Supreme Court dismisses appeal on sale of assets to pay debts, ruling it constitutes legal transfer requiring disclosure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a sale of assets. The appellant argued the transfer was intended to evade creditors, but the court found the transferor knowingly sold assets to satisfy debts, constituting a legal transfer. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939 and 940 of the Civil Code; A sale of assets by a debtor to satisfy debts constitutes a legal transfer requiring disclosure, and such transfers are not voidable for fraud if the debtor knowingly acted to pay creditors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 941 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 941/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Παπαγγελή.
Του αναιρεσιβλήτου : ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νάτσινα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 348/2001 προδικαστική, 112/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 136/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2006 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε για τη νομική θεμελίωσή της περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 Α.Κ. προκύπτει, ότι για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής για διάρρηξη των προς καταδολίευση των δανειστών απαλλοτριώσεων απαιτείται στη σχετική αγωγή να περιλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και εκείνο της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ότι δηλαδή η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή, όχι δε και η αφανής, η οποία είναι ανύπαρκτη γι' αυτόν.
Στη προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου για διάρρηξη ως καταδολιευτικών των εκεί αναφερομένων συμβολαιογραφικών δικαιοπραξιών προκύπτει, ότι σ' αυτήν αναφέρεται και το στοιχείο τούτο. Ειδικότερα, μνημονεύεται αφ' ενός μεν στη σελίδα 6, ότι ο ενάγων εκ προθέσεως...
προέβη από κοινού με τη σύζυγό του.... Στην απαλλοτρίωση όλων ανεξαιρέτως των ακινήτων περιουσιακών του στοιχείων, από τα οποία ο αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να είχε ικανοποιηθεί, αφ' ετέρου δε στη σελίδα 10 ότι μετά τη μεταβίβαση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων.... καταγράφεται παντελής έλλειψη ακίνητης περιουσίας στο όνομα του αναιρεσείοντος, από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει ο αναιρεσίβλητος τις απαιτήσεις του.
Συνεπώς, το δικόγραφο της ένδικης αγωγής (στην οποία, ειρρήσθω, περιλαμβάνονται όλα τα λοιπά στοιχεία, για τα οποία και δεν προβάλλεται αιτίαση από πλευράς αναιρεσείοvτος) πληροί τους όρους του άρθρου 216 ΚΠολΔ, και δη εκείνον, κατά τον οποίον η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε, όταν πρόκειται για αγωγή διαρρήσεως απαλλοτριώσεως κατά τα άρθρα 939 επ.
Α.Κ., και το προαναφερθέν στοιχείο της αφερεγγυότητας υπό τη προεκτεθείσαν έννοια. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αρ.1 (και όχι αρ. 8, όπως εσφαλμένως μνημονεύεται) ΚΠολΔ μέρος του, με τον οποίον προβάλλεται, ότι το δικάσαν Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, αφού δεν αναγράφεται σ' αυτήν, ότι ούτε και από την απομείνασα αφανή περιουσία του αναιρεσείοντος μπορεί να ικανοποιηθεί ο αναιρεσίβλητος, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Ο ίδιος αυτός λόγος είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το δεύτερο μέρος του, με αιτίαση από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι στην αγωγή περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός, ότι τα εκποιηθέντα ακίνητα είναι και τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία, ενώ δεν περιλαμβάνεται, καθότι, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ότι τα αναφερόμενα εκεί ως εκποιηθέντα ακίνητα αποτελούν και τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία, αφού πρόκειται περί ακινήτων.
Κατά μεν το άρθρο 939 Α.Κ., οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των επομένων άρθρων, τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, το οποίον σημαίνει με δόλο τον οφειλέτη, δηλαδή με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκή για την ικανοποίηση του δανειστή.
Κατά δε το άρθρο 940 εδ. β΄ του ιδίου Κώδικα, δεν θεωρείται απαλλοτρίωση η καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους. Άρα, απαλλοτρίωση συνιστά και η καταβολή μη ληξιπρόθεσμου χρέους. Ακόμη, υπόκειται σε διάρρηξη και εμπίπτει στη ρύθμιση της τελευταίας αυτής διάταξης και η απαλλοτρίωση για την εξεύρεση των μέσων για την εξόφληση ληξιπρόθεσμου χρέους.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.
ΑΠ 24/1992). Στη περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε επί αγωγής υπό το προεκτεθέν στη πρώτη των ανωτέρω σκέψεων αντικείμενο, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είχε κατά του πρώτου των εναγομένων απαίτηση, ύψους 7.069.023 δραχμών και ήδη 20.745,48 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Η απαίτηση αυτή προήλθε από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ τους περί τα τέλη του lουνίου του 1995. Τη σύμβαση, λόγω μη πληρωμής από τον εναγόμενο του χρεωστικού καταλοίπου του άνω ποσού, κατήγγειλε ο ενάγων στις 18-8-1997 με την από 18-8-1997 και με αριθμ. καταθ. 21126/18-8-1997 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης αγωγή του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 403/30-9-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το προκύψαν σε βάρος του χρεωστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, ως άνω ποσό των 7.069.023 δραχμών, πλέον τόκων από την επίδοση της αγωγής και δικαστικών εξόδων 450.000 δραχμών.
Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Αντίγραφο της άνω απόφασης επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 24-11-1999 και ο τελευταίος δεν άσκησε κάποιο ένδικο μέσο κατ' αυτής (βλ. το υπ' αριθμ. 63/8-1-2001 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κοζάνης σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ....
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου προς τον πρώτο των εναγομένων). Έτσι, η απόφαση κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη και συνεπώς η απαίτηση του ενάγοντος κρίθηκε αμετάκλητα και είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της απόφασης αυτής για το προσωρινώς εκτελεστό, με επιταγή προς πληρωμή του προσωρινώς εκτελεστού ποσού των 4.000.000 δραχμών, πλέον τόκων από 8-3-2000 και εξόδων εκτελέσεως, επιδόθηκε νόμιμα στον πρώτο εναγόμενο στις 15-3-2000 (βλ.
την .... έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας). Ο πρώτος εναγόμενος ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των παρακάτω ακινήτων: 1) Ενός διαμερίσματος του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ευρισκομένης στο Βόλο και επί της συμβολής των οδών .... και ..... πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 100,80 τ.μ.
μικτό και 87,14 τ.μ. καθαρό, το οποίο αποτελείται από δύο κοιτώνες, σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο, δύο αποθήκες και διαδρόμους, με εξώστες προς τις οδούς .... και ..... και προς τον ακάλυπτο χώρο και έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί η οικοδομή 226/1000, 2) Ενός καταστήματος του ισογείου της ίδιας, ως άνω, πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 100,57 τ.μ.
μικτό και 86,33 τ.μ. καθαρό, το οποίο αποτελείται από ένα χώρο καταστήματος, αποχωρητήριο και πατάρι, και έχει ποσοστό επί του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί η ως άνω οικοδομή 226/1000, 3) Μίας αποθήκης στο υπόγειο της ίδιας, ως άνω. πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 100,57 τ.μ. μικτό και 74,64 τ.μ. καθαρό, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί η ως άνω οικοδομή 101/1000, και 4) Ενός οικοπέδου, εμβαδού 791,58 τ.μ., με την μέσα σ' αυτό ισόγεια μετά του υπογείου κατοικία, εμβαδού 96 τ.μ.
η κατοικία και 50 τ.μ. το υπόγειο, το οποίο (οικόπεδο) βρίσκεται μέσα στα όρια του οικισμού "...." της περιφέρειας του Δήμου ..... και συνορεύει δυτικά με προτεινόμενο πεζόδρομο και εν μέρει με αιγιαλό, βόρεια με ιδιοκτησία ...., ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και νότια με αιγιαλό. Των ακινήτων αυτών ο πρώτος εναγόμενος κατέστη συγκύριος, των μεν τριών πρώτων ακινήτων, με το ....
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Γαλλέα, του δε τελευταίου-τέταρτου, με τα .... και .... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Από τα ακίνητα αυτά: Α) Το πρώτο, ήτοι το διαμέρισμα 1) Είχε κατασχεθεί αναγκαστικά με την ..... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ...., με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος προς ικανοποίηση απαίτησής της σε βάρος του πρώτου εναγομένου ποσού 58.044.247 πλέον τόκων και εξόδων, και με την ....
Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού στο Βόλο για την 4-10-2000 με τιμή για το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου το ποσό των 16.500.000 δραχμών και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 8.250.000 δραχμών. Και 2) Βαρυνόταν με τα βάρη, 1) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εθνικής Τράπεζας, που γράφτηκε στις 3-12-1996 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 50.000.000 δραχμών, 2) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, που γράφτηκε στις 26-11-1998 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 25.000.000 δραχμών.
Β) Τα επόμενα δύο ακίνητα, ήτοι το κατάστημα και η αποθήκη, 1) Είχαν κατασχεθεί αναγκαστικά με την ..... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ....., με επίσπευση της Εγνατίας Τράπεζας προς ικανοποίηση απαίτησής της σε βάρος του πρώτου εναγομένου, και με την ... Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ....., μετά από δήλωση συνεχίσεως μη γενομένου πλειστηριασμού του ... (ενάγοντος) ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτών (των ακινήτων) στο Βόλο για την 14-2-2001, με τιμή για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του μεν καταστήματος το ποσό των 14.000.000 δραχμών, της δε αποθήκης το ποσό των 1.800.000 δραχμών και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 7.000.000 και 900.000 δραχμών, αντίστοιχα....
Και 2) Βαρύνονταν με τα βάρη, 1) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εθνικής Τράπεζας, που γράφτηκε στις 3-12-1996 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 50.000.000 δραχμών για το σύνολο των ακινήτων, 2) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, που γράφτηκε στις 26-11-1998 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 25.000.000 δραχμών για το σύνολο των ακινήτων, 3) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της εταιρίας με την επωνυμία ".....
ΟΕ", που γράφτηκε στις 15-4-1999 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 20.000.000 δραχμών για το σύνολο των ακινήτων και 4) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, που γράφτηκε στις 12-6-1998 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 5.000.000 δραχμών για το σύνολο των ακινήτων. Και Γ) Το τελευταίο, τέταρτο ακίνητο, ήτοι το οικόπεδο με την οικία, 1) Είχε κατασχεθεί αναγκαστικά με την .....
έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου ......., με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος προς ικανοποίηση απαίτησής της σε βάρος του πρώτου εναγομένου ποσού 58.044.247 πλέον τόκων και εξόδων, και με την ..... Επαναληπτική Περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού στο Βόλο για την 4-10-2000 με τιμή για το 1/2 εξ αδιαιρέτου το ποσό των 41.000.000 δραχμών και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 20.500.000 δραχμών.
Και 2) Βαρυνόταν με τα βάρη, 1) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που γράφτηκε στις 5-11-1998 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 30.000.000 δραχμών, 2) της προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, που γράφτηκε στις 19-11-1998 προς εξασφάλιση απαίτησης ποσού 25.000.000 δραχμών.
Να σημειωθεί ότι σε πλειστηριασμό στις 1-6-2000 ενός αγροτεμαχίου του πρώτου εναγομένου, που βρίσκεται ..., εμβαδού 10.923 τ.μ., έγινε κατακύρωση αυτού, αντί πλειστηριάσματος ποσού των 20.001.000 δραχμών, στην επισπεύδουσα - υπερθεματίστρια Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, για απαίτηση της ποσού 47.990.859 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων.
Με βάση τον ..... Πίνακα Κατάταξης του Συμβολαιογράφου Σκιάθου Κων/νου Γιασαγιά, στο πλειστηρίασμα, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως ποσού 1.979.574 δραχμών, κατατάχθηκαν 1) η Β' ΔΟΥ Βόλου για ποσό 949.600 και 2) η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης για όλο το υπόλοιπο ποσό των 17.071.826 δραχμών. Το εξ αδιαιρέτoυ, ως άνω, ποσοστό του επί όλων των ανωτέρω ακινήτων (ήτοι το 1/2 αυτών), ο πρώτος εναγόμενος στις 19-9-2000 πώλησε και μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη εταιρία, με τα ...
και ..... συμβόλαια αγοροπωλησίας του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, αντί συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος του ποσού α) των 6.845.119,5 δραχμών του πρώτου από αυτά (διαμερίσματος), β) των 13.020.017 δραχμών του δευτέρου από αυτά (καταστήματος), γ) των 904.077 δραχμών του τρίτου από αυτά (αποθήκης) και δ) των 5.000.000 του τετάρτου από αυτά (οικοπέδου με οικία) και συνολικού τιμήματος 25.769.214 δραχμών.
Τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν, και κατά το χρόνο της μεταβίβασης (19-92000) και κατά την έγερση της αγωγής (22-11-2000), αλλά περαιτέρω και κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (20-1-2001) τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά του στοιχεία. Η μεταβίβαση από τον πρώτο εναγόμενο προς τη δεύτερη εναγομένη, έγινε δολίως με σκοπό βλάβης του ενάγοντος δανειστή του, και ειδικότερα για να ματαιωθεί η ικανοποίηση εναντίον της απαίτησης του τελευταίου με αναγκαστική εκτέλεση.
Τούτο γιατί ο πρώτος εναγόμενος πριν τη μεταβίβαση γνώριζε 1) την ληξιπρόθεσμη οφειλή του καθώς και το ύψος της προς τον ενάγοντα, που ανερχόταν στο ποσό που αναφέρεται παραπάνω, καθόσον ήδη είχε εκδοθεί στις 30-9-1999 η, ως άνω, 403/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και η απόφαση αυτή του επιδόθηκε στις 24-11-1999, 2) ότι τα ακίνητα αυτά ήταν κατεσχημένα και βαρύνονταν με προσημειώσεις υποθηκών για ποσά που υπερέβαιναν κατά πολύ την αξία της απαίτησης του ενάγοντος, 3) ότι ήδη είχαν εκδοθεί περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας, όλων των ακινήτων από τις αρχές του έτους 1999 με επίσπευση δανειστών του, και ορίσθηκαν ημέρες πλειστηριασμού, που μετά από επανειλημμένες ματαιώσεις ορίσθηκαν για το διάστημα μετά τις 20-9-2000 και 4) ότι ο ίδιος δεν είχε άλλη περιουσία για ικανοποίηση του ενάγοντος.
Ο πρώτος εναγόμενος προκειμένου να βλάψει τον ενάγοντα δανειστή του, αποφάσισε να προβεί στη μεταβίβαση των, ως άνω, ακινήτων του στη δεύτερη εναγομένη εταιρία, ελπίζοντας στη ματαίωση έτσι της ικανoπoίησης της απαίτησης του πρώτου. Η δεύτερη εναγομένη και ο νόμιμος εκπρόσωπός της ......, που συνεβλήθη ως εκπρόσωπος της πρώτης στις επίδικες μεταβιβάσεις, γνώριζαν επίσης κατά τις συμβάσεις μεταβίβασης (19-9-2000), ότι ο πρώτος εναγόμενος βρισκόταν σε δυσχερέστατη οικονομική θέση, ότι είχε μεταξύ των άλλων οφειλών και την, ως άνω, οφειλή προς τον ενάγοντα, ότι τα πωληθέντα τέσσερα ακίνητα αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, ότι αυτά ήταν κατεσχημένα και βεβαρυμένα με προσημειώσεις, ότι ήδη είχαν εκδοθεί περιλήψεις κατασχέσεώς τους, ότι σε λίγες ημέρες μετά την αγορά τους αυτά θα εκπλειστηριάζονταν αναγκαστικά και ότι οι πωλήσεις έγιναν με σκοπό να αποστερήσουν το δανειστή ενάγοντα από τη δυνατότητα είσπραξης της απαίτησης του.
Ο άνω εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης συνδέεται με στενή φιλική σχέση με τον πρώτο εναγόμενο και την οικογένεια του. Η δεύτερη εναγομένη εταιρία, που είναι οικογενειακή επιχείρηση και μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου είναι η οικογένεια του εκπροσώπου της, δηλαδή η σύζυγος του, ο γιος του και ο αδελφός της συζύγου του, έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση από ετών εκκοκκιστηρίου βάμβακος στο ......
και στον ......, κοντά στην περιοχή ......., που βρίσκεται το τελευταίο απαλλοτριωθέν ακίνητο. Να σημειωθεί, ότι η δεύτερη εναγομένη αγόρασε ταυτόχρονα όλα ανεξαιρέτως τα περιουσιακά στοιχεία ιδιοκτησίας όχι μόνο του πρώτου εναγομένου, αλλά και των άλλων μελών της οικογενείας του, δηλαδή της συζύγου και θυγατέρας του, οι οποίες ευθύνονταν για την πληρωμή των χρεών του πρώτου εναγομένου ως εγγυήτριες.
Μάλιστα η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 16-3-2001 το ποσό των 2.400.000 δραχμών για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, προκειμένου να τερματισθεί η αντιδικία που αφορούσε στην εκτελεστική διαδικασία, που έλαβε χώρα με βάση την ...... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου .....
Μέρος του παραπάνω τιμήματος καταβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο στους παραπάνω δανειστές του με αποτέλεσμα αυτοί να συμφωνήσουν στην εξάλειψη των προαναφερθεισών προσημειώσεων υποθήκης επί του ιδανικού του μεριδίου στα άνω ακίνητα. Συγκεκριμένα, οι τράπεζες Εθνική, Εμπορική και Πειραιώς απέστειλαν, μετά από αίτηση του πρώτου εναγομένου, τις από 20-9-2000, 19-9-2000 και 18-9-2000, αντίστοιχα, επιστολές τους προς αυτόν, στις οποίες δηλώνουν ότι μετά από εξόφληση των απαιτήσεών τους ή τον επιτευχθέντα συμβιβασμό ως προς αυτές, συναινούν στην, με έξοδα του, εξάλειψη των προσημειώσεων υποθήκης, που έχουν εγγραφεί στα ακίνητα του, 1) για ποσά 50.000.000 και 30.000.000 δραχμών υπέρ της Εθνικής τράπεζας, 2) για ποσά 5.000.000 και 5.000.000 δραχμών υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας και 3) για ποσά 25.000.000 και 25.000.000 δραχμών υπέρ της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης.
Επίσης ανάλογη επιστολή απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο και η εταιρία "....... ΟΕ", με την οποία δηλώνει ότι παρέλαβε σε μετρητά το ποσό των 13.000.000 δραχμών ως πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησής της και ότι συναινεί στην εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγράψει στα ακίνητα του πρώτου εναγομένου.
Οι εναγόμενοι προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τους ισχυρισμούς, τους οποίους και επαναφέρουν με λόγους εφέσεως, 1) ότι το τίμημα του ποσού των 25.769.214 δραχμών, που ο πρώτος εναγόμενος έλαβε από την δεύτερη εναγομένη από τις άνω πωλήσεις, το διέθεσε για πληρωμή χρεών προς τους παραπάνω δανειστές του (τράπεζες και ιδιώτες) και 2) ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις δεν έγιναν με πρόθεση και εν γνώσει τους προς βλάβη του αντιδίκου τους.
Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ο μεν πρώτος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η πώληση και η μεταβίβαση των ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο στη δεύτερη εναγομένη, ακόμη και αν έγινε με σκοπό την εξεύρεση χρημάτων για την εξόφληση ληξιπροθέσμων χρεών του πρώτου εναγομένου, αποτελεί απαλλοτρίωση και υπόκειται σε διάρρηξη, οι δε δύο άλλοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε και προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι και πρόθεση είχαν να βλάψουν τα συμφέροντα του ενάγοντος και εν γνώσει τους έγιναν οι μεταβιβάσεις για το σκοπό αυτόν, καθόσον γνώριζαν ότι με τις απαλλοτριώσεις των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, θα βρισκόταν σε τέτοια οικονομική κατάσταση ο πρώτος εναγόμενος, ώστε η περιουσία που του απέμεινε, να μην αρκεί για την ικανοποίηση της κατ' αυτού απαίτησης του ενάγοντος".
Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την αγωγή και από ουσιαστικής απόψεως και, μετ' επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης, απάγγειλε την υπέρ του αναιρεσιβλήτου διάρρηξη της δεύτερης μόνον από τις προσβαλλόμενες καταδολιευτικές συμβολαιογραφικές δικαιοπραξίες, και ειδικότερα εκείνης που περιέχεται στο.......
συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα και ως προς το τέταρτο ακίνητο (οικόπεδο με οικία). Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, άλλά ούτε και εκ πλαγίου, τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 και 940 εδ. β' Α.Κ. ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος και το ότι η απαλλοτρίωση για την εξεύρεση μέσων προς εξόφληση ληξιπρόθεσμου χρέους υπόκειται σε διάρρηξη και εμπίπτει στη ρύθμιση της δεύτερης διάταξης και διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες ταυτόσιμοι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται με την απόφαση οι πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμoι και απορριπτέοι, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.4.2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 136/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ