Legislator Case Law & Legislation
93/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership claim regarding expropriated land.

Case Number 93/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the State's request to overturn the First Instance Court's decision awarding compensation to the expropriated property owner. The State argued that the disputed land belonged to public property, yet the court found the claimant's evidence of exclusive ownership sufficient to establish a right to compensation. Consequently, the court ruled that the State's appeal was inadmissible because the underlying property did not constitute public domain, rendering the State's legal arguments baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 of Law 1539/1938; Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure: The preliminary procedure for asserting ownership of land held by the State is required only by the claimant of ownership, not by the claimant of compensation, and the State's appeal is inadmissible if the property does not constitute public domain.

Keywords

AI generated
expropriation compensation public domain property ownership claim preliminary procedure inadmissible appeal civil procedure code land registration

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 of Law 1539/1938
Art. 220 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 93 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 93/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Καρακώστα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. χήρας Γ. Η., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Πισσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1717/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7695/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 20/3/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 22/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938 προκύπτει ότι την από αυτή προβλεπόμενη με ποινή απαραδέκτου προδικασία πρέπει να τηρήσει εκείνος που προβάλλει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, το οποίο κατέχεται από το δημόσιο και όχι όποιος επιδιώκει την αναγνώριση του ως δικαιούχου αποζημίωσης για ακίνητο που απαλλοτριώθηκε και νέμεται ο ίδιος ως κύριος.

Ούτε επίσης απαιτείται η εγγραφή της αγωγής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρο 220 παρ.1 ΚΠολΔ, καθόσον το κύριο αντικείμενο της δίκης που εισάγεται με την άσκηση της πιο πάνω αγωγής είναι αυτή καθεαυτή η καθορισθείσα αποζημίωση και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 28/1/2011 ένδικης αγωγής τη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αυτή ισχυρίστηκε ότι είχε καταστεί με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο αποκλειστική κυρία ενός ακινήτου, εμβαδού 773 μ2, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Ασπροπύργου Νομού Αττικής και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του Δημοσίου, με δαπάνες τούτου και των παρόδιων ιδιοκτητών, σε μεγαλύτερη έκταση 202.000,30 μ2, δυνάμει της 1021198/1573/0010/ 17.03.2005 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 327/Δ72005), λόγω δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της οδού Ασπροπύργου (NATO) στο, τμήμα από "ΛΟΦΟ ΠΥΡΓΑΘΙ" (διασταύρωση προς διυλιστήρια) έως Μαγούλα (Νοσοκομείο Δυτικής Αττικής) από χ.θ. 0+00 έως χ.θ. 12 + 162, και ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίστηκε προσωρινά με την 1861/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 366/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και εκείνης που θα καθοριστεί οριστικά με απόφαση του αρμοδίου Εφετείου, για τμήμα εμβαδού 381 μ2 της μείζονος απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας των 773μ2.

Για το παραδεκτό της πιο πάνω αγωγής, κύριο αντικείμενο της οποίας είναι η αναγνώριση ης αναιρεσίβλητης ως δικαιούχου της καθορισθείσας (προσωρινά) αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία της δεν απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 προδικασίας ούτε η εγγραφή της (αγωγής) στα βιβλία διεκδικήσεων, κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, επειδή δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των πιο πάνω δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Συνεπώς, αν από την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στο αναιρετήριο, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " Το Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το κρινόμενο ακίνητο εμβαδού 773 μ2 με κτηματολογικά στοιχεία … στα από 28.01.2005 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα του ανήκει κατά κυριότητα, καθώς εμπίπτει στο εθνικό κτήμα 'ΔΑΦΝΙ-ΣΤΕΦΑΝΙ', όπως αυτό φαίνεται από τα τοπογραφικά διαγράμματα του Υπουργείου Οικονομικών και ότι δεν καταλύθηκε ποτέ, με έκτακτη χρησικτησία 30ετούς καλόπιστης νομής πριν από το 1915, η κυριότητα του επ' αυτού, που περιήλθε στο Δημόσιο με την απελευθέρωση από την οθωμανική κατοχή, κυρίως μεν με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9/7/1832 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, άλλως και επικουρικώς ως ιδιωτικό δάσος, του οποίου οι ιδιοκτήτες δεν προσκόμισαν τους τίτλους εντός έτους από τη δημοσίευση του β.δ.

της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", άλλως και επικουρικώς λόγω της μορφολογίας της ως χορτολειβαδικής έκτασης, με βάση το νόμιμο τεκμήριο που απορρέει από τις διατάξεις του β.δ. της 12.12.1834 'περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834', άλλως και επικουρικότερα, ως αδέσποτο βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", άλλως και επικουρικότερα όλων με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση των αναφερομένων πράξεων νομής επ' αυτών.

Και είναι μεν αληθές ότι με το από 21.05.1836 Βασιλικό Διάταγμα προσδιορίστηκε ως Εθνικό Κτήμα το Μοναστηριακό Κτήμα Δαφνί Στεφάνι, έκτασης 40.000 στρεμμάτων, το οποίο αρχικά είχε δωρηθεί στον πρώτο βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα και μετά την εκθρόνιση του τελευταίου στις 23.10.1862 επανήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και καταμετρήθηκε από τους γερμανούς μηχανικούς Μ.

και Χ. και συντάχθηκε σχετικώς το από 25.11.1836 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο σημειωτέον έχει χαθεί, πλην όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το κρινόμενο ακίνητο εμπίπτει στο πιο πάνω δημόσιο κτήμα. Το εναγόμενο Δημόσιο, που ισχυρίζεται τα αντίθετα, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, επικαλείται και προσκομίζει το 729/27.04.2010 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής, Τμήμα Απαλλοτριώσεων και το από 23.01.2012 έγγραφο της μηχανικού της ίδιας Υπηρεσίας Σ.

Π., τα οποία αποφαίνονται ότι το κρινόμενο ακίνητο εμπίπτει πράγματι στο πιο πάνω δημόσιο κτήμα. Αμφότερα, όμως, τα έγγραφα αυτά στηρίζουν την εξαχθείσα κρίση τους, όπως τα ίδια αναφέρουν, στα εξής έγγραφα: α) στο α/α 303/Α-10-20 διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, κλίμακας 1/20.000, το οποίο είναι ανασχεδιασμένο από το αρχικό στις 25.11.1938 δηλαδή μετά 100 χρόνια τη σύνταξη του αρχικού στις 25.11.1836, από δυσανάγνωστης υπογραφής μηχανικό, το οποίο δεν αναφέρει συνολική έκταση και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου του Δημοσίου, αλλά και της πιο πάνω μηχανικού Σ.

Π., δεν περιλαμβάνει το κρινόμενο ακίνητο, β) στο ταυτάριθμο με το προηγούμενο α/α 303/Α-10-20 διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών, κλίμακας 1/10.000, το οποίο είναι ανασχεδιασμένο από τον σχεδιαστή Ά. Τ., σε άγνωστο χρόνο, δεν αναφέρει επίσης συνολική έκταση και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου του Δημοσίου, αλλά και της πιο πάνω μηχανικού, δεν είναι σαφές εάν περιλαμβάνει ή όχι το κρινόμενο ακίνητο, διότι έχει δύο περιγράμματα προς την πλευρά του τελευταίου και αν ληφθεί υπόψη το ευρύτερο περίγραμμα, τότε περιλαμβάνεται το κρινόμενο ακίνητο, αν δε ληφθεί υπόψη το στενότερο περίγραμμα, αυτό δεν περιλαμβάνεται, γ) στο 1661/Α-10-20 διάγραμμα του Υπουργείου Οικονομικών κλίμακας 1/20.000, το οποίο, όμως, αποτελεί ανασχεδίαση από άγνωστο και σε άγνωστο χρόνο του προαναφερόμενου με αριθμό 303/Α-10-20/25.11.1836 διαγράμματος των πιο πάνω γερμανών μηχανικών, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου του Δημοσίου, δεν περιλαμβάνει το κρινόμενο ακίνητο, και η όλη έκταση αναφέρεται ως 'Βασιλική ιδιοκτησία Δαφνιού και Αγίου Στεφάνου', ωστόσο δεν έχει καταγραφεί στο βιβλίο καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων, όπως βεβαιώνεται και στο 619/01.03.2012 έγγραφο Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής, Τμήμα Απαλλοτριώσεων.

Από τα έγγραφα όμως αυτά ουδόλως προκύπτει ότι το κρινόμενο ακίνητο εμπίπτει στο δημόσιο κτήμα 'ΔΑΦΝΙ-ΣΤΕΦΑΝΙ', όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού το ίδιο, όπως προαναφέρθηκε, επικαλούμενο κάθε ένα από τα πιο πάνω σχεδιαγράμματα (στα οποία κατά τα προαναφερόμενα στηρίχθηκε η κρίση της πιο πάνω Κτηματικής Υπηρεσίας και της μηχανικού της) και σχολιάζοντας αυτά στις προτάσεις του αμφισβητεί τον εν λόγω ισχυρισμό του, καθώς παραδέχεται ότι το κρινόμενο ακίνητο δεν εμπίπτει στο πρώτο από τα πιο πάνω σχεδιάγραμμα του δημοσίου κτήματος και δεν είναι σαφές αν εμπίπτει στο δεύτερο.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο που πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του (ως εφεσίβλητο), και στη συνέχεια, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος και την απέρριψε. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και τον προταθέντα ισχυρισμό του "περί του ότι επιτρεπτή κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος είναι δυνατή μόνον με έκτακτη χρησικτησία επί 30ετία που θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι 11/9/1915, η δε αντίδικος δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμπληρώσει αυτή μέχρι το έτος 1915" είναι αβάσιμος, πέραν του ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτό δεν εμπίπτει στο δημόσιο κτήμα "Δαφνί-Στεφάνι" όπως ισχυρίστηκε κυρίως το αναιρεσείον για τη θεμελίωση της ένστασης ιδίας κυριότητας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/3/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7695/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ