Legislator Case Law & Legislation
93/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against foreign judgment enforcement, ruling domestic public order not violated.

Case Number 93/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to annul the first-instance court's decision enforcing a foreign judgment. The appellant argued the enforcement violated Greek public order by bypassing substantive proceedings, but the court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was dismissed, the security bond returned, and the appellant ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288 TFEU; Regulation 44/2001: A foreign judgment may be enforced in Greece without a prior substantive trial if the domestic court finds no violation of Greek public order, provided the decision contains adequate and clear reasoning.

Keywords

AI generated
enforcement of foreign judgments Greek public order annulment appeal Regulation 44/2001 procedural due process substantive trial requirement legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 288 of the TFEU
Regulation 44/2001
Article 495, paragraph 4, letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 7/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 93 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γκρίτζαλη.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Βλάσση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2011 αίτηση κήρυξης εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3856/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5389/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 22-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ (Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), πρώην άρθρο 249 ΣΕΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και παλαιότερα ΣΕΟΚ (Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας), ο κανονισμός που εκδίδεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κανονισμός αποτελεί πηγή παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ότι έχει άμεση εφαρμογή, τιθέμενος σε ισχύ από την έκδοση και δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελώντας πλέον μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται, κατ' αρχήν, για την εφαρμογή του η λήψη μέτρων από τις εθνικές αρχές (ΑΠ 7/2009).

Εξάλλου, από 1-3-2002, σύμφωνα με το άρθρο 76 αυτού, τέθηκε σε εφαρμογή ο 44/2001 Κανονισμός του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αριθμ. L012, της 16/1/2001.

Ο εν λόγω Κανονισμός αντικατέστησε την από 27/9/1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της από τη Σύμβαση του Σαν Σεμπάστιαν της 26ης Μαΐου 1989, που κυρώθηκαν από την Ελλάδα με τους νόμους 1814/1988 και 2004/1992, αντίστοιχα (ΑΠ 1028/2009) και έχει, όπως προαναφέρθηκε, αυξημένη τυπική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1027/2011).

Ο Κανονισμός αυτός, που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, πριν αντικατασταθεί (στην πραγματικότητα "αναδιατυπωθεί") με τον νέο Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και εφαρμόζεται στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από 10-1-2015, περιέχει μόνο μία διάταξη ειδικά για τη δικαιοδοσία στα ασφαλιστικά μέτρα (βλ.

και άρθρο 47, αναφορικά με την εκτελεστότητα) και, συγκεκριμένα, στο άρθρο 31, κατά το οποίο "τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διεθνής δικαιοδοσία για τη χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων απονέμεται στα δικαστήρια των κρατών μελών, τα οποία είτε έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης είτε έχουν την εξουσία να διατάσσουν τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπει η εθνική τους νομοθεσία, με βάση τους εσωτερικούς τους κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και όταν μπορεί να αρχίσει ή ήδη υπάρχει εκκρεμής δίκη για την ουσία της διαφοράς σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους.

Έτσι, ενώ στην πρώτη περίπτωση τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να αναγνωρίζονται και να κηρύσσονται εκτελεστά σε όλα τα κράτη μέλη (άρθρ. 33 επόμ. του Κανονισμού αυτού), στη δεύτερη περίπτωση, υπό το βάρος του ερμηνευτικού περιορισμού που επιβλήθηκε από το ΔΕΚ (πλέον ΔΕΕ) στα δικαστήρια των κρατών μελών "της υπάρξεως πραγματικού συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αντικειμένου των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων και της κατά τόπον αρμοδιότητας του συμβαλλόμενου κράτους του επιληφθέντος δικαστή" (υποθέσεις α) C-391/95 της 17/11/1998 -Van Uden Maritime BV κατά Kommanditgesellschaft in Firma Deco-Line και β) C-99/96 της 27/4/1999 - Hans-Herman Mietz κατά Intership Yachting Sneek BV), τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να εκτελούνται, κατά κανόνα, μόνο στα όρια της επικράτειας όπου διατάχθηκαν, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω.

Στον πιο πάνω Κανονισμό, όπως, άλλωστε, και στην από 27-9-1968 Σύμβαση των Βρυξελλών, δεν διατυπώνεται ορισμός της έννοιας των ασφαλιστικών μέτρων. Την έλλειψη αυτή φρόντισε να καλύψει το ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ), το οποίο προχώρησε σε έναν αυτόνομο προσδιορισμό της έννοιας των ασφαλιστικών μέτρων με τις αποφάσεις του Reichert του έτους 1992 (υπόθεση 261/1990, Mario Reichert/Dresdner Bank AG) και την προαναφερόμενη Van Uden του έτους 1998, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Ως ασφαλιστικά μέτρα, υπό την έννοια του άρθρου 24 της Σύμβασης των Βρυξελλών (ήδη 31 του 44/2001 Κανονισμού), πρέπει να θεωρούνται τα μέτρα τα οποία, στις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, αποβλέπουν στη διατήρηση μιας πραγματικής ή νομικής κατάστασης προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των οποίων η αναγνώριση ζητείται εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας".

Κατά το ΔΕΚ, λοιπόν, τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και αποβλέπουν στη διασφάλιση του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου η οριστική διάγνωση ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας. Το ίδιο δικαστήριο απέφυγε να εντάξει στα ασφαλιστικά μέτρα εκείνα τα μέτρα, τα οποία, αν και χαρακτηρίζονται ως ασφαλιστικά, ενέχουν τον κίνδυνο δημιουργίας αμετάκλητων καταστάσεων, χωρίς, πάντως, να υπάρχει γενικός και δίχως όρους αποκλεισμός των μέτρων αυτών.

Κατ' εξαίρεση, το ΔΕΚ δέχθηκε, με τις παραπάνω αποφάσεις Mietz και Van Uden, ότι το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία για την επί της ουσίας εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με μία από τις βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει η Σύμβαση (ήδη Κανονισμός 44/2001), έχει επίσης διεθνή δικαιοδοσία να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς η εν λόγω δικαιοδοσία του να εξαρτάται από άλλες προϋποθέσεις.

Αντίθετα, αν πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε αποκλειστικά, σύμφωνα με τη διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 24 της Σύμβασης (ήδη άρθρο 31 του Κανονισμού) και διατάσσει την προσωρινή καταβολή της συμβατικής αντιπαροχής ("...προκαταβολή ποσού προς εκπλήρωση αντιπαροχής, απορρέουσας από σύμβαση..."), τότε, μία τέτοια απόφαση δεν συνιστά ασφαλιστικό μέτρο, υπό την έννοια της διάταξης αυτής (υπόθεση Mietz:

σκέψεις 39-43 και υπόθεση Van Uden: σκέψεις 19, 20, 22, 40, 41, 48 εδάφ. α'), παρά μόνο εάν, αφενός, η επιστροφή στον εναγόμενο του ποσού που κατέβαλε είναι εγγυημένη, σε περίπτωση που ο ενάγων δεν δικαιωθεί στην κύρια δίκη, και, αφετέρου, το αιτούμενο μέτρο αφορά μόνο σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου "που βρίσκονται ή πρέπει να βρίσκονται εντός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή".

Το ΔΕΚ, επομένως, ενέταξε στα ασφαλιστικά μέτρα και την περίπτωση της προκαταβολής οφειλόμενου χρηματικού ποσού (προσωρινή επιδίκαση), έστω και αν το δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης για τη χορήγηση προσωρινών ή συντηρητικών μέτρων δεν έχει, σε κάθε περίπτωση, διεθνή δικαιοδοσία για την επί της ουσίας εκδίκαση της υπόθεσης, κατά τα άρθρα 2 και 5 έως 8 της Σύμβασης των Βρυξελλών, ήδη 2-24 του Κανονισμού 44/2001, αλλά, αποκλειστικά, σύμφωνα με τη διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπεται στο άρθρο 24 της Σύμβασης και ήδη 31 του Κανονισμού, υπό τη συνδρομή, όμως, δύο στοιχείων:

α) της επιβολής εγγυοδοσίας για την εξασφάλιση της επιστροφής του ποσού που καταβλήθηκε και β) της επιβολής του μέτρου σε περιουσιακά αντικείμενα που βρίσκονται στο έδαφος της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστή που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο. Επισημαίνεται ότι, από τους δύο πιο πάνω όρους, μόνο ο πρώτος μπορεί να προσδώσει εννοιολογική χροιά ασφαλιστικού μέτρου στην προσωρινή καταβολή οφειλόμενου χρηματικού ποσού, ως μορφή προσωρινής επιδίκασης, δεδομένου ότι με τον όρο αυτόν εξασφαλίζεται επαρκώς ο προσωρινός χαρακτήρας της επιδίκασης της απαίτησης και αποτρέπεται η δημιουργία αμετάκλητων καταστάσεων, αφού η επιστροφή στον εναγόμενο του ποσού που κατέβαλε, σε περίπτωση νίκης του στην κύρια δίκη, δεν υπόκειται σε καμία διακινδύνευση.

Αντίθετα, ο δεύτερος όρος δεν έχει να κάνει με τον εννοιολογικό προσδιορισμό της προσωρινής επιδίκασης, ως ασφαλιστικού μέτρου, αλλά με τα εδαφικά όρια εκτελεστότητας ενός τέτοιου ασφαλιστικού μέτρου που διατάσσεται από τον εθνικό δικαστή, ο οποίος στηρίζει τη δικαιοδοσία του, κατά παραπομπή του άρθρου 31 του Κανονισμού, σε δικαιοδοτικές βάσεις του εσωτερικού του δικαίου, οπότε το συγκεκριμένο ασφαλιστικό μέτρο έχει, στην περίπτωση αυτή, περιορισμένη χωρική εμβέλεια, προκειμένου να αποτρέπεται η καταστρατήγηση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας του Κανονισμού.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν προκύπτει ότι το ΔΕΚ όρισε, με τις πιο πάνω αποφάσεις του, ότι, κατά την έννοια της Σύμβασης των Βρυξελλών (ήδη του Κανονισμού 44/2001), αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο και η προσωρινή επιδίκαση, εφόσον εξασφαλίζεται, στην προαναφερόμενη περίπτωση του άρθρου 31 του Κανονισμού, η προσωρινότητα της ρύθμισης αυτής με εγγυοδοσία, ενώ, αντίθετα, δεν ισχύει το προαπαιτούμενο της επιβολής εγγυοδοσίας για την περίπτωση που το δικαστήριο της κύριας υπόθεσης διατάζει τα ασφαλιστικά μέτρα (λ.χ.

προσωρινή επιδίκαση απαίτησης). Περαιτέρω, η εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχεται αναιρετικά, κατ' αρχήν, δια μέσου της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ή 560) του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Υπό την έννοια αυτή, κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι κανονισμοί της ΕΕ (πρώην ΕΚ), οι οποίοι από τότε που τίθενται σε ισχύ είναι άμεσης εφαρμογής και αποτελούν εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, όπως προεκτέθηκε (ΑΠ 1028/2009, ΑΠ 7/2009). Πέραν των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το λόγο αυτόν, ελέγχονται το δικαίωμα ακρόασης, η ευρωπαϊκή δημόσια τάξη και η μη συμμόρφωση ημεδαπού δικαστηρίου σε απόφαση του ΔΕΕ.

Ειδικότερα, α) ως προς την ευρωπαϊκή δημόσια τάξη, που περιλαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις βασικές διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή διατηρεί αναιρετικά όλη τη χρησιμότητά της σε όλες τις περιπτώσεις που αντικειμενικά συνιστούν κώλυμα στην ελεύθερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και β) ως προς τη δεσμευτικότητα της απόφασης του ΔΕΕ, αυτή δεν προβλέπεται ως συνέπεια ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη για όλα τα εθνικά δικαστήρια που θα δικάσουν στη συνέχεια ίδια υπόθεση, αφού μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συνεπώς, η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση, με βάση την ερμηνεία που δόθηκε στο ευρωπαϊκό-ενωσιακό δίκαιο από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με τον προαναφερόμενο λόγο (ΑΠ Ολομ. 16/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5389/2014 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής της η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αλλοδαπή καταψηφιστική απόφαση αντίκειται τόσο στην ημεδαπή όσο και στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη.

Στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη, γιατί, επί επιδίκασης απαίτησης απαιτείται η επιβολή στον αιτούντα (ενάγοντα) εγγυημένων όρων επιστροφής στον καθ' ου του διαταχθέντος ποσού, σε περίπτωση που ο ενάγων δεν δικαιωθεί στην κύρια δίκη και στην ημεδαπή δημόσια τάξη, γιατί: (α) τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση, (β) η προσωρινή επιδίκαση απαίτησης ως ασφαλιστικό μέτρο δεν διατάσσεται για συμβατικές ενοχές παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αριθμούνται και κατονομάζονται περιοριστικά στο νόμο, (γ) απαιτείται ο αιτών τα εν λόγω ασφαλιστικά μέτρα να ασκήσει την κύρια αγωγή του για την απαίτηση που επιδικάστηκε εντός προθεσμίας (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης και (δ) δημιουργούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις, αφού ματαιώνουν την προσωρινή παροχή έννομης προστασίας των ασφαλιστικών μέτρων και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για οριστική δικαστική προστασία.

Σύμφωνα με το άρθρο 34 του υπ' αριθ. 44/2001 Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως. Ειδικότερα, στην Ελλάδα θα θεωρηθεί ότι η αλλοδαπή απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη, εάν δια της εκτελέσεως αυτής πρόκειται να υλοποιηθούν στην περιοχή της ελληνικής επικράτειας καταστάσεις που δεν προσαρμόζονται στην ηθική, δικαιική, πολιτειακή και οικονομική τάξη που επικρατεί στην Ελλάδα και θεμελιώνει τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό...

Συνακόλουθα τούτων, δεν συγχωρείται να κηρυχθεί απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστή στην Ελλάδα, όταν εξαιτίας του περιεχομένου της η εκτέλεση της θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιικές ή οικονομικές αντιλήψεις, που κρατούν στη χώρα. Μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόσθηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη.

Δεν επιτρέπεται όμως να εκτελεστεί στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, όταν από την εκτέλεση της πρόκειται, λόγω της αντιθέσεώς της που ενυπάρχει σ' αυτήν προς τις θεμελιώδεις πιο πάνω αντιλήψεις, να διαταραχθεί ο έννομος ρυθμός που κρατεί στη χώρα... Τέλος το άρθρο 31 του άνω κανονισμού προβλέπει ότι τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης.

Έχει κριθεί ότι η εγγυημένη επιστροφή του καταβληθέντος ποσού στον εναγόμενο για την περίπτωση που ο ενάγων δεν δικαιωθεί στην κύρια δίκη και η επιβολή του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου σε συγκεκριμένα μόνο περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου που βρίσκονται ή πρέπει να βρίσκονται εντός του πεδίου της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστή, δεν απαιτούνται στην περίπτωση που το εκδόσαν την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία για την επί της ουσίας εκδίκαση της υποθέσεως σύμφωνα με μία από τις βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός...

Στην προκείμενη περίπτωση το Εμποροδικείο Παρισίων της Γαλλίας για την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασής του στήριξε τη δικαιοδοσία του σε επιτρεπτή βάσει του άρθρου 48 του Γαλλικού Code de procedure civile, όσο και βάσει του άρθρου 23 § 1 του κανονισμού ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία περιεχόταν στο άρθρο 17 και στο άρθρο 4.3 των γενικών όρων της από 08/11/2007 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων.

Αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία για την επί της ουσίας εκδίκαση της υπόθεσης, στην οποία και βασίστηκε για να εκδώσει την προαναφερόμενη απόφαση. Επομένως η κήρυξη της εκτελεστότητας της άνω απόφασης δεν αντίκειται στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη από το γεγονός ότι δεν παρασχέθηκαν από την καθ' ης η προσφυγή εγγυήσεις.

Αναφορικά με το ότι η απόφαση του Εμποροδικείου των Παρισίων αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην άνω μείζονα σκέψη, μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ρύθμιση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη, η έννοια της οποίας, άλλωστε, είναι κατά πολύ ευρύτερη από την έννοια του συνόλου των κανόνων αναγκαστικού δικαίου (ΑΚ 3), η εφαρμογή των οποίων δεν μπορεί να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.

Επομένως, η διαφορετική απλώς διαμόρφωση της αλλοδαπής διαδικασίας δεν αντίκειται στην ημεδαπή δικονομική δημόσια τάξη και ο σχετικός δεύτερος λόγος της προσφυγής είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 7-11-2012, προσφυγή, κατ' άρθρ. 43 του 44/2001 Κανονισμού, της αναιρεσείουσας κατά της 3856/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η από 30-3-2011 αίτηση της αναιρεσίβλητης και κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 32-56 του ίδιου πιο πάνω Κανονισμού, η RG 2010010102/29-6-2010 απόφαση "ασφαλιστικών μέτρων" ("ORDONNANCE DE REFERE") του Εμποροδικείου Παρισίων Γαλλίας, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα "καταδικάζεται" να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο, από σύμβαση, χρηματικό ποσό των 90.000 ευρώ κ.λπ.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή, με το να μη δεχθεί ότι στην κρινόμενη υπόθεση, που διατάχθηκε, κατά τις παραδοχές του, ως ασφαλιστικό μέτρο (και όχι κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, βάσει των άρθρων 873 εδάφ. 2 του Γαλλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και 32 του Κανονισμού 44/2001), η (προσωρινή) καταβολή οφειλόμενου χρηματικού ποσού, ως μορφή (προσωρινής) επιδίκασης της απαίτησης, δεν απαιτείται η επιβολή στην αιτούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, εγγυημένων όρων επιστροφής του παραπάνω ποσού για την περίπτωση που η τελευταία δεν δικαιωθεί στην κύρια δίκη, δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 31 του 44/2001 Κανονισμού, όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το ΔΕΚ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Και τούτο, διότι το δικαστήριο των Παρισίων που εξέδωσε την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων έχει διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης, σύμφωνα με μία από τις βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο Κανονισμός 44/2001, ήτοι την επιτρεπτή, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ. 1 του Κανονισμού και 48 του γαλλικού "Code de Procedure Civile", ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), περιεχόταν στην από 8-11-2007 σύμβαση των διαδίκων.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, παραπονούμενη για την απόρριψη του σχετικού λόγου της προσφυγής της, υποστηρίζει τα αντίθετα, ισχυριζόμενη ότι η πληττόμενη απόφαση παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αντίθετη με εκείνη του ΔΕΚ, τις πιο πάνω νομικές διατάξεις, αναφορικά με την έννοια των "κοινοτικών" ασφαλιστικών μέτρων και της "ευρωπαϊκής" δημόσιας τάξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 33 του πιο πάνω Κανονισμού 44/2001, απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία, ενώ, κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του ίδιου Κανονισμού, απόφαση δεν αναγνωρίζεται, αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνώρισης.

Η δημόσια τάξη νοείται με την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ, επομένως η αναγνώριση και η κήρυξη αλλοδαπής δικαστικής απόφασης εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται, όταν η διαδικασία που ακολουθήθηκε, για την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης, προσκρούει σε θεμελιώδη δικονομικά αξιώματα, τα οποία, πέρα και ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες, εκφράζουν το κράτος δικαίου επί του πεδίου της απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης, όταν η παράβαση των δικονομικών αυτών αρχών δεν ήταν δυνατό να προβληθεί, με ένδικα μέσα, κατά της απόφασης ενώπιον των δικαστηρίων της αλλοδαπής πολιτείας, αλλά και όταν η ανάπτυξη στην ημεδαπή των συνεπειών της αλλοδαπής απόφασης, το κύρος της οποίας αλυσιτελώς προσβλήθηκε στο δικαστήριο της αλλοδαπής πολιτείας, αντιτίθεται ευθέως στην έννοια της ημεδαπής δημόσιας τάξης, δηλαδή προς τους θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν τον βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα που αποτρέπει διαταραχή του παραπάνω ρυθμού με την εκτέλεση στην ημεδαπή της αλλοδαπής απόφασης ή και, δια μέσου αυτής, στην εφαρμογή στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου που μπορεί να προξενήσουν την ίδια διαταραχή (ΑΠ Ολομ. 11/2009).

Μόνο το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη (ΑΠ Ολομ. 17/1999, ΑΠ 1835/2007), ούτε το ότι απλώς, κατά την απόδειξη ή την έκδοση της απόφασης, τηρήθηκε άλλη διαδικασία από εκείνη που καθορίζεται από τους ημεδαπούς δικονομικούς κανόνες (ΑΠ 247/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με τις παραπάνω παραδοχές της παραβίασε, ευθέως, και τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001 και 33 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 8 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με το να μην ερμηνεύσει ορθά την έννοια των ρυθμιστικών ασφαλιστικών μέτρων, κατά τον Κανονισμό, όπως το ίδιο το ΔΕΚ απέδωσε σ' αυτά, και της ημεδαπής δημόσιας τάξης.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως. Ειδικά, για την επικαλούμενη αντίθεση της αναγνώρισης της αλλοδαπής απόφασης στην ημεδαπή δημόσια τάξη (που απαιτείται να είναι προφανής), η αναγνώριση (και η κήρυξη της εκτελεστότητας) αυτής δεν συνιστά αντίθεση στη δημόσια τάξη από μόνο το γεγονός ότι στο ελληνικό δίκαιο δεν υπάρχει τέτοια ρύθμιση (προσωρινή επιδίκαση συμβατικής οφειλής και συγκεκριμένα από εμπορική σύμβαση παραχώρησης χρήσης δικαιωμάτων) στις σχετικές διατάξεις των άρθρων 682, 692 παρ. 4 και 728-729 ΚΠολΔ και δεν προσκρούει σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιικές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα, ούτε διαταράσσεται ο έννομος ρυθμός αυτής (βλ.

και ΑΠ Ολομ. 17/1999, ΑΠ 1835/2007), ενώ η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της επίμαχης αλλοδαπής απόφασης, αλλά και της αναιρεσιβαλλόμενης 5389/2014 εφετειακής, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός πρώτος λόγος της προσφυγής της (χωρίς αυτή να πλήττεται, ως προς το κεφάλαιο τούτο, με λόγο αναίρεσης), δεν στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης, καθώς και του δικαιώματος να ασκήσει και ένδικο μέσο κατά της εν λόγω αλλοδαπής απόφασης (βλ. 6ο φύλλο, 1η και 2η -στην αρχή- όψεις της εφετειακής απόφασης).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/ 2009).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Έτσι, "πράγματα" είναι και οι δικονομικές ενστάσεις, με τις οποίες στηρίζονται δικονομικά αιτήματα (ΑΠ 1357/2002). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που, όπως αυτή υποστηρίζει, παραδεκτά προέβαλε, για το ότι δεν υπάρχει συμβατική ρήτρα παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας του αλλοδαπού δικαστηρίου (της Γαλλίας), κατ' άρθρ. 23 του Κανονισμού 44/2001, για τη λήψη ειδικά των ασφαλιστικών μέτρων, καθόσον η συμφωνημένη, πράγματι, γενική ρήτρα παρέκτασης δεν συμπεριλαμβάνει και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της αίτησης της αναιρεσίβλητης και να την κρίνει, τελικά, βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα, δέχθηκε και ότι το αλλοδαπό δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία και για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων και, συνεπώς, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό (ΑΠ 1569/2010), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, κατά την ορθότερη άποψη, αν έχει συμφωνηθεί παρέκταση για την κύρια υπόθεση, το αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο της παρέκτασης αποκτά, άνευ ετέρου, και τη διεθνή δικαιοδοσία να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα με διακρατική μάλιστα εμβέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, αλλιώς, αυτές είναι ανεπαρκείς, επειδή "δεν αιτιολογείται, σε κανένα σημείο της απόφασης, ειδικά και εμπεριστατωμένα, ούτε καν γενικά, γιατί απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος προσφυγής της και, συγκεκριμένα, γιατί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υπό τη μορφή της οριστικής καταδίκης σε καταβολή χρηματικής απαίτησης με τρόπο που υποκαθιστά την οριστική, κύρια και διαγνωστική κύρια διαδικασία και θέτει την τελευταία στο περιθώριο, δεν συνιστά προσβολή στην ημεδαπή δημόσια τάξη", αν ληφθούν υπόψη και οι διατάξεις των άρθρων 682, 692 παρ. 4 και 728-729 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, κρίνοντας το Εφετείο ότι η αλλοδαπή απόφαση δεν αντίκειται στην ημεδαπή δικονομική δημόσια τάξη με την αιτιολογία που προπαρατέθηκε, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Έχει προβεί σε ορθή εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας "ελληνική δημόσια τάξη" με σωστή εφαρμογή αυτής και ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατέληξε σε ορθό και σαφές πόρισμα, χωρίς να παραβιάσει, ούτε εκ πλαγίου, τις πιο πάνω διατάξεις που εφάρμοσε, καθώς και εκείνες των άρθρων 8 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που φέρονται με το αναιρετήριο ότι παραβιάστηκαν, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει γι' αυτές παραδοχές και, τελικά, δεν υπέπεσε σε καμία από τις αποδιδόμενες με το λόγο αυτόν του αναιρετηρίου πλημμέλειες.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 287/18-3-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της 5389/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ