Legislator Case Law & Legislation
940/2017 AI generated

Appeal against minor's representation dismissed; appeal against adult's representation allowed regarding damages amount.

Case Number 940/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the minor child who was improperly represented by her mother, ruling the request inadmissible. Conversely, the appeal concerning the adult child was allowed, overturning the lower court's decision on the specific amount of damages awarded for mental suffering. The court ordered a retrial of the damages portion before a different judge while assigning costs to the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63, 64, 127, 1510 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code; Article 580 of the Code of Civil Procedure: A minor must be represented by parents exercising joint custody and cannot appear in court independently; an appeal regarding a minor's representation is inadmissible, whereas an appeal regarding an adult's representation is admissible and may succeed if the lower court violated substantive law or proportionality principles.

Keywords

AI generated
minor representation joint parental custody admissibility of appeal mental suffering damages retrial before different judge legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 63 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 64 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 127 of the Civil Code
Article 1510 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 940 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 940/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Ο. Σ. του Κ., 2) Π. - Σ. Σ. του Δ., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την πρώτη αναιρεσίβλητη Ο. Σ., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα και επιμέλεια αυτής, κατοίκων ..., 3) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ... και 4) Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αποστολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που στην από 11-1-2017 ως άνω δήλωσή του, καθώς και στις από 16-1-2017 προτάσεις του δήλωσε ότι η κόρη της 1ης των αναιρεσιβλήτων Π. - Σ. Σ. του Δ. (2η στο αναιρετήριο), της οποίας ασκούσε τη γονική μέριμνα, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο με πληρεξούσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 702/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6077/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της από 20-2-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 6077/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.

Ικανός δε για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 127 του Α.Κ., είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Επομένως, ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σε αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν την γονική μέριμνα (άρθρο 1510 Α.Κ.).

Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητος του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 286 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και κατά την οποία η διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου, επέρχεται μόνο αν η μεταβολή αυτή συμβεί εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, προκύπτει ότι όταν ο ανήλικος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην κατ’ έφεση δίκη από τον γονέα που ασκούσε την επιμέλειά του, ενηλικιώθηκε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, η αναίρεση κατά της τελευταίας πρέπει να απευθύνεται προσωπικά κατ’ αυτού που ήδη ενηλικιώθηκε και όχι κατά του γονέα που ασκούσε την επιμέλειά του, ο οποίος δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός της ενηλικιώσεως (ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 181/2011).

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε κατά διαδίκου που είχε ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω ελλείψεως αναγκαίας διαδικαστικής προϋποθέσεως, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξεως, εκτός αν, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων αγνοεί την ενηλικίωση του διαδίκου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6077/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, με την οποία συνεκδικάστηκαν δύο (2) εφέσεις, ήτοι:

α) η από 9.5.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2013) έφεση του πρώτου εναγομένου Β. Μ. (ήδη μη διαδίκου) και β) η από 9.5.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2013) έφεση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.Γ.Α. - ..." ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 702/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 14.6.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων περί αποζημιώσεώς τους και χρηματικής τους ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), κατά την, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στις 23.1.2014, η ήδη 1η αναιρεσίβλητη Ο. Σ., η οποία πρωτοδίκως εκπροσωπούσε την ανήλικη θυγατέρα της ήδη 2η αναιρεσίβλητη Π. - Σ.

Σ., ως ασκούσα την γονική μέριμνά της, δήλωσε, διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ότι η ως άνω ανήλικη ενηλικιώθηκε ήδη από τις 29.11.2012 και ότι συνεχίζει η ίδια την δίκη, λόγος για τον οποίο η τελευταία συνέχισε την δίκη, παρισταμένη με το δικό της όνομα κατά την συζήτηση των προαναφερομένων εφέσεων, περιληφθείσης σχετικής διατάξεως στην προσβαλλομένη απόφαση (βλ.

πέμπτο φύλλο αυτής). Κατά συνέπειαν, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Π. - Σ. Σ. του Δ., νομίμως εκπροσωπουμένης από την πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα της Ο. Σ., ως ασκούσα την γονική της μέριμνα, της οποίας την ενηλικίωση γνώριζε, κατά τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων κατάθεση εγγράφων προτάσεων και στο όνομα της ανωτέρω ενηλικιωθείσας θυγατέρας της πρώτης τούτων και δήλωση αυτού στο ακροατήριο ότι η ενηλικιωθείσα ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη συνεχίζει την δίκη στο δικό της όνομα είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού η τελευταία δεν κατέστη διάδικος στην παρούσα δίκη.

Αυτό αφενός μεν διότι η αίτηση αναιρέσεως δεν στράφηκε κατ’ αυτής ατομικά παρά το ότι κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της ήταν ήδη ενήλικη, αφετέρου δε διότι δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, αφού η ενηλικίωση της εν λόγω αναιρεσίβλητης επήλθε πριν από την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακόλουθα, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 286 επ.

του Κ.Πολ.Δικ. για διακοπή ή επανάληψη της δίκης (ΑΠ 639/2016, ΑΠ 1288/2012). Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/ 2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 5.10.2010 και περί ώρα 00:15 ο Μ.

Σ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της λεωφόρου Ηρακλείου, στο Ηράκλειο Ν. Αττικής, με κατεύθυνση προς Πεύκη, με πρόθεση να στρίψει στην κάθετη οδό ... και να μεταβεί στην οικία του επί της οδού .... Η λεωφόρος Ηρακλείου στο ύψος της συμβολής με την οδό ...

είναι οδός ευθεία, οριζόντια, με απεριόριστη ορατότητα, διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 13,6 μ., με δυο λωρίδες ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους εκάστου ρεύματος 6,80 μ. και διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, η οποία τελειώνει 7,50 μέτρα περίπου πριν από τη συμβολή των προαναφερομένων οδών. Στη διαχωριστική νησίδα, η οποία είναι πλάτους 1 μ.

υπήρχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος ψηλοί θάμνοι και δέντρα. Κατά τον ανωτέρω σημειούμενο τόπο και χρόνο ήταν νύκτα, υπήρχε όμως επαρκής δημοτικός φωτισμός κίτρινου χρώματος, το οδόστρωμα άσφαλτος και στις δύο οδούς ήταν ξηρό, επικρατούσε καλοκαιρία και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ρυθμίζεται σε 50 χλμ.

την ώρα, λόγω πινακίδας (Ρ-32). Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού ..., η οποία είναι μονής κατεύθυνσης και διασταυρώνεται κάθετα με την λεωφόρο Ηρακλείου.

Είχε δε πρόθεση να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα της λεωφόρου Ηρακλείου και να περάσει απέναντι, με κατεύθυνση από Μεταμόρφωση προς Μαρούσι και τελικό προορισμό το Πολύγωνο, όπου και η κατοικία του. Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφτασε στη διασταύρωση της οδού ..., όπου η κυκλοφορία για τα οχήματα ρυθμίζεται από ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (Ρ-2) ΣΤΟΠ, δεν ενήργησε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, ως μέσος συνετός οδηγός και συγκεκριμένα δεν ακινητοποιήθηκε προ αυτής, προκειμένου να ελέγξει την επί της λεωφόρου Ηρακλείου, στην οποία θα εισερχόταν, κίνηση των οχημάτων και παραχωρήσει την προτεραιότητα σ’ αυτά.

Αντίθετα συνέχισε την κίνησή του και εισήλθε στη λεωφόρο Ηρακλείου και αφού διέσχισε κάθετα το ρεύμα καθόδου αυτής, συνέχισε την πορεία του, προκειμένου να διασχίσει και το άλλο ρεύμα. Ωστόσο, δεν ανέμενε στο μέσο της διασταυρώσεως για να ελέγξει τη κυκλοφορία των οχημάτων του ανερχόμενου ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου Ηρακλείου, προς Πεύκη, δεδομένου ότι για τα οχήματα που κινούνται στην οδό ...

και εξέρχονται προς τη λεωφόρο Ηρακλείου η ορατότητα προς το ρεύμα αυτό περιορίζεται από τους θάμνους και τα δέντρα που έχουν φυτευθεί κατά μήκος της νησίδας, ύψους 1 - 1,40 μ., με αποτέλεσμα να εισέλθει και να καταλάβει τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος ανόδου και να παρεμβληθεί με τον τρόπο αυτό, στην κανονική πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Μ.

Σ.. Ο τελευταίος αιφνιδιασθείς από την ξαφνική κίνηση του ως άνω οχήματος προέβη σε άμεση τροχοπέδηση, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (βλ. την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας, όπου αναφέρεται ότι τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας ήταν μήκους 4 μ. περίπου), πλην όμως ανεπιτυχώς, λόγω της μικρής απόστασης από το αυτοκίνητο αυτού, σε συνδυασμό με την αμείωτη ταχύτητα αυτού του τελευταίου.

Η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της διασταυρώσεως και στο μέσον περίπου του ρεύματος ανόδου της λεωφόρου Ηρακλείου. Ειδικότερα επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του επί της δεξιάς πόρτας του συνοδηγού του αυτοκινήτου του εναγομένου, το οποίο αυτοκίνητο στη συνέχεια εξετράπη αριστερά και πλαγιολισθαίνοντας επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του σε πινακίδα σήμανσης και τέλος σε σταθμευμένο όχημα.

Συνεπεία της ανωτέρω σύγκρουσης, ανετράπη η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Μ. Σ. και αυτός έπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, υποστάς ειδικότερα βαρειές εγκεφαλικές κακώσεις κεφαλής και θώρακος, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του. Η μοτοσικλέτα, η οποία ήταν εφοδιασμένη με σύστημα τηλεματικής προστασίας (GPRS), σύμφωνα με το αρχείο και την καταγραφή της περιοδικής της θέσης και κίνησης περί ώρα 00.07.45 είχε αναπτύξει ταχύτητα περί τα 80 χλμ/ω.

Περί ώρα 00.08.07 βρισκόταν στο σημείο του ατυχήματος με τελική καταγραφείσα ταχύτητα περί τα 28 χλμ/ω, γεγονός που σημαίνει ότι ο θανών μοτοσικλετιστής αφενός μείωσε την ταχύτητά του, επειδή είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει στροφή δεξιά στην οδό ..., για να κατευθυνθεί στην κατοικία του, αφετέρου μόλις είδε το όχημα του εναγομένου τροχοπέδησε για να αποφύγει τη σύγκρουση.

Αποκλειστικός υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος, είναι ο ανωτέρω οδηγός του ΙΧΕ οχήματος, πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε και μπορούσε να πράττει, εν όψει του ότι πλησίαζε σε διασταύρωση με δρόμο, έναντι των κινουμένων οχημάτων του οποίου, υποχρεούνταν να παραχωρήσει προτεραιότητα, δεν ακινητοποιήθηκε προ της διασταυρώσεως για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της λεωφόρου Ηρακλείου, καθώς ήταν υπόχρεος να πράξει τούτο, λόγω του στην πορεία του, υπάρχοντος σήματος υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) και ακολούθως να αναμείνει στο μέσο της διασταυρώσεως για να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων του ανερχόμενου ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου Ηρακλείου, προς Πεύκη, δεδομένου ότι για τα οχήματα που κινούνται στην οδό ...

και εξέρχονται προς τη λεωφόρο Ηρακλείου η ορατότητα προς το ρεύμα αυτό περιορίζεται από τους θάμνους και τα δέντρα που έχουν φυτευθεί κατά μήκος της νησίδας. Από το σημείο δε αυτό είχε τη δυνατότητα ελέγχου σε μεγάλη απόσταση (μεγαλύτερη των 40 μέτρων) δεδομένου ότι η λεωφόρος Ηρακλείου είναι ευθεία οριζόντια και η ορατότητα δεν περιορίζεται από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, διότι από το σημείο αυτό η ορατότητα δεν περιορίζεται πλέον από τους θάμνους που υπήρχαν στη νησίδα, η οποία μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, απέχει από το σημείο αυτό περί τα 7,5 μ.

Έτσι εάν είχε διακόψει την πορεία του στο μέσο της διασταυρώσεως και ελέγξει το ρεύμα ανόδου της λεωφόρου ..., θα είχε αντιληφθεί τα φώτα της κινούμενης σε αυτό δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών, ενόψει μάλιστα και του ότι ο τελευταίος οδηγούσε στο μέσον του ρεύματος πορείας του (βλ. σχεδιάγραμμα τροχαίας) και όχι πλησίον της νησίδας και δεν θα επιχειρούσε να συνεχίσει την πορεία του επί της λεωφόρου Ηρακλείου.

Εν τούτοις εξήλθε στη λεωφόρο Ηρακλείου και ανέλεγκτα διέσχισε το ρεύμα καθόδου αυτής και ακολούθως και το ρεύμα ανόδου αυτής, με αποτέλεσμα να σημειωθεί η ένδικη σύγκρουση κατά παράβαση των άρθρ. 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 4, και 4 παρ. 3 Ρ-2 του ΚΟΚ και 330 εδ. β’ ΑΚ. Αντίθετα τον θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας, δεν βαρύνει καμία αμέλεια, ως προς την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, διότι αυτός κινούνταν κανονικά εντός του ρεύματος πορείας του, λαμβανομένου επίσης υπ’ όψει ότι κινούνταν μεν με ταχύτητα πάνω από το επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ω, ωστόσο αυτή μειώθηκε σε 28 χλμ/ω όταν αυτός πλησίασε κοντά στην συμβολή με την οδό ..., στο σημείο της σύγκρουσης μετά από σχετική αντίδρασή του και με δεδομένη την πρόθεσή του να εισέλθει στην ..., ενώ λόγω του αιφνιδιασμού του και της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση, παρά την πέδηση που πραγματοποίησε.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ένδικο ατύχημα". Με βάση τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές και κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον συναφή λόγο της εφέσεως της τελευταίας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί εν μέρει την από 14.6.2011 αγωγή των τεσσάρων (4) πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Β.

Μ. και της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας περί επιδικάσεως σ’ αυτούς αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, μετά την απόρριψη ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν της προβληθείσας από αμφοτέρους τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν.

ΓΠΝ/1911, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 4 και 4 παρ. 3 P-2 του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε ο ανωτέρω οδηγός για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι οδήγηση χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, μη συμμόρφωσή του με την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP) και μη ακινητοποίησή του προ της διασταυρώσεως για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της λεωφόρου Ηρακλείου και ακολούθως να αναμείνει στο μέσον της διασταυρώσεως για να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων του ρεύματος ανόδου της λεωφόρου ....

Παράλληλα, με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογεί την απόρριψη της προταθείσας από την αναιρεσείουσα ενστάσεως συνυπαιτιότητας του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφού, όπως δέχθηκε, αυτός εκινείτο κανονικά εντός του ρεύματος πορείας του, ότι ναι μεν εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο όριο των 50 χ/ω, όμως η εν λόγω ταχύτητα μειώθηκε στα 28 χ/ω όταν αυτός πλησίασε κοντά στην συμβολή με την οδό ..., ενώ λόγω του αιφνιδιασμού του και της μικρής αποστάσεως των δύο οχημάτων, δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση, παρά την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται, δεν διευκρινίζεται: 1) το σημείο που βρισκόταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα (σε πόση απόσταση από το σημείο της συγκρούσεως) όταν ο οδηγός της αντελήφθη την κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου και από πόση απόσταση (αφού αντελήφθη την κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου) άρχισε να ανακόπτει ταχύτητα και ταυτόχρονα (την ίδια χρονική στιγμή) σε πόση απόσταση πριν την διασταύρωση ήταν το όχημα που οδηγούσε ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα οδηγός, 2) από πόση απόσταση ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητο και από πόση απόσταση τροχοπέδησε για να αποφύγει τη σύγκρουση, 3) από ποιό σημείο και σε ποιά απόσταση έγινε η μείωση της ταχύτητας από 50 χ/ω σε 28 χ/ω και αν αυτή (μείωση της ταχύτητας) έγινε προοδευτικά ή απότομα, 4) πόση απόσταση διήνυσε το ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα όχημα από την στιγμή που έγινε αντιληπτή η κίνησή του από τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Μ.

Σ., 5) δεν αναφέρονται οι τελικές θέσεις των οχημάτων, στις οποίες βρέθηκαν αυτά μετά τη σύγκρουση και 6) ενώ δέχεται ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα κατά την στιγμή του ατυχήματος εκινείτο με μικρή ταχύτητα και δη 28 χ/ω, δέχεται περαιτέρω "η μοτοσυκλέτα επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος της επί της δεξιάς πόρτας του συνοδηγού του αυτοκινήτου του εναγομένου, το οποίο αυτοκίνητο στη συνέχεια εξετράπη αριστερά και πλαγιολισθαίνοντας επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του σε πινακίδα σημάνσεως και τέλος σε σταθμευμένο όχημα", δηλαδή δέχεται ότι η σφοδρότητα της συγκρούσεως και τα εξ αυτής παραπάνω αναφερόμενα αποτελέσματα (εκτροπή προς τα αριστερά του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πλαγιολίσθησή του, πτώση του με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του πάνω σε πινακίδα σημάνσεως και στη συνέχεια πάνω σε σταθμευμένο όχημα) συνάδουν με την μικρή ταχύτητα των 28 χ/ω.

Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβιάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ’ ακολουθίαν, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέοι.

Kατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. α’ και β’ του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα τρίτο λόγο αναιρέσεως μέρος, και κατά το μέρος που αφορά στους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη) τα εξής: "...Ο Μ.

Σ., ηλικίας 26 ετών, γιος της πρώτης ενάγουσας... ετεροθαλής αδελφός του τρίτου και εγγονός της τέταρτης των εναγόντων κατοικούσε στο ίδιο σπίτι με τη μητέρα του και τα αδέρφια ενώ ο πατέρας του Δ. Σ. είχε αποβιώσει το 1996. Ήταν υγιής και σε καλή φυσική και σωματική κατάσταση. Οι ενάγοντες συνδέονταν με τον θανόντα με στενό ψυχικό δεσμό και αγάπη και ο βίαιος θάνατός του τους προκάλεσε ψυχικό άλγος.

Πρέπει, λοιπόν, να επιδικαστεί σε καθένα των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την απώλεια του προαναφερθέντος συγγενούς τους. Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες θανάτου του θύματος, την ηλικία του, την καλή κατάσταση της υγείας του, το βαθμό της συναισθηματικής σύνδεσης εκάστου των εναγόντων μαζί του, που ήταν ανάλογος με τη μεταξύ τους εξ αίματος συγγένεια, την ένταση και διάρκεια του ψυχικού του άλγους, τις συνθήκες τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας που προαναφέρθηκαν, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (πλην της ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), προσδιορίζει τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη ενός εκάστου των εναγόντων στα ακόλουθα εύλογα και ανάλογα για τον καθένα ποσά:

για την πρώτη ενάγουσα (μητέρα) στο ποσό των 150.044 ευρώ, για τον τρίτο ενάγοντα (ετεροθαλή αδελφό) στο ποσό των 70.044 ευρώ... Για την τέταρτη ενάγουσα (γιαγιά), το ποσό των 40.000 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του προσδιόρισε τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των ως άνω εναγόντων, στα ίδια πιο πάνω ποσά, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι των υπό κρίση εφέσεων του Β.

Μ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", με τους οποίους αυτοί υποστηρίζουν ότι τα ποσά που επιδικάστηκαν στους άνω ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι υπερβολικά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των παραπάνω αναφερομένων αναιρεσιβλήτων στα ποσά των 150.044 ευρώ για την μητέρα, 70.044 ευρώ για τον ετεροθαλή αδελφό και 40.000 ευρώ για την γιαγιά, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση είναι μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ’ ακολουθίαν ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού που αφορά στους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ’ αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα οποία είναι καταφανώς μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς επίσης και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και συγκεκριμένα ως προς το ύψος της επιδικασθείσας στους παραπάνω αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην εις το διατακτικό ανάλογη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απερρίφθη η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και η οποία είχε κοινή παράσταση με τους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας.

Επίσης οι πρώτη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στην ανάλογη δικαστική δαπάνη της καταθέσασας προτάσεις αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε μεν σε ολόκληρη την δικαστική δαπάνη, η οποία όμως κατά το ένα μέρος της αντιστοιχούσε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία ηττήθηκε (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης της (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 20.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της 6077/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Π. - Σ. Σ., που φέρεται εκπροσωπούμενη από την Ο. Σ., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην ανάλογη δικαστική δαπάνη της ως άνω δεύτερης αναιρεσίβλητης εκ χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ.

Αναιρεί την 6077/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους πρώτη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων στην ανάλογη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ