Supreme Court annuls appealable judgment partially and rejects request to restore case due to vague amount specification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the lower court's judgment regarding specific compensation items while remanding the case for retrial. The appellant requested restoration of the case to pre-execution status, demanding the return of 56,500 euros paid voluntarily. The court rejected this request because the appellant failed to specify the exact amounts corresponding to the annulled items and their accrued interest, rendering the request legally vague and unenforceable.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 216, 217 of the Code of Civil Procedure: A request to restore the case to its previous state is inadmissible if it fails to specify the exact amounts paid and interest applicable to the annulled portions, thereby preventing the court from determining the restitution sum.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 940 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 940/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ι. Σ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Κετικόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-03-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 24311/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 2653/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-3-2010 αίτηση αναίρεσης και τους από 31-3-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 12-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και πέμπτου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του, του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής καθώς και επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη αυτών, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ.38 Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στη παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από τον εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι ο παραγωγός (πλασιέ) μπορεί να συνδέεται με αυτόν που τον προσλαμβάνει εργοδότη με σύμβαση παροχή εξαρτημένης εργασίας, η οποία υπάρχει όταν ο παρέχων την εργασία του με μισθό αδιαφόρως του τρόπου κατά τον οποίον αυτός καθορίζεται και καταβάλλεται, υποβάλλεται έναντι του εργοδότη σε νομική εξάρτηση που εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, το τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και της εν γένει επιμελούς εκτέλεσης αυτής, δίδοντας τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, τα εξής: «Ο εναγόμενος διατηρεί και εκμεταλλεύεται με έδρα τη Θεσσαλονίκη ατομική επιχείρηση εμπορίας φροντιστηριακού υλικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, η οποία απευθύνεται σε μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Η εκπαίδευση του αυτή φέρει το διακριτικό τίτλο "ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ". Για τις ανάγκες της ο εναγόμενος έχει οργανώσει δίκτυο περιοδευόντων πωλητών - πλασιέ και προωθεί το φροντιστηριακό υλικό του σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια. Στη προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη η από 4-10-1994 έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος προσέλαβε τον ενάγοντα προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του ως υπάλληλος γραφείου - περιοδεύων πωλητής - πλασιέ και να προωθεί το φροντιστηριακό υλικό της σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια.
Ειδικότερα, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να προβαίνει στη διάδοση και διάθεση των εμπορευμάτων και υπηρεσιών της επιχείρησης του εναγομένου, σε πελάτες που ο ίδιος ο ενάγων θα εξεύρισκε στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας, υπό την ιδιότητα του παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ). Όπως ρητά συμφωνήθηκε με το ως άνω συμφωνητικό ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του επί πέντε ημέρες την εβδομάδα για όσο διάστημα θα εργαζόταν σε ημερήσια ταξίδια με έδρα τη Θεσσαλονίκη, και επί επτά ημέρες την εβδομάδα για όσο διάστημα θα εργαζόταν στην επαρχία.
Ακόμη, ανέλαβε την υποχρέωση: α) να μη προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ανταγωνιστική επιχείρηση, β) να μην αναπαραγάγει (για ίδιο όφελος) έντυπα που ανήκαν στην πνευματική ιδιοκτησία της επιχείρησης του εναγομένου και γ) να επιμορφώνει πρακτικά και θεωρητικά νέους συνεργάτες της επιχείρησης στην εκμάθηση τεχνικής της πώλησης.
Με το ίδιο συμφωνητικό ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αναγγείλει την πρόσληψη του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ και να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ για 25 ημέρες το μήνα. Ως αμοιβή του συμφωνήθηκε πάγιος μηνιαίος μισθός ύψους 150.000 δρχ., που θα καταβαλλόταν σε δύο δόσεις η πρώτη στις 15 και η δεύτερη στις 30 ή 31 του μήνα, ανεξαρτήτως του αριθμού παραγωγής εγγραφών μαθητών, δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα, αποδοχές και επίδομα άδειας.
Επιπρόσθετα δε συμφωνήθηκε προμήθεια επί των πωλήσεων (εγγραφές μαθητών) ποσοστού 32% επί του ποσού της συνολικής αξίας των διδάκτρων και πάντα στην αρχική τιμή των δόσεων. Το ποσοστό αυτό της προμήθειας συμφωνήθηκε να του καταβάλει ο εναγόμενος με την είσπραξη του 40% της αξίας των διδάκτρων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο νόμιμος κατ' άρθρο 361 ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου που συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, την οποία παραδεκτά προτείνει με τις προτάσεις του ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου του, στην περίπτωση που κατά τη συμφωνία του ενάγοντος με τον εκάστοτε πελάτη δεν εισπράττετο το 40% της αξίας των διδάκτρων, συμφωνήθηκε ο ενάγων να κρατεί την προκαταβολή που εισέπραξε από τον πελάτη καθώς και τις συναλλαγματικές η αξία των οποίων μαζί με την προκαταβολή που εισέπραξε από τον πελάτη θα συμπληρώνουν το 40% της αξίας των διδάκτρων.
Με τη λήξη τους ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παραδίδει τις συναλλαγματικές αυτές στον εναγόμενο, ο οποίος θα του κατέβαλε την προμήθειά του επί της συνολικής αξίας των διδάκτρων. Εφόσον όμως οι συναλλαγματικές δεν πληρωθούν ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει το ποσό της προμήθειας που εισέπραξε.
Στην περίπτωση που η επιχείρηση εισέπραττε με οποιοδήποτε τρόπο την αξία των διδάκτρων ή μέρος αυτών από τον πελάτη, ο ενάγων δικαιούτο το ανάλογο ποσοστό της προμήθειάς του. Εφόσον όμως η επιχείρηση δεν εισέπραττε τουλάχιστον το 40% της συνολικής αξίας των διδάκτρων από τον πελάτη, ο ενάγων δεν δικαιούτο προμήθεια.
Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι σε περιπτώσεις που ο τελευταίος διηύθυνε ομάδα συνεργατών παραγωγούς πωλήσεων της επιχείρησης, θα ελάμβανε προμήθεια ποσοστού 5% επί της συνολικής αξίας της ομάδος. Τα ως άνω συμφωνηθέντα ορίστηκε να ισχύουν και για την προμήθεια αυτή. Τέλος συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ο ενάγων θα δικαιούται προμήθεια 32% μέχρι του ποσού που θα εισπραχθεί από την επιχείρηση (με την προϋπόθεση ότι αυτό υπερβαίνει το 40% του τμήματος).
Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε μέχρι τις 30-8-1995 οπότε θα έληγε ή θα ανανεώνονταν και πάλι με όρους που οι συμβαλλόμενοι θα ξανασυζητούσαν ... . Με τους ως άνω όρους και ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου από την πρόσληψη του μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασής του (30.8.1995). Μετά την ημερομηνία αυτή εξακολούθησε να απασχολείται στην επιχείρηση, με τους ίδιους όρους και συνθήκες, χωρίς την εναντίωση του εναγομένου, ώστε αυτή κατέστη αορίστου χρόνου.
Στη συνέχεια, από το Φεβρουάριο του 2005, ο πάγιος μισθός του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 1.000,00 ευρώ ... το ποσοστό της προμήθειάς του επί των πωλήσεων (εγγραφές μαθητών) που πραγματοποιούσε ο ίδιος σε 40% επί του ποσού της συνολικής αξίας των διδάκτρων και το ποσοστό προμήθειάς του επί των πωλήσεων (εγγραφές μαθητών) που πραγματοποιούσαν οι άλλοι πωλητές της επιχείρησης, τους οποίους είχε εκπαιδεύσει και οργανώσει σε 17% επί του ποσού της συνολικής αξίας των διδάκτρων, αφού αφαιρούνταν η αξία του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που ο εναγόμενος χορηγούσε δωρεάν σε κάθε πελάτη, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, ο φόρος του διδακτικού υλικού καθώς και το ύψος των προμηθειών των ως άνω πωλητών, τις επισκέψεις των οποίων καθόριζε ο ίδιος ο ενάγων.
Παράλληλα, καθιερώθηκε στην πράξη να κρατεί τις συναλλαγματικές που συμφωνήθηκε να πληρώνουν οι πελάτες με μετρητά στον ίδιο μέχρι να τις εισπράξει και σε αντίθετη περίπτωση για εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη τους. Συνακόλουθα, ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου με σύμβαση παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ), δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος του ανέθεσε και ο ίδιος ανέλαβε τη διάδοση και τη διάθεση των εμπορευμάτων της επιχείρησής του, με αμοιβή μεγαλύτερη πείρα από τον ή πάγιο μισθό και επιπρόσθετα ποσοστά επί των εισπράξεων των πωλήσεων.
Ειδικότερα επειδή, ο ενάγων είχε μεγαλύτερη πείρα από τον εναγόμενο στις πωλήσεις φροντιστηριακού υλικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή και ο τελευταίος του είχε εμπιστοσύνη, του ανέθεσε εκτός από την εκπαίδευση των νέων πωλητών και την οργάνωση των πωλήσεων των προϊόντων της επιχείρησής του. Συγκεκριμένα στην αρχή κάθε σαιζόν ο ενάγων ενεργώντας κατ' εντολή του εναγομένου, συγκέντρωνε τους πωλητές της επιχείρησης, οι οποίοι κάποια εποχή υπερέβησαν τους δέκα, και διένειμε σ' αυτούς το χώρο ευθύνης τους στην Ελληνική Επικράτεια.
Με τον τρόπο αυτό καθόριζε τον τόπο εργασίας των πωλητών της επιχείρησης, υπό την έγκριση πάντα του εναγομένου εργοδότη του, και συνεπώς και του ίδιου. Επειδή δε εκτός από ικανός πωλητής και εκπαιδευτής ήταν καλός και στην οργάνωση της επιχείρησης και οι πωλήσεις της κατ' έτος αυξάνονταν με αριθμητική πρόοδο, ο εναγόμενος εξακολούθησε να εμπιστεύεται την οργάνωση των πωλητών της επιχείρησής του στον ενάγοντα μέχρι και το έτος 2005 σε εκτέλεση της σύμβασής του και του πλάνου που ο ίδιος σχεδίαζε, ο ενάγων επισκέπτονταν ως πωλητής την ευρύτερη περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης και των πλησιέστερων νομών της Μακεδονίας, εργαζόμενος επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, εφόσον υπήρχαν τα χρονικά περιθώρια της επιστροφής του αυθημερόν στη Θεσσαλονίκη και στην αντίθετη περίπτωση όπως και όταν επισκέπτονταν και τις λοιπές περιοχές της ευρύτερης Ελληνικής Επικράτειας, εργαζόταν, κατά τη συμβατική δέσμευσή του, επί επτά ημέρες την εβδομάδα.
Για τις ανωτέρω επαγγελματικές μετακινήσεις του ο ενάγων χρησιμοποιούσε, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αυτοκίνητο του εναγομένου, ο οποίος του παρείχε και οδηγό, ενόψει του ότι δεν κατείχε άδεια οδήγησης και δικό του όχημα, οι δε δαπάνες κίνησης του οχήματος βάρυναν τον εναγόμενο. Μάλιστα, για κάποιο χρονικό διάστημα οδηγός του οχήματός του ήταν ο υπάλληλος της επιχείρησης του εναγομένου Η.
Κ. ... . Και ναι μεν ο ενάγων, κατά παραχώρηση του εργοδότη του, καθόριζε κατ' αρχήν τον τόπο που θα απασχολείτο, ελεγχόταν όμως από αυτόν ως προς το εάν παρείχε επιτυχώς τις υπηρεσίες του στον ορισθέντα τόπο κατά τις ημέρες που συμφωνήθηκε να εργάζεται ακολουθώντας τις οδηγίες του εναγομένου, οι οποίες ήταν υποχρεωτικές για κάθε πωλητή της επιχείρησης.
Ειδικότερα, ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να επισκέπτεται καθημερινά γονείς και κηδεμόνες μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην οικία τους, τα στοιχεία των οποίων είχε προμηθευτεί από τα σχολεία τους, προκειμένου να προωθήσει τα προϊόντα της επιχείρησης του εργοδότη του. Ο εναγόμενος δε είχε προμηθεύσει τους πωλητές της επιχείρησής του μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα με πανομοιότυπα ειδικά έντυπα πώλησης (ιδιωτικά συμφωνητικά), τα οποία υπέγραφε αφενός μεν ο πελάτης και αφετέρου ο εκάστοτε πωλητής ενεργώντας για λογαριασμό του εναγομένου, όπου αναφέρονταν οι όροι της πώλησης και ο τρόπος πληρωμής, που καθορίζονταν τοις μετρητοίς και σε δόσεις.
Τους όρους αυτούς, ήτοι την αξία των πωλουμένων προϊόντων και τον τρόπο της πληρωμής τους δεν είχε τη δυνατότητα να τους διαφοροποιήσει ο ενάγων. Σε τακτά χρονικά διαστήματα ο ενάγων απέδιδε λογαριασμό στον εναγόμενο, παραδίδοντας τα χρήματα που εισέπραξε, πλην της προμήθειάς του, καθώς και τις συναλλαγματικές που δεν είχε δικαίωμα να κρατήσει.
Συνεπώς ο εναγόμενος είχε προβεί στην παροχή δεσμευτικών οδηγιών και εντολών προς τον ενάγοντα αναφορικά με την παροχή της εργασίας του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί να αξιώνει την επιμελή τήρηση αυτών. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι ως άνω συμβαλλόμενοι με τη σύναψη της ανωτέρω απέβλεπαν στην παροχή της εργασίας του ενάγοντος που συμφωνήθηκε, όπως είναι ο κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης, και ότι ο τελευταίος κατά την εκτέλεσή της ως εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εναγόμενο εργοδότη του.
Και ναι μεν αποδείχτηκε ότι σκοπός των ως άνω διαδίκων, για τον οποίο καταρτίστηκε η ανωτέρω σύμβαση, ήταν παράλληλα και η επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και συγκεκριμένα η αύξηση εσόδων αντίστοιχα της επιχείρησης του εναγομένου και του ανταγωνισμού της με ομοειδείς επιχειρήσεις, αύξηση η οποία είχε ως αποτέλεσμα και την αύξηση της προμήθειας του ενάγοντος που συνίστατο σε ποσοστό επί των εισπράξεών του, όμως τούτο και μόνο δεν υποδηλώνει χωρίς άλλο ότι ο ενάγων δεν τελούσε υπό την εξάρτηση και τις οδηγίες του εργοδότη του με την έννοια της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Ενόψει δε του ότι είχε επιφυλάξει ως εργοδότης και διατηρούσε, κατά την συμφωνία των διαδίκων, αλλά και ασκούσε στην πράξη δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας της εν γένει δραστηριότητας του ενάγοντος ως εργαζομένου, που συνάπτεται με την εκτέλεση της σύμβασής του και ιδίως ως προς τον τόπο (με τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν), τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, υφίσταται εν προκειμένω το ποιοτικό εκείνο κριτήριο που χαρακτηρίζει τη σχέση των διαδίκων ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Για το ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καταθέτει μετά λόγου γνώσης ο μάρτυρας απόδειξης. Η κρίση αυτή ενισχύεται από: α) το γεγονός ότι ο ενάγων επί δώδεκα περίπου έτη απασχολείτο αποκλειστικά στην επιχείρηση του εναγομένου, χωρίς δυνατότητα απασχόλησης σε άλλον εργοδότη, β) το ότι δικαιούτο και του κατεβάλετο πάγιος μηνιαίος μισθός και στη περίπτωση που δεν πραγματοποιούσε πωλήσεις, γ) το ότι ο εναγόμενος ανήγγειλε την πρόσληψή του ως εργαζομένου στον ΟΑΕΔ, δ) το ότι του επικολλούσε ένσημα του ΙΚΑ ..., ε) το ότι ο εναγόμενος δεν προέβη σε αναγγελία κατά το άρ. 1 παρ. 1 εδ.
α' ν. 2639/1998 στην αρμόδια αρχή (οικεία επιθεώρηση εργασίας), της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στ) το ότι ο ίδιος ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε καθόλο το χρονικό διάστημα που απασχόλησε τον ενάγοντα στην επιχείρησή του ότι η σχέση που συνέδεε μ' αυτόν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας καταβάλοντάς του δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας και ζ) το ότι με την από 19-6-2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή του που επέδωσε στον ενάγοντα στις 20-6-2006, ομολόγησε εξωδίκως ότι ο τελευταίος εργάζεται ως πωλητής στην επιχείρησή του «στα πλαίσια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας…».
Επομένως η κρίση αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί από όσα αντίθετα υποστηρίζει ο μάρτυρας ανταπόδειξης και βεβαιώνουν ενόρκως οι μάρτυρες του εναγομένου στις προαναφερθείσες βεβαιώσεις τους αλλά και το γεγονός ότι ο ενάγων, προς εξυπηρέτηση της επιχείρησης του εναγομένου προέβη στην έκδοση φορολογικών στοιχείων ως ελεύθερου επαγγελματία και χορήγησε σ' αυτόν σποραδικά αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Συνακόλουθα, οι διάδικοι συνδέονταν μεταξύ τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου». Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την ένδικη αγωγή, στη συνέχεια, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστική βάσιμη κατά ένα μέρος.
Έτσι που έκρινε, δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αντίθετα διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή αυτών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
Εξάλλου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες και οι λοιπές αιτιάσεις που εμπεριέχονται στον ως άνω λόγο, καθόσον υπό την επίκληση της πλημμέλειας των ανεπαρκών αιτιολογιών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ήταν δε ανάγκη να εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση γιατί αποδείχθηκαν τα κατά την ως άνω απόφαση αποδειχθέντα αλλά μόνο ότι αποδείχθηκαν αυτά.
Περαιτέρω, δεν υπάρχει καμία ασάφεια από την παραδοχή του Εφετείου «από τον Φεβρουάριο του 2005 ο πάγιος μισθός του αναιρεσίβλητου ανήλθε στο ποσό των 1000 ευρώ, το ποσοστό της προμήθειάς του επί των πωλήσεων (εγγραφές μαθητών) που πραγματοποιούσε αυτός σε 40% επί του ποσού της συνολικής αξίας των διδάκτρων και το ποσοστό της προμήθειάς του επί των πωλήσεων (εγγραφές μαθητών) που πραγματοποιούσαν οι άλλοι πωλητές της επιχείρησης που είχε εκπαιδεύσει και οργανώσει σε 17% επί του ποσού της συνολικής αξίας των διδάκτρων, αφού αφαιρούνταν η αξία του ηλεκτρονικού υπολογιστή που ο αναιρεσείων χορηγούσε δωρεάν σε κάθε πελάτη, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, ο φόρος του διδακτικού υλικού καθώς και το ύψος των προμηθειών των ως άνω πωλητών ...» με την άλλη παραδοχή.
«… Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εγκατέστησε στον καθένα από τους πελάτες που αναφέρθηκαν παραπάνω (των οποίων τα συμβόλαια κατέστησαν έγκυρα), υπό τα στοιχεία: α) Δ11, Ε1, 3, 6, 8, 21, 24, 25, 27, 29, 32, 33, 35, 37, 41 και ΣΤ1, 2, 6, 9, 10, 16 και 42 είκοσι δύο (22) υπολογιστές αξίας 430,00 ευρώ ο καθένας, συνολικής αξίας (22 επί 430,00) 9.460,00 ευρώ, β) ΣΤ25, 26, 32, 34, 35, 53, 55 και Ζ1, 4, 7, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 27 και 28 δεκαοκτώ (18) υπολογιστές αξίας 550,00 ευρώ ο καθένας συνολικής αξίας (18 επί 570,00) 9.900 ευρώ, γ) Ε28 και 34, και ΣΤ11, 12, 17, 18 και 20, οκτώ (8) υπολογιστές αξίας 570,00 ευρώ ο καθένας, συνολικής αξίας (8 επί 570) 4.560,00 ευρώ και δ) ΣΤ36 ένα υπολογιστή αξίας 700,00 ευρώ.
Επομένως ο ενάγων δικαιούται α) για την εγκατάσταση των (22+18+8+1) 49 ηλεκτρονικών υπολογιστών που πραγματοποίησε το ποσό των (49 επί 30) 1.470,00 ευρώ και β) το ποσό των (24.620 επί 10%) 2462 ευρώ και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των (1.470,00+2.462,00) 3.930,00 ευρώ ...» ως προς το αν υπήρξε ή όχι συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και ως προς το ζήτημα αυτό.
Και τούτο γιατί από την παραδοχή της προσβαλλομένης. «… Ακόμη δεν του κατέβαλε το ποσό των 30,00 ευρώ για κάθε ηλεκτρονικό υπολογιστή που εγκατέστησε στους πελάτες της επιχείρησης, καθώς και το ποσοστό 10% επί της αξίας του ως άνω υπολογιστή το οποίο επίσης συμφωνήθηκε να του καταβάλει στην περίπτωση που το συγκεκριμένο συμβόλαιο καθίστατο έγκυρο με την καταβολή του 40% της αξίας του από τον πελάτη ...» προκύπτει με σαφήνεια ότι οι προαναφερθείσες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου στηρίζονται στην εκτεθείσα συμφωνία των διαδίκων, από δε το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι δέχεται το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων εμπορευόνταν μόνο φροντιστηριακό υλικό και όχι και ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Εξάλλου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί δημιουργίας αντίφασης από τις προλεχθείσες παραδοχές του Εφετείου υπό τη έννοια ότι ενώ αυτό δέχεται ότι ο άνω αναιρεσείων χορηγούσε δωρεάν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στους πελάτες της επιχείρησής του, παρά ταύτα τον υποχρεώνει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τις πιο πάνω προμήθειες, με συνέπεια, εφόσον χορηγούνταν δωρεάν οι ως άνω υπολογιστές όχι μόνο δεν απεκόμιζε αυτός (αναιρεσείων) κάποιο κέρδος αλλά επιβαρυνόταν με το κόστος αγοράς αυτών, αλλά επιπλέον και με το κόστος των ανωτέρω προμηθειών του αναιρεσιβλήτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον συνιστούν επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του περί του αβασίμου των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου σε σχέση με τις ανωτέρω αμοιβές, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος πρόσθετος λόγος ως αβάσιμος.
Επειδή, με το τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης υπό την έννοια ότι ενώ δέχεται, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ισχυρισμό τον οποίο πρόβαλε αυτός με τις προτάσεις στο Εφετείο, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, ότι για την πληρωμή των προμηθειών του αναιρεσίβλητου θα αφαιρούνταν πρώτα η αξία του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χορηγούσε αυτός δωρεάν σε κάθε πελάτη της επιχείρησής του, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ, ο φόρος του διδακτικού υλικού καθώς και το ύψος των προμηθειών των λοιπών πωλητών που οργάνωνε ο δεύτερος (αναιρεσίβλητος), παρά ταύτα υπολογίζει το ποσοστό των προμηθειών αυτού σε σχέση με τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2005 και 2006, χωρίς όμως να προκύπτει με σαφήνεια άν αφαιρέθηκαν, εκτός της αξίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο ΦΠΑ, και ο φόρος διδακτικού υλικού.
Το Εφετείο, ως προς το άνω ουσιώδες ζήτημα δέχθηκε ανελέκτως τα εξής: «Με το υπ' αριθμ. .../10 -1-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Χ. Ε., από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στο πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αριθμ. .../14-1-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη τη Μ.
Μ., από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στη πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570, με το υπ' αριθμ. .../10-2-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη τη Τ. Κ., από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην ως άνω πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αριθμ. .../12-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Π.
Π. από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον άνω πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αριθμ. .../15-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Μ. Τ., από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αριθμ. .../20-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη την Ε.
Μ., από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 570 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-570) 2430 ευρώ, με το υπ' αριθμ. .../21-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο Π. Κ. από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 570 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-570) 2430 ευρώ, στο υπ' αρ. .../11-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον J.
M., από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αρ. .../15-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον E. L., από ποσό 3000 ευρώ, αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 570 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-570) 2430 ευρώ, με το υπ' αρ. .../18-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο το Κ.
Τ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 570 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-570) 2430 ευρώ, με το υπ' αρ. .../20-4-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον A. R., από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 570 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-570) 2430 ευρώ, με το υπ' αρ. .../10-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Δ.
Ε. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αρ. .../23-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη την Α. Λ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../16-6-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Σ.
Κ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../16-6-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Β. Χ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει ποσό (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../15-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Κ.
Κ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 700 ευρώ και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-700) 2300 ευρώ, με το υπ' αρ. .../26-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Χ. Τ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 430 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-430) 2570 ευρώ, με το υπ' αρ. .../25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Ε.
Π. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../4-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Α. Δ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../3-1-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Σ.
Κ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../1-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Β. Γ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../17-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Θ.
Μ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, στο υπ' αρ. .../23-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη την Σ. Γ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην πελάτισσα και απομένει ποσό (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../27-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Γ.
Α. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../27-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νο τον Α. Α. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στον πελάτη και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../6-3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη τη Σ.
Μ. - Κ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ, με το υπ' αρ. .../2-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη την Μ. Ι. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ και τέλος με το υπ' αρ. .../22-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό με αντισ/νη την Α.
Κ. από ποσό 3000 ευρώ αξίας συμβολαίου πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 550 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία της παροχής υπολογιστή στην πελάτισσα και απομένει δικαίωμα προμήθειας (3000-550) 2450 ευρώ ...». Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν για το 2005 συνολικά ως προμήθεια το ποσό των 15687,80 ευρώ για δε το 2006 3550,00 ευρώ και συνολικά για τα δύο έτη (15.687,80 + 3.550,00) 19237,80 ευρώ μείον τα ποσά που είχε εισπράξει αυτός από προκαταβολές και δόσεις και αυτά που είχε επίσης εισπράξει από συναλλαγματικές των πελατών του αναιρεσείοντος τις οποίες αυτός (αναιρεσίβλητος) είχε στα χέρια του, δεν είχε δε αποδώσει σ' αυτόν και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών από 3443 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αφαίρεσης από τα ποσά των προμηθειών που δικαιούνταν ο αναιρεσίβλητος της αξίας του ΦΠΑ και του φόρου διδακτικού υλικού, όπως πρόβλεπε η συμφωνία των διαδίκων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον με τον υπολογισμό που κάνει ως προς το δικαιούμενο ποσό της προμήθειας αφαιρεί ένα ποσό για το οποίο δέχεται ότι αντιστοιχεί στην αξία της παροχής του υπολογιστή στους πελάτες του αναιρεσείοντος, χωρίς όμως να διαλαμβάνει τίποτα για την αφαίρεση του ΦΠΑ και του φόρου διδακτικού υλικού, για τα οποία όμως σε άλλη παραδοχή της προσβαλλομένης αναφέρει ότι πρέπει να αφαιρούνται μαζί με την αξία του υπολογιστή και ακολούθως να εξευρίσκεται η προμήθεια του αναιρεσείοντος, δεν προκύπτει δε αν τα αφαιρούμενα ποσά που αναφέρονται ως αξία υπολογιστή περιλαμβάνουν και τον ΦΠΑ καθώς και το φόρο διδακτικού υλικού αλλά και τι ποσό αντιστοιχεί σε καθένα από τους δύο φόρους.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την δια των προτάσεων ενώπιον αυτού προταθείσα ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβάνονταν στην ένδικη αγωγή και συγκεκριμένα στη σελίδα 9 στοίχοι 1 έως 13 περί του ότι "διέθετε απόλυτα ελεύθερη επιλογή σχετικά με τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας" που αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η σχέση που συνέδεε αυτόν και τον αναιρεσείοντα ήταν αυτή της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, αναφέρεται σ' αυτή επί λέξει "Μου έχετε στερήσει την απόλυτα ελεύθερη επιλογή που είχα σχετικά με τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας μου, στον τομέα πωλήσεων παρά το γεγονός ότι είμαι ο παλαιότερος και μακράν ο καλύτερος και παραγωγικότερος υπάλληλος της επιχειρήσεως σας ...".
Από την παραπάνω περικοπή της ένδικης αγωγής δεν προκύπτει καμία δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου ως προς το επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός του ότι συνήψε με τον αναιρεσείοντα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού αυτός πέραν του γεγονότος που αναφέρει ότι ο αναιρεσείων του στέρησε την απόλυτα ελεύθερη επιλογή που είχε ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο της εργασίας του, διαλαμβάνει επίσης και το γεγονός ότι υπήρξε ο καλύτερος και παραγωγικότερος υπάλληλος της επιχείρησης αυτού (αναιρεσείοντος), περικοπή που παραπέμπει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι και τα εν γένει αποδεικτικά έγγραφα καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του, από τους λόγους αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ως προς το ύψος των συμφωνηθεισών αμοιβών και προμηθειών του αναιρεσίβλητου, ως προς το ότι η σχέση που συνέδεε τον πρώτο (αναιρεσείοντα) με το δεύτερο (αναιρεσίβλητο) ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής ως προς την αξίωση της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, τα εξής αποδεικτικά μέσα: 1) Την από 6-7-2005 ιδιόχειρη κατάσταση που εμφάνιζε τον τελευταίο λογαριασμό που απέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος, 2) τις 1099, 1100, 1101, 1102 και 1103/7-5-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χ.
Π., Δ. Γ., Ε. Γ., Γ. Κ. και Γ. Τ., που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και για τις οποίες κλητεύθηκε ο αντίδικος του αναιρεσείοντος νόμιμα και εμπρόθεσμα με την 5005/5-5-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .... Από την περιλαμβανόμενη όμως στη προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες μνημονεύονται μάλιστα ρητά σ' αυτή (προσβαλλομένη), αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ένδικη αγωγή, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα (από 6-7-2005 ιδιόχειρη κατάσταση και τις πέντε ένορκες βεβαιώσεις), για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης (δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του) ως αβάσιμοι. Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Περαιτέρω, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ιστορούσε ότι κατάρτισε με τον αναιρεσείοντα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία εν συνεχεία τράπηκε σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου - περιοδεύων πωλητής - πλασιέ και να προωθεί το φροντιστηριακό υλικό της επιχείρησής του σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια, ζητούσε δε μεταξύ των άλλων να υποχρεωθεί ο δεύτερος να του καταβάλει το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό ως αποζημίωση απόλυσης, ενόψει του ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του την καταβάλει.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 24311/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Στη συνέχεια δε ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση κατά τη συζήτηση δε αυτής στο Εφετείο ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις που κατέθεσε πρόβαλε μεταξύ των άλλων, προς υπεράσπιση κατά ώς άνω της έφεσης, επικουρικά και τον αυτοτελή ισχυρισμό της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως προς το αίτημά της περί καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να εξαναγκάσει αυτόν να τον απολύσει και έτσι να λάβει και τη σχετική αποζημίωση απόλυσης, επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά, αρνούμενος να εμφανίζεται στην επιχείρηση, να αποδίδει λογαριασμό για τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε ο ίδιος ιδίως τους τελευταίους 14 μήνες, δηλαδή από τον Ιούλιο του 2005 έως το Σεπτέμβριο του 2006, εισπράττοντας ανελέγκτως από τους πελάτες προκαταβολές και δόσεις χωρίς να του γνωστοποιεί το γεγονός αυτό, υπεξαιρώντας τα ποσά αυτά και υπεξάγοντας τα σχετικά αξιόγραφα, τα οποία εξακολουθεί να κατέχει και ασκώντας παράλληλα δραστηριότητα για λογαριασμό της ανταγωνιστικής επιχείρησης "ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ" της Π.
Δ. τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2006. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξετάζοντας την πιο πάνω ένσταση, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: «… Τέλος ισχυριζόμενος αντισυμβατική συμπεριφορά του αντιδίκου του που συνίστατο σε άρνηση απόδοσης λογαριασμού και παράνομη κατακράτηση ποσών, τα οποία εισέπραττε από τους πελάτες της επιχείρησης και όφειλε να αποδώσει και ότι σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι η σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προέβη σε αυτήν (την αντισυμβατική συμπεριφορά) με σκοπό να τον εξαναγκάσει να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του και να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, με την από 3.9.2006 εξώδικη δήλωσή του που την επέδωσε στις 5.9.2006 στον ενάγοντα, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του.
Μήνυση δε εναντίον του για υπεξαίρεση άσκησε στις 31.7.2006, ήτοι δεκαεπτά μήνες μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και είκοσι τρεις μήνες περίπου από τη καταγγελία της σύμβασης ... . Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή ότι τις εκπλήρωνε κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη του να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του Ν. 2112/1920.
Για το λόγο αυτό η ενάσκηση της αξίωσής του για αποζημίωση λόγω απολύσεως δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός του. Επομένως η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που προβάλλει παραδεκτά με τις προτάσεις του ο εναγόμενος για καταχρηστική άσκηση της αγωγής, κατά το κονδύλιο της αποζημίωσης λόγω απόλυσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ...».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη στο σύνολό τους, αλλά μόνο εν μέρει, όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης ένστασής του και ιδίως αγνόησε το ουσιώδες, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πραγματικό περιστατικό ότι ο αναιρεσίβλητος παραλλήλως και ταυτοχρόνως με τη δραστηριότητά του στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος δραστηριοποιούνταν ιδίως από τον Ιούνιο του 2006 και για λογαριασμό της ανταγωνιστικής με αυτή του αναιρεσείοντος επιχείρηση της Π.
Δ. με την επωνυμία "ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ", με σκοπό να τον εξαναγκάσει να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του και να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, που από μόνο του είναι ικανό, αληθές υποτιθέμενο, να θεμελιώσει το πραγματικό της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 8β' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα μέρη της, κατά τα οποία έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης κατά τα άνω μέρη της, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα μέρη της αυτά, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός από τους διαδίκους (άρθρα 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δεν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά ων πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται, κατ' άρθρ. 216 και 217 του ΚΠολΔ, οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος και είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε εμπροθέσμως, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης και ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 56500 ευρώ, το οποίο και συμφώνησαν οι διάδικοι να πληρώσει ο αναιρεσείων σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο), έναντι του οφειλομένου ποσού των 60533,17 ευρώ, και που κατέβαλε μετά ταύτα εκουσίως σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο α) 14.166,66 ευρώ για οφειλόμενο πάγιο μισθό από 1-7-2005 έως 5-9-2006, β) 3644,56 ευρώ για επιδόματα άδειας, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2002 έως 2006, γ) 7975 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, δ) 3443,00 ευρώ για υπόλοιπο προμηθειών των ετών 2002 έως 2006, ε) 1470,00 ευρώ για εγκαταστάσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών, στ) 2462,00 ευρώ για προμήθεια 10% επί της αξίας των εγκατεστημένων ηλεκτρονικών υπολογιστών και συνολικά το ποσό των 36350,94 ευρώ, καθώς και τόκους ανερχόμενους σε 14751,38 ευρώ επί των κεφαλαίων αυτών και έξοδα από 2000 ευρώ.
Στα ποσά αυτά πρέπει να προστεθούν και 370,85 ευρώ για έξοδα έκδοσης πρώτου εκτελεστού απογράφου, 60,00 ευρώ για έξοδα και χαρτοσήμανση του αντιγράφου εξ απογράφου και έξοδα επίδοσης και για νομική συμβουλή, ύστερα 7000,00 ευρώ και έτσι η συνολική αξίωση του αναιρεσιβλήτου ανήλθε στο ποσό των 60.533,17 ευρώ για το οποίο και επέδωσε αυτός στον αναιρεσείοντα επιταγή προς εκτέλεση.
Έτσι όμως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος που αφορά το κονδύλιο των 3443 ευρώ για διαφορά οφειλομένων προμηθειών καθώς και αυτό που αφορά το κονδύλιο της αποζημίωσης απόλυσης από 7975 ευρώ, και όχι για τα υπόλοιπα, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται σε αυτή το ποσό που κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα για τα επιδικασθέντα κονδύλια αναφορικά με τις διαφορές οφειλομένων προμηθειών και αποζημίωση απόλυσης και οι τόκοι που αναλογούν στα κονδύλια αυτά, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να επιστραφεί.
Επομένως, η πιο πάνω αίτηση είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά τα αναιρούμενα στο αιτιολογικό μέρη της, την 2653/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα παραπάνω μέρη της, στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.
Απορρίπτει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ