Legislator Case Law & Legislation
940/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on interpretation of private agreement regarding third guarantor's liability extension.

Case Number 940/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a private agreement. The appellant argued that the lower court incorrectly interpreted a 1998 contract, claiming it did not extend payment deadlines to a third guarantor represented by her husband. The court found that the written agreement and the guarantor's explicit acknowledgment of the debt clearly demonstrated an intent to bind the third party, making the interpretation legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appellate interpretations of private agreements only if they contradict the factual findings or fail to apply statutory interpretive rules, rejecting appeals where the lower court's reasoning is clear, complete, and free of contradictions.

Keywords

AI generated
interpretation of private agreement third party guarantor liability extension of payment deadline appellate review of interpretation legal costs allocation written contract evidence statutory interpretive rules

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 940 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 940/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Πολιτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1547/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 8576/2001, 3473//2002 μη οριστικές και 8613/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης,

ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, 173 και 200 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πως η δικαιοπραξία εμφανίζει κενό ή γεννά αμφιβολία και ακολούθως προσέφυγε στους ερμηνευτικους κανόνες των εν λόγω διατάξεων, κατ' εφαρμογή των οποίων κατέληξε σε ορισμένη ερμηνεία, αυτή ελέγχεται αναιρετικώς. Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος ελέγχει στην περίπτωση αυτή, αν εν όψει των πραγματικών διαπιστώσεων του δικαστηρίου της ουσίας, η εκ μέρους του τελευταίου υιοθετηθείσα ερμηνευτική εκδοχή ανταποκρίνεται ή όχι στις προυποθέσεις εφαρμογής των άνω ερμηνευτικών κανόνων. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσεως στη δικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία δικαιοπραξίας δημιουργείται- πλην άλλων και όταν η κρίσιμη έλλειψη εντοπίζεται στη γενόμενη συναφώς ερμηνεία.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, ψέγεται το Εφετείο ότι, κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας των όρων του μεταξύ ΑΑ και ΒΒ καραρτισθέντος από 8-12-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού και άρα κατά παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων, δέχθηκε πως, ως προς τη συνομολογηθείσα με το συμφωνητικό αυτό παράταση της προθεσμίας πληρωμής κρίσιμων συναλλαγματικών, ο ΑΑ (αποδέκτης τούτων και σύζυγος της τριτεγγύτριας αναιρεσείουσας) ενεργούσε μόνο για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό και της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία έτσι δεν ισχύει η συμφωνηθείσα παράταση. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στον άνω όρο του συμφωνητικού, γι' αυτό και δεν προέβη σε ερμηνευτική αξιολόγηση των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί ανακριβούς προϋπόθεσεως. ΕΠΕΙΔΗ από το άρθρο 553 αρ. 20 προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση (έστω και εσφαλμένη) του εγγράφου και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωσή του.

Εν προκειμένω με το 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως των όρων του από 8.12.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, έχοντος ως εξής: "Στην ..., σήμερα την .../12/1998, μεταξύ των συμβαλλομένων αφενός μεν τον ΒΒ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ... , καλούμενου εφεξής "Δανειστής" και αφετέρου του ΑΑ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., καλούμενου εφεξής "Οφειλέτης" συμφωνήθηκαν, συνομολογήθηκαν και έγιναν αμοιβαία αποδεκτά τα εξής:

1-Ο β' των συμβαλλομένων οφειλέτης, ΑΑ, αναγνωρίζει και με το παρόν, ότι οφείλει στον α' των συμβαλλομένων δανειστή, ΒΒ, το ποσό των δρχ. διακοσίων σαράντα έξι εκατομμυρίων (246.000.000) και το οποίο ποσό αφορά σε δάνειο το οποίο του κατέβαλε προς εξόφληση μεγάλων οφειλών του άνω οφειλέτη προς τρίτους. Για το ως άνω δε ποσό έχουν εκδοθεί σχετικές, συναλλαγματικές, συμπεριλαμβάνονται δε και σχετικοί νόμιμοι τόκοι.

2-Ο β' των παρόντων συμβαλλομένων οφειλέτης έχει εγείρει σχετική αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, στρεφόμενη κατά του Δήμου ... και με την οποία ζητά να του επιδικασθούν τα σε αυτή αναφερόμενα ποσά.

3-Ήδη σήμερα με το παρόν, ο α' των συμβαλλομένων δανειστής, λόγω οικονομικής αδυναμίας του β' των συμβαλλομένων οφειλέτη, για την συνέχιση και περάτωση της ως άνω δίκης αναλαμβάνει όπως καταβάλει αντ' αυτού τυχόν έξοδα που θα απαιτηθούν για την περαίωση της.

4-Ρητά συμφωνείται περαιτέρω και γίνεται αμοιβαία αποδεκτό ότι ο β' των συμβαλλομένων οφειλέτης εκχωρεί με το παρόν και μεταβιβάζει όλα τα δικαιώματα και απαιτήσεις που έχει εκ της ανωτέρω αγωγής αποζημιώσεως που εκκρεμεί στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά και στρέφεται κατά του Δήμου ..., και ειδικότερα μέχρι καλύψεως του ως άνω οφειλόμενου ποσού καθώς και κάθε άλλου που ήθελε καταβάλει ο α' των συμβαλλομένων δανειστής για την περαίωση της δίκης αυτής πλέον τόκων και εξόδων.

5-Αυτονόητο είναι ότι ο α' των συμβαλλομένων δανειστής υπόσχεται ότι εγγυάται ότι, σε περίπτωση πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως των οφειλομένων ως άνω ποσών, θα συναινέσει εις την εξάλειψη της προσημειώσεως υποθήκης που έχει εγγραφεί επί μίας οικίας, ενός ορόφου επιφανείας μ.τ. 319 κλπ. με όλο. τα συστατικά και παραρτήματα, της, όπως αυτή περιγράφεται και έχει εγγραφεί δυνάμει της με αρ. 4726/1996 απόφασης του Μον.

Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της συζύγου του ως άνω οφειλέτη Χ εγγραφείσα στα Βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, Τόμο ..., Φύλλο ... και με αρ. σελ. ... αρ. ...". Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, με το να δεχθεί ότι από τους άνω όρους ουδόλως προκύπτει ότι ο ΑΑ ενήργει ως αντιπρόσωπος της συζύγου του πολύ δε μάλλον δεν συνάγεται ότι υπήρξε και συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών ότι ο αποδέκτης ως αντιπρόσωπος της συζύγου του τριτεγγυήτριας και ο τότε κομιστής συμφώνησαν και παράταση της προθεσμίας καταβολής του ποσού και για την τριτεγγυήτρια μέχρι πέρατος της εκκρεμούς εις το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς δίκης περί της απαιτήσεως του ΑΑ κατά του Δήμου ... .

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου του άνω εγγράφου και όχι σε εσφαλμένη ανάγνωσή του. ΕΠΕΙΔΗ με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ απορρέοντα τρίτο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι η άνω συμφωνία περί παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής των συναλλαγματικών αφορούσε μόνο στον αποδέκτη ΑΑ και όχι (και) στην τριτεγγύτρια αναιρεσείουσα, Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε τη σχετική κρίση του στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την από 15-5-2000 ανακοπή της αναιρεσείουσας και της 446/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεχθέν τα εξής: "Η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής υπ' αρ. 446/1999 εξεδόθη υπό του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατόπιν της από 12.1.1999 αιτήσεως του εφεσιβλήτου βάσει τριών συναλλαγματικών εκδόσεως του ΓΓ, εις διαταγήν του ιδίου, υπό ημερομηνίαν εκδόσεως 26.5.1995, αποδοχής αυθημερόν ΑΑ, τριτεγγυηθείσης υπέρ του αποδέκτου, της ανακοπτούσης συζύγου του, λήξεως 30.1.1996, ποσού 40.000.000 δραχμών εκάστη.

Ο καθ' ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητος είναι κομιστής εκ λευκής οπισθογραφήσεως. Κατά της άνω διαταγής πληρωμής η ανακόπτουσα ήσκησεν ανακοπήν κατ' άρθρον 632 ΚΠολΔ, από του δικογράφου της οποίας παρητήθη και μετά γενομένην την 7.5.2000 δευτέραν επίδοσιν αυτής, ήσκησεν την υπό κρίσιν ανακοπήν κατ' αρθρ. 633 ΚΠολΔ, η οποία επεδόθη την 17.5.2000 εις τον ήδη εφεσίβλητον.

Οι ΒΒ, ΔΔ και ΑΑ είναι πολιτικοί μηχανικοί, οι εκ τούτων δε ΒΒ και ΔΔ και συνεταίροι εις κατασκευαστικόν έργον σημαντικού ύψους εις ... . Ο ΒΒ εδάνεισεν εις τον ΑΑ, ο οποίος εδικαιούτο λαμβάνειν ποσόν της τάξεως των 500.000.000 δραχμών από τον Δήμον ...και επειδή η καταβολή τούτου καθυστερούσε, ευρίσκετο εις δυσχερή οικονομικήν θέσιν, ολονέν επιδεινουμένην.

Ο ΒΒ προέβη εις τον δανεισμόν, αφού εβεβαιώθη ότι η περιουσία της εκκαλούσης, συζύγου του ΑΑ, υπερεκάλυπτεν την οφειλήν. Προς τούτο η ανακόπτουσα υπέγραψεν ως τριτεγγυήτρια υπέρ του αποδεκτού επί των επιδίκων τριών συναλλαγματικών με εκδότην και λήπτην τινά ΓΓ. Το δάνειον, όμως, εχορήγησεν ως δανειστής ο ΒΒ.

Ο ανωτέρω ΒΒ, μετά την λήξιν των άνω συναλλαγματικών, οι οποίες δεν επληρώθησαν, υπέβαλεν την από 12.2.1996 αίτησιν προς το Μονομελές Πρωτοδικείον Αθηνών προς λήψιν του ασφαλιστικού μέτρου της προσημειώσεως υποθήκης επί του εις αυτήν ακινήτου της άνω Χ και με αιτίαν οφειλής την τριτεγγύησίν της επί των συναλλαγματικών χάριν καταβολής δανείου ύψους 170.000.000 δραχμών, αποδοτέων εντός έτους από της συνάψεως του την 15.9.1995 μεταξύ ΒΒ και ΑΑ, εις την οποίαν γίνεται αορίστως μνεία και συναλλαγματικών τριτεγγυήσεως της εκκαλούσης υπέρ του συζύγου της.

Η τότε καθ' ης και ήδη εκκαλούσα συνήνεσεν εις την εν θέματι εγγραφήν και εξεδόθη η υπ' αρ. 4726/1996 απόφασις του άνω Δικαστηρίου), η οποία διέταξεν το άνω ασφαλιστικόν μέτρον και ενεγράφη η προσημείωσις υποθήκης. Τούτο σημαίνει ότι δικαιούχον της απαιτήσεως κατά τον άνω χρόνον εθεώρει εαυτόν ο ΒΒ και συνακολούθως ότι οι εν θέματι συναλλαγματικές ευρίσκοντο την 15ην Φεβρουαρίου 1996, κατά την οποίαν συνεζητήθη η αίτησις αυτή, εισέτι εις χείρας του τελευταίου.

Ο ΒΒ υπέγραψεν και αυτός ως οπισθογράφος μετά τον ΓΓ ενεχόμενος (κατ' αποτέλεσμα) και αυτός εγγυητικώς εκ της αναστρόφου πορείας των συναλλαγματικών και παρέδωσεν αυτάς εις τον εφεσίβλητον. Και είναι μεν αληθές ότι ο ΒΒ εάν δεν ήτο κομιστής αλλ' απλούς οπισθογράφος είχεν εν δυνάμει εκ συναλλαγματικής κατά της ανωτέρω, απλώς τον κίνδυνον να καταβάλη εξ ιδίων δια την περίπτωσιν κατά την οποίαν αυτές δεν θα επληρώνοντο κατά την λήξιν των και ο μελλοντικός κομιστής θα εστρέφετο και κατ' αυτού και όχι κατά μόνον των προ αυτού υπογραφέων, όμως εάν ο τότε αιτών δεν είχεν εις χείρας του την 15ην Φεβρουαρίου 1996 τα σώματα των συναλλαγματικών δεν ενομιμοποιείτο εις υποβολήν της αιτήσεως, πριν ή καταβάλη εις τον μετ' αυτόν κομιστήν ως εξ αναγωγής υπόχρεως και ουδέν μέσον πιέσεως θα είχεν κατά τον χρόνον εκείνον κατά της καθ' ης δια να συναίνεση αυτή ρητώς εις την λήψιν εις βάρος της του επαχθούς δι' αυτήν ασφαλιστικού αυτού μέτρου και, βεβαίως, δεν κατέβαλεν εις τον ΔΔ, διότι, άλλως, δεν θα διεξήγαγεν ο τελευταίος την παρούσαν δίκην".

Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο "ότι αυτή ενήργησεν ούτως εν όψει της υπό του τότε αιτούντος κατοχής των συναλλαγματικών κατά τον χρόνον εκείνον, δηλαδή ότι την 15ην Φεβρουαρίου 1996 κομιστής των επιδίκων συναλλαγματικών ήτο ο ΒΒ και ότι η παρ' αυτού γενομένη οπισθογράφησις προς τον ΔΔ αποτελεί μετοπισθαγράφησιν.

Άλλωστε είναι εκτός της συνήθους συμπεριφοράς των συναλλασσομένων να επιχειρή να λαβή πρόνοιαν ασφαλιστικού μέτρου κατά του τριτεγγυητού ο οπισθογράφος και να αδρανή ο κομιστής ο οποίος κατά τον χρόνον της λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου να είναι και ο μόνος δικαιούμενος προς τούτο δικαιούχος της απαιτήσεως, τοσούτο μάλλον όσον ο οπισθογράφος και ο κομιστής ήσαν συνεταίροι και εκ του πράγματος απεδείχθη ότι ουδένα λόγον είχεν να λάβη τοιαύτην πρόνοιαν ο οπισθογράφος (ΒΒ) αφού λόγω των ιδιαιτέρων σχέσεων δεν επεδιώχθη η έκδοσις διαταγής πληρωμής ή η προ του χρόνου της παραγραφής έγερσις αγωγής κατά του οπισθογράφου ΒΒ παρά του κομιστού αυτής ΔΔ.

Συνεπώς και ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου, όπως αυτός διευκρινίστηκε, ότι αυτός εδάνεισεν δια χειρός ΒΒ τον ΑΑ ελέγχεται αναληθής, τοσούτο μάλλον όσον υπό την εκδοχήν αυτήν, ουδένα λόγον είχεν ο ΒΒ να υπογράψη ως οπισθογράφος και να ευθύνεται ο ίδιος, εγγυητικώς, έναντι του εφεσίβλητου δια χρέος του οικονομικώς παραπαίοντος ΑΑ και, μάλιστα, χωρίς όφελος, όταν ηδύνατο απλώς να φέρη εις επαφήν τον ΑΑ και τον εφεσίβλητον και να διευκολύνη απλώς την δανειοδότησιν του πρώτου από τον δεύτερον.

Σημειούται ότι το προσκομιζόμενον μετ' επικλήσεως από 27.5.1999 ιδιωτικόν συμφωνητικόν μεταξύ ΑΑ και ΔΔ, εις το οποίον ο πρώτος υπό την απειλήν αναγκαστικής εκτελέσεως δηλοί ότι θα παραιτηθή του δικαιώματος της από 15.2.1999 ανακοπής του κατά της άνω διαταγής πληρωμής και ότι αναγνωρίζει ότι οι συναλλαγματικές οπισθογραφήθησαν εις τον ΔΔ περί τον Νοέμβριον 1995 απλώς δεν αποδίδει, ως προς το τελευταίον τούτο σημείον, την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων, αλλ' αποτελεί δήλωσιν γενομένην εις το πλαίσιον του επιτευχθέντος διακανονισμού καταβολής της οφειλής, δηλαδή η δήλωσις αυτή αποτελεί μέρος του, διακανονισμού προς δημιουργίαν αποδεικτικού μέσου." Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι την "8.12.1998 υπεγράφη ιδιωτικόν συμφωνητικόν μεταξύ ΑΑ και ΒΒ, δια του οποίου ο πρώτος αναγνωρίζει οφειλήν προς τον δεύτερον 246.000.000 δραχμών, εκ δανείου το οποίον φέρεται εις αυτό ότι συνήφθη δια καταβολών ποσών οφειλών του πρώτου προς τρίτους παρά του δευτέρου και εκχωρεί την άνω κατά του Δήμου ...

αξίωσίν του μέχρι καλύψεως της οφειλής και των εξόδων της δίκης πλέον τόκων και εξόδων και αυθημερόν του παρεχώρησεν δια συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου την πληρεξουσιότητα να διεξαγάγη αυτός την συναφή δίκην. Ως εσημειώθη, οι άνω συναλλαγματικές δεν επληρώθησαν κατά την λήξιν των και ολίγον προ της συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής εξεδόθη η ανακοπτομενη διαταγή πληρωμής, προς αποτροπήν του άνω κινδύνου, ως προς τους αποδέκτην και την άνω τριτεγγυήτριαν αυτού.

Εις την άνω σύμβασιν ο οφειλέτης συνηλλάγη μόνον ο δι' εαυτόν και δεν ενήργησεν και δια λογαριασμόν της συζύγου του και εις την γραπτώς διατυπωθείσαν σύμβασιν δεν γίνεται μνεία περί τοιαύτης αντιπροσωπεύσεως. Δια της άνω συμβάσεως δεν ελήφθη παντάπασιν μέριμνα περί της τύχης της τριτεγγυήσεως. Ως δε ανωτέρω εσημειώθη η συναφθείσα την 8.12.1998 μεταξύ κομιστού (κατά τον χρόνον εκείνον) ΒΒ και αποδεκτού συμφωνία ωφελεί την τριτεγγυήτριαν.

Εις αυτήν εν σχέσει προς την τριτεγγυήτριαν μόνον εις τον 5ον όρον της συμβάσεως περιελήφθη η εξής συμφωνία: "5.-Αυτονόητο είναι ότι ο α' των συμβαλλομένων δανειστής υπόσχεται και εγγυάται ότι, σε περίπτωση πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως των οφειλομένων ως άνω ποσών, θα συναινέσει εις την εξάλειψη της προσημειώσεως υποθήκης που έχει εγγραφεί επί μίας οικίας, ενός ορόφου, επιφανείας μ.τ. 319, κ.λ.π.

με όλα τα συστατικά και παραρτήματα της, όπως αυτή περιγράφεται και έχει εγγραφεί δυνάμει της με αρ. 4.726/1996 απόφασης του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της συζύγου του ως άνω οφειλέτη, Χ, γραφείσα στα Βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, Τόμο ..., Φύλλο ... και με αρ. σελ. ... αρ. ...". Όμως από την ανωτέρω συμφωνίαν των άνω συμβαλλομένων και ειδικώτερον από τον άνω όρον ουδόλως συνάγεται ότι ο άνω ΑΑ ενήργει ως αντιπρόσωπος της συζύγου του πολύ δε μάλλον δεν συνάγεται ότι υπήρξε και συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών ότι ο αποδέκτης, ως αντιπρόσωπος της συζύγου του τριτεγγυητρίας και ο τότε κομιστής συνεφώνησαν και παράτασιν της προθεσμίας καταβολής του ποσού και δια την τριτεγγυήτριαν μέχρι πέρατος της εκκρεμούς εις το Διοικητικόν Εφετείον Πειραιώς δίκης περί της απαιτήσεως του ΑΑ κατά του Δήμου ... .

Η συμφωνία κατηρτίσθη μεταξύ των ιδίων, ως και εις το προκαταρκτικόν μέρος της σαφώς μνημονεύεται, ήτο δεσμευτική μόνον μεταξύ των ιδίων των συμβαλλομένων, οι συμβαλλόμενοι συνεβλήθησαν δι' εαυτούς, ως εδήλωσαν εις το προοίμιον αυτής και απλώς εις τον πέμπτον όρον συνεφώνησαν ότι εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ήθελεν εξοφληθή το ποσόν της οφειλής ο δανειστής υπόσχεται εις τον οφειλέτην ότι θα συναίνεση εις την "εξάλειψιν" της προσημειώσεως, ήτοι εις την συναινετικήν ανάκλησιν της προσημειώσεως υποθήκης, άνευ μνείας περί της τύχης της τριτεγγυήσεως.

Σημειούται δε ότι εάν τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελον την επέκτασιν της συμφωνίας περί παροχής (εκτός του κειμένου τίτλου) προθεσμίας και εις την τριτεγγυήτριαν και μάλιστα αυτής αντιπροσωπευομένης υπό του αποδεκτού συζύγου της ουδείς λόγος συνέτρεχεν να μη διατυπώσουν την τοιαύτην αντιπροσωπευτικήν εξουσίαν και την επ' ονόματι της τριτεγγυητρίας σύμβασιν και γραπτώς, αφού άλλωστε συνετάγη το άνω ιδιωτικόν συμφωνητικόν.

Η γραπτή μάλιστα διατύπωσις και η σαφής και αναμφίβολος συμμετοχή της τριτεγγυητρίας εις την συμφωνίαν περί παρατάσεως προθεσμίας και αντιστοίχως η εξ αυτής δέσμευσίς της ως προς την αναγνώρισιν της οφειλής (αρθρ. 260 ΑΚ), εν όψει και του βραχυχρόνιου της παραγραφής των εκ συναλλαγματικής αξιώσεων, δεν θα καθιστούσε αμφίβολον και σκοτεινήν την τύχην της προσημειώσεως, διότι η εκ της μη γραπτής διατυπώσεως αμφισβήτησις περί την δέσμευσίν της εξ αυτής και, αντιστοίχως, η αμφισβήτησις περί την εκ της παρόδου του χρόνου παραγραφήν της αξιώσεως εκ της τριτεγγυήσεως, θα καθιστούσε σκοτεινήν, αμφίβολον και επίδικον ως ανακλητέαν και δη ως άνευ ασφαλιστέου δικαιώματος διατηρουμένην την προσημείωσιν υποθήκης, καθ' όσον ως ασφαλιστέον δικαίωμα εις την αίτησιν εφ' ης εξεδόθη η υπ' αρ. 4726/1996 απόφασις προσδιορίζεται η οφειλή της ιδίας εκ της τριτεγγυήσεως των συναλλαγματικών.

Αμφότερα τα μέρη λοιπόν είχον συμφέρον να διατυπωθεί ρητώς η τοιαύτη βούλησις εάν υπήρχεν". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της, απορρίψασας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανακοπή, πρωτόδικης αποφάσεως, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε η αποτελούσα την ιστορική βάση του λόγου ανακοπής συμφωνία, περί της (εκτός του κειμένου των επιδίκων τριών συναλλαγματικών) παρατάσεως της προθεσμίας καταβολής του ποσού αυτών, μεταξύ της ανακόπτουσας τριτεγγυήτριας, αντιπροσωπευομένης από τον σύζυγό της και από τον κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο κομιστή αυτών ΒΒ.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ απορρέων, τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-04 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 8613/03 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ