Supreme Court dismisses appeal against final judgment on bank employee fraud liability and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The lower court held the bank liable for damages caused by its employee's fraud, finding no fault on the part of the defendant bank. The Court of Appeal rejected the appeal because the challenged decisions involved the substantive evaluation of facts and evidence, which cannot be reviewed on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361, 914 of the Civil Code; Art. 577, 587 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment is inadmissible if it concerns the substantive evaluation of facts and evidence, as such matters fall within the exclusive domain of the trial court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 93 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/ΤΟ/12.8.2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1453/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/10/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 13/5/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 1453/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δεχόμενο την από 19-11-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 112/ΤΠ/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε απορρίψει την από 18.3.2011 αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων, δέχτηκε την ανωτέρω αγωγή και υποχρέωνε την αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) νομιμοτόκως από την επίδοσή της, το συνολικό ποσό των 80000€, προς αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του συνεναγομένου προστηθέντος από αυτή διευθυντή υπαλλήλου της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚπολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 587 παρ. 1 ΚπολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚπολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνη των άρθρων 330, 335 και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικήματος απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση εκ συμβάσεως, απόκειται μεν στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου.
Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς τα άρθρα 481, 482, 483, 822, 827, 830, 922 και 926 ΑΚ συνάγεται επιπλέον: α) ότι, εάν με αδίκημα, το οποίο διέπραξε τραπεζικός υπάλληλος, (μόνος ή με συμμετοχή άλλων), εκταμιευθούν από την τράπεζα χρήματα επ' ονόματι καταθέτη κατόπιν παραπλανήσεώς του από τον τραπεζικό υπάλληλο και με χρέωση του λογαριασμού του καταθέτη, ενέχονται έναντι του τελευταίου εις ολόκληρον, τόσον η Τράπεζα (ως προστήσασα τον υπάλληλό της), όσο και καθένας των συμμέτοχων του αδικήματος, για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το εκταμιευθέν ποσό, κατά το οποίο απομειώθηκε η κατάθεση του, β) ότι, επιπλέον, η Τράπεζα ενέχεται έναντι του καταθέτη πελάτη της και από τη μεταξύ τους σύμβαση (ανώμαλης) παρακαταθήκης για απόδοση του ιδίου χρηματικού ποσού, γ) ότι, εάν η απαίτηση του καταθέτη για καταβολή των χρημάτων που δικαιούται ικανοποιηθεί ολικώς ή μερικώς είτε από την τράπεζα, είτε από τους δράστες του εις βάρος του αδικήματος (συνοφειλέτες της εξ αδικήματος παροχής) ,αποσβήνεται αντίστοιχο μέρος, τόσο της απαίτησης του έναντι όλων των εις ολόκληρον εξ αδικήματος συνοφειλετών, όσο και της απαίτησής του από τη σύμβαση έναντι της θεματοφύλακα Τράπεζας (πρ.βλ.
ΑΠ 116/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 368/2011, ΑΠ 355/2013).
Παράλληλα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας είναι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτήν, δηλαδή εκείνος που προσβλήθηκε άμεσα από αυτήν στα δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντά του. Περιουσιακή ζημία δεν είναι μόνο η διάθεση περιουσιακών στοιχείων αλλά και κάθε προς το χειρότερο αλλοίωση τούτων, ήτοι κάθε μείωση του ενεργητικού ή επαύξηση του παθητικού της περιουσίας του ζημιουμένου. Από την ίδια δε αδικοπραξία μπορούν να ζημιωθούν άμεσα περισσότεροι, τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν από αυτήν θίγονται περισσότερα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα διαφορετικών προσώπων.
Έτσι, αμέσως ζημιωθείς από τις πράξεις του τραπεζικού υπαλλήλου είναι ο καταθέτης πελάτης της Τράπεζας (ή και αυτός), όταν οι αναλήψεις που φέρονται ότι έγιναν από τον ίδιο, στην πραγματικότητα έγιναν από τον υπάλληλο, με νόθευση των σχετικών δελτίων αναλήψεως της Τράπεζας, τα οποία είχε παραδώσει υπογραμμένα στον τελευταίο (τραπεζικό υπάλληλο), κατόπιν παραπλάνησής του από αυτόν (ΑΠ 534/2013).
Εξάλλου, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από αυτόν υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.
Και τούτο, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 368/2011). Επίσης, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ, η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ 355/2013, ΑΠ 351/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι ,με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ;όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα ,τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 355/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων:
"Ο δεύτερος εναγόμενος, Γ. Π. του Ν., οπό I 4.5.1981, ήταν τραπεζικό στέλεχος, με σύμβαση εργασίας, που είχε καταρτίσει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...". Από την 23.6.1997 κατείχε, μετά από προαγωγές, τη θέση του Διευθυντή του υποκαταστήματος αυτής στην …. Η Τράπεζα ….., με τη με αριθμ. Κ2-7564/14.6.2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Φ.Ε.Κ. 5009 και 5010/2000), από την 16.6.2000 απορροφήθηκε, λόγω συγχώνευσης ,από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...".
Στα καθήκοντα του δεύτερου εναγόμενου περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η διοίκηση και οργάνωση του ανωτέρω υποκαταστήματος, και, κυρίως, η ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του, για την τήρηση των κανόνων και διαδικασιών ασφάλειας του υποκαταστήματος και των εκτελούμενων σ' αυτό συναλλαγών, ο έλεγχος και η εποπτεία της ροής εργασιών του υποκαταστήματος, η ανάπτυξη των εργασιών του υποκαταστήματος στην αγορά της ….
και την προώθηση των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσφέρει η πρώτη εναγόμενη στο κοινό της περιοχής, στην οποία υπάρχουν τραπεζικά καταστήματα των κυριότερων ημεδαπών ανώνυμων τραπεζικών εταιριών. Η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Χ. Κ. του Χ., και έδρα στην ...,είναι εμπορική εταιρία, δραστηριοποιούμενη στην εμπορία φρούτων.
Για τις ανάγκες των εμπορικών της συναλλαγών διατηρεί στην πρώτη εναγόμενη το με αριθμ. ...-293 τραπεζικό λογαριασμό όψης. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας, ενεργούσα δια του προαναφερθέντος νόμιμου εκπροσώπου της, και του δεύτερου εναγόμενου, με την ιδιότητα του Διευθυντή του υποκαταστήματος της πρώτης εναγόμενης δημιουργήθηκε κλίμα αμοιβαίας επαγγελματικής εμπιστοσύνης, λόγω της φερεγγυότητας της ενάγουσας ε.ε.
και της προθυμίας της πρώτης εναγόμενης, εκφρασθείσα δια του δεύτερου εναγόμενου, να εξυπηρετεί αυτήν, σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία της στο υποκατάστημα. Την προθυμία αυτή επεδείκνυε ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητα του Διευθυντή του υποκαταστήματος, δίδοντας την εντύπωση στην πρώτη ενάγουσα ότι η τακτική αυτή διευκόλυνσης ακολουθείται για τους καλούς και φερέγγυους πελάτες από την πρώτη εναγόμενη αλλά και από άλλες τραπεζικές εταιρίες.
Η πρακτική αυτή, αν και αντιβαίνει Ττους κανόνες της ασφαλούς λειτουργίας και οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος, των Νομισματικών Αρχών και όλων των τραπεζικών εταιριών, μερικοί προστηθέντες αυτών, σε ορισμένα καταστήματα, διευκόλυναν τους καλούς πελάτες αυτών, με ευρύ κύκλο συναλλαγών, στη διενέργεια αυτών, χωρίς τη φυσική παρουσία τους στο κατάστημα, με αποτέλεσμα οι πελάτες, αν δεν διευκολύνονταν, να φεύγουν προς εξυπηρέτηση τους σε άλλα καταστήματα ή και τράπεζες.
Στα πλαίσια αυτά, ο δεύτερος εναγόμενος, διευθυντής υποκαταστήματος της …., τον οποίο η πρώτη εναγόμενη περιέβαλε, κατά τον ένδικο χρόνο, με εμπιστοσύνη θέσης δ/ντή του άνω υποκαταστήματος της, διευκόλυνε τους καλούς πελάτες του καταστήματος, με ευρύ κύκλο συναλλαγών, στη διενέργεια αυτών, όπως την εταιρία με την επωνυμία "...
Α. Ε.", τον Ν. Γ., Γ. Τ. του Α., Ν. Μ. του Κ., από τους οποίους λάμβανε επιταγές που του παρέδιδαν για την εξόφλησή τους και την τοποθέτηση του προϊόντος αυτών, χωρίς την παρουσία τους, στον αντίστοιχο λογαριασμό τους ή παρέδιδαν σ' αυτόν μετρητά με την εντολή να τα καταθέσει αυτός, χωρίς τη φυσική παρουσία τους, στον αντίστοιχο λογαριασμό τους, αλλά και την ενάγουσα, χωρίς την φυσική παρουσία του νόμιμου εκπροσώπου της.
Έτσι, στο εις …. υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης, η ενάγουσα, δια του παραπάνω εκπροσώπου της, υπέγραψε και παρέδωσε στον δεύτερο εναγόμενο, με την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τραπεζικά έντυπα ανάληψης, προκειμένου να διενεργήσει τρέχουσα συναλλαγή της πρώτης ενάγουσας, κατόπιν τηλεφωνικής εντολής της τελευταίας, σ' αυτόν να προβαίνει σε ανάληψη από το λογαριασμό της του εντελλόμενου τηλεφωνικά ποσού και καταθέσει αυτό στο λογαριασμό που θα υποδείκνυε, κάθε φορά, ο προαναφερθείς νόμιμος εκπρόσωπός της, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του στο κατάστημα της τράπεζας.
Πράγματι μετά από τηλεφωνική εντολή, ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητα του προστηθέντος της πρώτης εναγόμενης, χρησιμοποιούσε τα ενυπόγραφα έντυπα της ενάγουσας για τη διενέργεια των υποδεικνυόμενων τηλεφωνικά από τον νόμιμο εκπρόσωπο της συναλλαγών. Όμως, ο δεύτερος εναγόμενος, στις 14.6.2010, χωρίς προηγούμενη τηλεφωνική εντολή, χρησιμοποίησε ένα υπογεγραμμένο έντυπο ένταλμα πληρωμής της ενάγουσας, που είχε στην κατοχή του, για την εξυπηρέτηση των συναλλαγών της, για την, χωρίς εντολή της, ανάληψη χρημάτων από το λογαριασμό της και την ιδιοποίησή αυτών.
Συγκεκριμένα, όπως η ενάγουσα διαπίστωσε, την επόμενη ημέρα, 15.6.2010, ο δεύτερος εναγόμενος, στις 14.6.2010, και ώρα 1 5.04, ήτοι μετά το πέρας του ωραρίου της πρώτης εναγόμενης για το κοινό, από τον προαναφερθέντα λογαριασμό της ανέλαβε μετρητά 400 χαρτονομίσματα των 100,00 ευρώ και 1.000 χαρτονομίσματα των 50,00 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 90.000,00 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε.
Αμέσως, η πρώτη ενάγουσα απαίτησε από τον δεύτερο εναγόμενο την επιστροφή των χρημάτων στο λογαριασμό της, προκειμένου να μην πάρει διαστάσεις η υπόθεση, με αναφορά στην προϊσταμένη αρχή του. Ο δεύτερος εναγόμενος παραδέχθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας την ανωτέρω ανάληψη και υποσχέθηκε την επιστροφή των χρημάτων.
Πράγματι, στις 15.6.2010, και ώρα 14.30, και στις 21.6.2010, και ώρα 13.21, ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε στον προαναφερθέντα λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 11.000,00 ευρώ και 3.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει και το υπόλοιπο υπεξαιρεθέν ποσό. Παρά τις διαβεβαιώσεις του δεύτερου εναγόμενου, για επιστροφή του υπόλοιπου ποσού των 76.000,00 ευρώ, αρνείται να το επιστρέψει, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία.
Εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου , η ενάγουσα υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 76.000,00 ευρώ. Η ανάληψη του προαναφερθέντος ποσού δεν έγινε με συναίνεση της πρώτης ενάγουσας ή του νόμιμου εκπροσώπου της, όπως, αβάσιμα, υπονοεί η πρώτη εναγόμενη, και υποστήριξε ο δεύτερος εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ε.ε. όχλησε προφορικά τον περιφερειακό διευθυντή του υποκαταστήματος της πρώτης εναγόμενης και εγγράφως, με την από 26.7.2010 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις 27.7.2010, στην πρώτη εναγόμενη. Η τελευταία με σχετική εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις 27.9.2010, στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ε.ε., αρνήθηκε ίδια αυτής ευθύνη, επικαλούμενη ότι η συναλλαγή έγινε με γνήσιο έντυπο ένταλμα πληρωμής, υπογεγραμμένο από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ε.ε., ότι αφορούσε προσωπικές συναλλακτικές σχέσεις, και ότι βρίσκονταν εκτός της σχέσης πρόστησης που την συνδέει με το ανωτέρω διευθυντικό στέλεχος του υποκαταστήματος της.
Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου εκδηλώθηκε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας από την πρώτη εναγόμενη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, επ' ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των επίσημων εντολών και των οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν από την πρώτη εναγόμενη, όμως μεταξύ της ζημιογόνας ενέργειας του προστηθέντος, δεύτερου εναγόμενου, και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ενώ, επιπροσθέτως, η πρόστηση αυτή υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Χωρίς την πρόστηση του δεύτερου εναγόμενου στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος, των μέσων και των ευκαιριών που του χορήγησε η πρώτη εναγόμενη και χρησιμοποίησε ο δεύτερος εναγόμενος για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος της.
Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγόμενη διατήρησε τον δεύτερο εναγόμενο στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος της, επί μακρό χρόνο, και χωρίς την δέουσα εποπτεία και ελέγχους επιθεώρησης των μεθόδων ενέργειας και επαγγελματικού ανταγωνισμού που ανέπτυξε στο υποκατάστημά της στην …., με βάση τους οποίους εξυπηρετούσε τους προαναφερθέντες πελάτες, έχοντες μεγάλο κύκλο συναλλαγών, πελάτες της, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία τους, στο κατάστημα της τράπεζας.
Ακόμη, διατήρησε αυτόν στην προαναφερθείσα διευθυντική θέση, χωρίς να ασκήσει εσωτερικούς ελέγχους στο ανωτέρω υποκατάστημα και εποπτεία στον προστηθέντα της, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγόμενη, μετά από διαδικαστικές παρεκκλίσεις σε σχέση με τις κανονικές και εγκεκριμένες διαδικασίες, όπως έλλειψη προβλεπόμενου καλύμματος μετρητών 420.000,00 ευρώ σε δανειακό λογαριασμό πελάτη της, να διενεργήσει, στις 21.6.2010 ειδικό κλιμάκιό της επιτόπιο, ειδικό και εκτεταμένο έλεγχο και να διαπιστώσει ότι ο δεύτερος εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 27.6.2000 έως 17.6.2010, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό των 135.864.701 δρχ.
και ήδη 398.722,52 ευρώ, το οποίο ήταν το προϊόν της τελευταίας ανανέωσης στις 25.1.2001, του αρχικού ποσού των 127.000.000 δρχ., που είχε κατατεθεί στις 25.2.2000 από τον πελάτη της Α. Κ. στο λογαριασμό του, με τη μορφή επενδυτικού προγράμματος repos. Κατόπιν σχετικής έγκλησης της πρώτης εναγόμενης, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου για την υπεξαίρεση του προαναφερθέντος ποσού των 398.722,52 ευρώ.
Εξαιτίας της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς η πρώτη εναγόμενη υπέστη ζημία από 550.000,00 ευρώ, που συνίσταται στο ανωτέρω υπεξαιρεθέν ποσό των 398.722,52 ευρώ και των νόμιμων τόκων αυτού, το οποίο αναγκάστηκε να καταβάλει στους Ι. Κ., θεολόγη Κ. και Ε. Κ., κληρονόμους του Α. Κ., ενώ με τη με αριθμ. 122/ΤΠ/29.8.2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Γ.
Π. υποχρεώθηκε να καταβάλει, ως σχετική αποζημίωση, το προαναφερθέν ποσό στην πρώτη εναγόμενη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία. Εξαιτίας της αυτής ως άνω έγκλησης, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του δεύτερου εναγόμενου και για την υπεξαίρεση του ποσού των 204.160,61 ευρώ, συνιστάμενη στην υπεξαίρεση: 1. του προϊόντος έξι τραπεζικών επιταγών, συνολικού ποσού 72.500,00 ευρώ, στις 20.12.2007, 21.3.2007, 15.2.2008, 20.6.2008, 22.5.2008, 10.12.2007, τις οποίες του παρέδωσε η πελάτης της τράπεζας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." για κατάθεση του προϊόντος αυτών στον λογαριασμό της, 2. του ποσού των 71.000,00 ευρώ το οποίο του παρέδωσε, ,στις 17.6.2010, ο πελάτης της Γ. Τ. του Α., με την εντολή να εξοφλήσει οφειλές του προς την πρώτη εναγόμενη και το υπόλοιπο να καταθέσει στον λογαριασμό του, 3. του προϊόντος επιταγής, ποσού 10.058,13 ευρώ, που του παρέδωσε ο πελάτης της Ν.
Μ. για κατάθεση στο λογαριασμό του, 4. του προϊόντος επιταγής, ποσού 41.127,48 ευρώ, την οποία του παρέδωσε, στις 11.6.2010, ο πελάτης της Ν. Γ. του Δ., για κατάθεση στο λογαριασμό του, και του ποσού των 5.000,00 ευρώ, το οποίο του παρέδωσε, στις 23.6.2010, ο προαναφερθείς Ν. Γ. για κατάθεση στο λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "...
ο.ε.". Μετά την από 12.12.2010 κατάθεση της ως άνω έγκλησης, η πρώτη εναγόμενη, με την από 15.11.2010 δήλωσή της κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγόμενου, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε ποινικά κολάσιμες πράξεις και υπαίτιες παραβάσεις των συμβατικών του υποχρεώσεων, ως διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος.
Η παράνομη δραστηοιότητα του δεύτερου εναγόμενου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κρινόμενης αγωγής 14.6.2010, ήταν άγνωστη τόσο στην ενάγουσα ε.ε. όσο και στην πρώτη εναγόμενη, η οποία τον περιέβαλε με εμπιστοσύνη στην ανωτέρω θέση διεύθυνσης του υποκαταστήματος της. Χωρίς την πρόστηση αυτή δεν θα τελούνταν σε βάρος της πρώτης ενάγουσας η αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος χρησιμοποίησε τη διευθυντική του θέση για σκοπό άλλο από τον ανατεθέντα άσκησης των καθηκόντων του, παραβιάζοντας τις οδηγίες και τις αρχές που διέπουν τις τραπεζικές εργασίας και δόθηκαν σ' αυτόν από την πρώτη εναγόμενη, και που επιβάλουν την παροχή ειδικής έγγραφης εξουσιοδότησης, ή την αυτοπρόσωπη παρουσία ή δια νόμιμου αντιπροσώπου παρουσία του συναλλασσόμενου στο τραπεζικό κατάστημα.
Η ενάγουσα ε.ε. δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει ότι ο δεύτερος εναγόμενος ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας του, δεδομένου ότι πολλά τραπεζικά καταστήματα εξυπηρετούσαν τους πελάτες που είχαν μεγάλο κύκλο συναλλαγών, με τον ένδικο τρόπο, και δημιουργήθηκε στην ενάγουσα, και το νόμιμο εκπρόσωπο της, ότι υπάρχει προτροπή των προϊσταμένων του δεύτερου εναγόμενου για εξυπηρέτηση των μεγάλων πελατών της και όχι μόνο της ενάγουσας, ενισχυόμενη και από την εμπιστοσύνη με την οποία περιέβαλε, για πολλά έτη, η πρώτη εναγόμενη τον δεύτερο εναγόμενο, ως έντιμο και συνεπή στα υπηρεσιακά του καθήκοντα διευθυντή του υποκαταστήματος της στην ....
Επομένως, η πρώτη εναγόμενη υπέχει ευθύνη ως προστήσασα τον δεύτερο εναγόμενο στην προαναφερθείσα διευθυντική θέση του καταστήματός της στην ..., κατά κατάχρηση της οποίας, παραβιάζοντας τους κανόνες τραπεζικών συναλλαγών, υπεξαίρεσε, όπως προπεριγράφηκε, το ποσό των 76.000,00 ευρώ από το λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας, συμπεριφορά που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόστησή του από την πρώτη εναγόμενη, όπως αναλύεται παραπάνω, και πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη, της εις ολόκληρον, οφειλέτρια με τον Γ.
Π.. Από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του προστηθέντος από την πρώτη εναγόμενη διευθυντή του καταστήματός της, η ενάγουσα ε.ε. υπέστη ηθική βλάβη, διότι μειώθηκε η πίστη και φήμη αυτής, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου, τη φύση και την έκταση της ζημίας της, την υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου, και την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι η πρώτη ενάγουσα δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 4.000,00 ευρώ, εις ολόκληρον με τον Γ.
Π.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εγκαλούμενη απόφαση έκρινε ως προς την πρώτη εναγόμενη, κυρίως, ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια, με το αιτιολογικό ότι η προαναφερθείσα παράνομη και άδικη συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα αυτού, μη συναπτόμενο με τα καθήκοντα και την εργασία του στην πρώτη εναγόμενη, και με επάλληλη σκέψη, κατά παραδοχήν ως κατ' ουσίαν βάσιμης της σχετικής ένστασης της πρώτης εναγόμενης, για γνώση της ενάγουσας ε.ε.
ότι ο δεύτερος εναγόμενος έδρασε με κατάχρηση, και στη συνέχεια απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι, και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση ως προς την πρώτη εναγόμενη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την πρώτη εναγόμενη, να κρατήσει την -υπόθεση, να δικάσει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αφού απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα, με τις προτάσεις, από την πρώτη εναγόμενη ένσταση των άρθρων 300, 334 και 922 Α.Κ., και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 80.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".
Κρίνοντας, έτσι και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 806, 827 και 830 επ. ΑΚ που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ένδικη αγωγή δεν περιεχόταν βάση από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση (ανώμαλης) παρακαταθήκης, ενώ αντίθετα, τα ανελέγκτως πιό πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας, αμέσως δε ζημιωθείσα από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η αναιρεσίβλητη ή σε κάθε περίπτωση και αυτή, χωρίς να συντρέχει, εν προκειμένω, η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης της αναιρεσείουσας, λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης της αναιρεσίβλητης ότι ο άνω υπάλληλος της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας του, δεδομένου ότι πολλά τραπεζικά καταστήματα εξυπηρετούσαν τους πελάτες, που είχαν μεγάλο κύκλο συναλλαγών με τον ένδικο τρόπο και δημιουργήθηκε στην ενάγουσα και το νόμιμο εκπρόσωπό της η πεποίθηση ότι υπάρχει προτροπή των προϊσταμένων του δεύτερου εναγομένου για εξυπηρέτηση των μεγάλων πελατών της και όχι μόνο της ενάγουσας, ενισχυόμενη και από την εμπιστοσύνη, με την οποία περιέβαλε, για πολλά έτη, η πρώτη εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) το δεύτερο εναγόμενο, ως έντιμο και συνεπή στα υπηρεσιακά του καθήκοντα διευθυντή του υποκαταστήματος της στη ....
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 922 και 300 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω άρθρων, που δικαιολογούν τη μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής και αντίστοιχα την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης, που αίρει την ευθύνη της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία.
Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας εκδηλώθηκε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ'αυτόν υπηρεσίας από την τελευταία (αναιρεσείουσα), επ'ευκαιρία και εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των επίσημων εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ'αυτόν από την αναιρεσείουσα Τραπεζική Εταιρεία, δεχόμενο ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος υπαλλήλου της και της ανατεθείσας σ'αυτόν υπηρεσίας υπάρχει αιτιώδης εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η περιγραφόμενη ζημιογόνος αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συνδέουσα αυτόν και την προστήσασα αναιρεσείουσα σχέση πρόστησης, η οποία επιπροσθέτως υπήρξε και το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας του, αφού, χωρίς την πρόστηση αυτού στη θέση του διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, των μέσων και ευκαιριών που του χορήγησε η τελευταία και ο ίδιος χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό, από εκείνο, για τον οποίο του ανατέθηκαν, δεν θα γινόταν δυνατή η τέλεση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του.
Ομοίως, με βάση τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία αποδείχτηκε; ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει, ότι ο υπάλληλος της αναιρεσείουσας δεύτερος εναγόμενος ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας υπηρεσίας του, παραβιάζοντας τις οδηγίες και τις αρχές που διέπουν τις τραπεζικές εργασίες και επιβάλλουν την παροχή ειδικής έγγραφης εξουσιοδότησης ή την αυτοπρόσωπη ή δια νομίμου αντιπροσώπου παρουσία του συναλλασσομένου στο τραπεζικό κατάστημα, αποκρούεται η παραδοχή της σχετικής περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας στην προκληθείσα σ' αυτή ζημία, ένστασης της αναιρεσείουσας εναγομένης.
Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, ενώ, κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, σε ελλείψεις σχετικές με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στη σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ 285/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.10.2015 αίτηση της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1453/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ