μήνα. 'Ετσι από τη λύση της μίσθωσης (16-2-1999) μέχρι την 31-10-1999, ήτοι για 8,5 μήνες έχασαν συνολικά 12.750.000 δραχμές, ποσό που με πιθανότητα και κατά συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζαν από τη λειτουργία της επιχείρησης αν δεν μεσολαβούσε η αφαίρεση της χρήσης του μισθίου από αυτούς. 'Υστερα από τα παραπάνω, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή των υπεκμισθωτών και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει σ' αυτούς το ποσό των 12.750.000 δραχμών.

Το πρωτοβάθμιο όμως δικαστήριο δέχθηκε μεν εν μέρει την αγωγή αυτή, αλλά για ποσό σε σχέση με διαφυγόντα κέρδη 9.000.000 δραχμών, ενώ έπρεπε ως προς αυτά να δεχθεί στο ποσό των 12.750.000 δραχμών και επομένως έσφαλε.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός 2ος λόγος έφεσης των εναγόντων - υπομισθωτών (σχετικός με το ύψος των διαφυγόντων κερδών) και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που έκρινε την από 28-2-1999 αγωγή των υπομισθωτών. Μετά από αυτά κρατουμένης της υποθέσεως και δικαζομένης της εν λόγω αγωγής (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες 12.750.000 δραχμές και μάλιστα το αντίστοιχο των 37.417,50 ευρώ".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ούτε παραβίασε κατά τρόπο ευθύ ή πλάγιο τις από τους αναιρεσείοντες επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 173, 200, 167, 300, 381, 587 (με τις οποίες καθόλου δεν ασχολήθηκε) και 361 ΑΚ.

Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι έλαβε υπόψη, απάντησε και απέρριψε "εκ του πράγματος", με τις παραδοχές για το αντίθετο, με τις πιο πάνω συνοπτικές, αλλά σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, τους λόγους έφεσης - ουσιώδεις ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, κατά τους οποίους τάχα:

α) η σύμβαση υπομίσθωσης λύθηκε με καταγγελία για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο σε αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων (δεν πλήρωσαν οφειλές σε τρίτους κ.λ.π.) από Νοέμβριο 1998 ή σε κάθε περίπτωση από Ιανουάριο 1999, β) οι αναιρεσίβλητοι εγκατέλειψαν το μίσθιο πριν από τα Χριστούγεννα 1998 και από το γεγονός αυτό δεν έχουν υποστεί καμία ζημία από τη μη χρήση του μισθίου και γ) επικουρικά, αποκλειστικά υπαίτιοι, αλλιώς συνυπαίτιοι κατά 99%, στην αφαίρεση της χρήσης του μισθίου και της όποιας ζημίας των υπομισθωτών είναι οι ίδιοι, γιατί εξακολουθητικά από τους ως άνω χρόνους αθέτησαν ουσιώδεις όρους της σύμβασης υπομίσθωσης.

Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 8, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τέτοια δεδομένα, όλοι οι αντίθετοι λόγοι του αναιρετηρίου, που έχουν το παρακάτω περιεχόμενο, πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα: Με τον πρώτο λόγο παραπονείται η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο:

αα) δεν έλαβε υπόψη τους 2ο και 3ο λόγους έφεσης, κατά τους οποίους η σύμβαση υπομίσθωσης λύθηκε με καταγγελία για σπουδαίο λόγο "εγκειμένου στις δεκαπέντε και πλέον αντισυμβατικές συμπεριφορές των αναιρεσιβλήτων, που αναγράφονται στην αγωγή της και στις προτάσεις της, για τις οποίες είχε διαμαρτυρηθεί και καταγγείλει την υπομίσθωση, ζητώντας την απόδοση του μισθίου από Νοέμβριο 1998 και σε πάσα περίπτωση από Ιανουάριο 1999" και ββ) εσφαλμένα και μάλιστα "σιγή" απέρριψε την επικουρικά προβληθείσα ένσταση "συντρέχοντος πταίσματος κατά 99% στην επέλευση της κατά την αγωγή δήθεν ζημίας", ενώ αυτή ήταν βάσιμη "στοιχειουμένη εξ όλων των προειρημένων περιστατικών".

Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, καθόσον η αοριστία του λόγου από μη λεπτομερή παράθεση όλων των αντισυμβατικών συμπεριφορών (υπαίτιων) των αναιρεσιβλήτων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή, που επιχειρεί η αναιρεσείουσα, "στην αγωγή της και στις προτάσεις της" (Ολ.

ΑΠ 57/1990), ενώ δεν προσκομίζει, όπως από την έρευνα του φακέλου προκύπτει, τα επικαλούμενα απ' αυτή δικόγραφα της αγωγής της και της έφεσής της (βλ. και τις από 15.2.2008 προτάσεις της που κατατέθηκαν στη γραμματεία στις 5.3.2008), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι έχουν ληφθεί υπόψη οι λόγοι αυτοί έφεσης - ουσιώδεις ισχυρισμοί και απορρίφθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, "εκ του πράγματος", με τις πιο πάνω αντίθετες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσκομίζει εδώ και επικαλείται τις από 14.3.2006 προτάσεις της στο Εφετείο, το περιεχόμενο των οποίων και παραθέτει στο αναιρετήριο, για να ισχυριστεί στη συνέχεια, ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 19, 16 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί:

α) διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της λύσης της υπομίσθωσης με ρητή, αλλιώς σιωπηρή, καταγγελία της από τον Δεκέμβρη 1998 και σε κάθε περίπτωση από Ιανουάριο 1999, λόγω αθέτησης συμφωνημένων υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι από δυστροπία δεν πλήρωναν ληξιπρόθεσμα ενοίκια, λογαριασμούς ΔΕΗ, νερού, φόρου εισοδήματος κλπ, άρα η ασκηθείσα από τους τελευταίας μετά ταύτα καταγγελία στις 16.2.1999 ήταν ανίσχυρη, β) παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 167, 587 και 361 ΑΚ, αφού δεν εξηγεί "σε ποιά αιτία οφειλόταν και σε τι αποσκοπούσε η ως άνω συμπεριφορά της (δημοσιεύσεις στην εφημερίδα ότι ενοικιάζεται το μίσθιο κλπ) και μάλιστα αν αυτή ήταν απότοκος της αθέτησης των όρων της σύμβασης από τους αναιρεσιβλήτους και συνιστούσε καταγγελία της σύμβασης" και γ) δεν έλαβε υπόψη "το επικληθέν δεδικασμένο επί τους ουσιώδους παρεμπίπτοντος ζητήματος της αθετήσεως των όρων της συμβάσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, το οποίο παράγεται από την επικληθείσα και προσκομισθείσα, μη δε κατά τούτο εκκληθείσα απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Ηρακλείου με αριθμό 497/2000".

Όλες αυτές οι αιτιάσεις είναι απορριπτέες. Η υπό στοιχείο (γ), προεχόντως ως αόριστη, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με σαφήνεια, το αντικείμενο ακριβώς της προηγηθείσας δίκης, τα ζητήματα που σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκαν αναφορικά με τα ζητήματα της ενεστώσας δίκης, οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, από εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης π.χ.

διάταξης του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ 1459/1997), σε κάθε όμως περίπτωση ως αβάσιμη, διότι η επίκληση εδώ της αθέτησης των όρων της σύμβασης από τους αναιρεσίβλητους (μη πληρωμή λογαριασμών ΔΕΗ, νερού κλπ) δεν ασκεί επίδραση και μάλιστα ουσιώδη στην έκβαση της παρούσας δίκης, καθόσον και κατά τις παραδοχές της πρωτόδικης ως άνω απόφασης η αθέτηση αυτή παρείχε το δικαίωμα στην αναιρεσείουσα να καταγγείλει τη μίσθωση και να απαιτήσει αποζημίωση, το οποίο όμως δικαίωμα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκήθηκε για πρώτη φορά με την αγωγή της στις 18.3.1999, δηλαδή μετά τη λύση της υπομίσθωσης από τους αναιρεσίβλητους στις 16.2.1999, χωρίς έτσι η καταγγελία αυτή στις 18.3.1999 να έχει αντικείμενο.

Η υπό στοιχείο (β) αιτίαση είναι απορριπτέα, προεχόντως ως αόριστη και απαράδεκτη, αφενός διότι δεν εκτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία σε δηλώσεις βούλησης των μερών για συγκεκριμένη δικαιοπραξία ώστε να προκύπτει έτσι ανάγκη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 783/1999, 1714/1991) και αφετέρου διότι αφορά στην πραγματικότητα έλλειψη στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, που όμως εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.

ΑΠ 861/1984, ΑΠ 566/1996), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμη, διότι υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές πράγματι δεν συνέτρεξε περίπτωση εφαρμογής των ερμηνευτικών αυτών κανόνων, γι' αυτό και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις διατάξεις αυτές, όπως και με εκείνες των άρθρων 300, 330 και 381 ΑΚ. Η υπό στοιχείο (α) αιτίαση είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες στο ζήτημα της λύσης της υπομίσθωσης μεταξύ των διαδίκων μερών.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα, ότι με τις προτάσεις της στο εφετείο προέβαλε επικουρικά την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων στη ζημία που υπέστησαν από την αφαίρεση του μισθίου και τη βίαιη διακοπή της μίσθωσης, όμως δεν έχει ληφθεί υπόψη και έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε,ότι με βάση τα περιστατικά που "εκτίθενται στις προηγούμενες σελίδες των προτάσεων με αριθ. 1 και 2 (και τα οποία τώρα παρατίθενται ήδη στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης)" αποκλειστικά υπαίτιοι, αλλιώς συνυπαίτιοι κατά 99% στην αφαίρεση της χρήσης του μισθίου και της όποιας ζημίας είναι οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) που αθέτησαν τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης υπομίσθωσης "καταφρονούντες την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τη σύμβασή τους", ζήτησε δε για την αιτία αυτή να απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων "εκ των άρθρων 381, 330 και 300 ΑΚ κατά παραδοχή και του σχετικού λόγου της έφεσής της".

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του από το γεγονός ότι κατά παράβαση των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που τον στηρίζει όπως ακριβώς προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 669, 73, 1103, 1165/2007, 306/1999), πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ότι έχει ληφθεί υπόψη και ο λόγος αυτός έφεσης και ισχυρισμός και απορρίφθηκε "εκ του πράγματος", με τις ως άνω αντίθετες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και ιδίως αυτές κατά τις οποίες:

α) Λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων η αναιρεσείουσα στις 24.11.1998 κατάγγειλε την υπομίσθωση και ζήτησε την απόδοση του μισθίου. β) Οι αναιρεσίβλητοι πριν την πάροδο μηνός από την καταγγελία κατέβαλαν τα καθυστερούμενα μισθώματα και έτσι η εν λόγω καταγγελία έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, κατ' άρθρο 597 ΑΚ.

γ) Η αναιρεσείουσα μέχρι 18.3.1999 δεν κατήγγειλε την επίδικη υπομίσθωση για κανένα άλλο λόγο. δ) Παρά ταύτα από Δεκέμβριο 1998 άρχισε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα "......" να γνωστοποιεί ότι ενοικιάζεται το μίσθιο κατάστημα, μέσα Ιανουαρίου 1999 ο ομόρρυθμος εταίρος αφαίρεσε τις ασφάλειες της ΔΕΗ από το επίδικο, τέλη Ιανουαρίου 1999 αφαίρεση την ταμειακή μηχανή, το ίδιο διάστημα άλλαξε τις κλειδαριές η αναιρεσείουσα, αποβάλλοντας έτσι από τη χρήση τους αναιρεσίβλητους.

ε) Για την αφαίρεση αυτή της χρήσης του μισθίου οι αναιρεσίβλητοι στις 16.2.1999 κατάγγειλαν την υπομίσθωση που λύθηκε κατά το άρθρο 585 ΑΚ. στ) Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα καταγγελία για παράβαση όρων της μισθωτικής σύμβασης έγινε για πρώτη φορά με την αγωγή της στις 18.3.1999, δηλαδή μετά τη λύση της υπομίσθωσης στις 16.2.1999, γι' αυτό και ήταν χωρίς αντικείμενο.

ζ) Οι αναιρεσίβλητοι δεν εγκατέλειψαν το μίσθιο το Δεκέμβριο 1998, αλλιώς τον Ιανουάριο 1999, ούτε έπαυσαν την άσκηση της επιχείρησης στο μίσθιο πριν την καταγγελία της υπομίσθωσης. Η) Η αναιρεσείουσα δεν είχε καταγγείλει την υπομίσθωση ρητά από το Δεκέμβριο και κατά τους ως άνω χρόνους. Και θ) Οι αναιρεσίβλητοι υπομισθωτές, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως, λόγω παράβασης όρων της μίσθωσης από την αναιρεσείουσα που αφαίρεσε τη χρήση του μισθίου, θα συνέχιζαν τη λειτουργία της επιχείρησης καφετέριας - μπάρ μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της υπομίσθωσης, δηλαδή μέχρι την 31.10.1999.

Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου που πλήττουν, κατά τα οικεία μέρη τους, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.9.2006 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσας ΟΕ με την επωνυμία ".......", για αναίρεση της 392/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ψ3 και ψ4, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ