Legislator Case Law & Legislation
93/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding invalid contracts and missing evidence under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 93/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider claims of contract invalidity and specific evidence, but the court rejected these arguments as legally inadmissible. The court ruled that the appeal grounds were too vague, failing to specify the content of the claims or their impact on the case outcome as required by law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8), Art. 559(11) K.Pol.D.; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the content of the claim, the basis of the assertion, or its material impact on the trial outcome.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds vague legal argument Article 559 Civil Procedure contract invalidity claim evidence admissibility appellate review standards legal cost liability

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 93 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κόλλια και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Γ., κατοίκου ..., η οποίας εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμαντή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:751/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7349/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-8-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 25-9-2009 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επηκολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητός της.

Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή, για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) την συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Όταν, όμως, υπάρχει νόμιμη αιτία, ερειδομένη σε διάταξη νόμου ή στη σύμβαση, από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός αυτός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια αυτή, με βάση την ανωτέρω διάταξη και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σ' αυτήν. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος υπό την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή στις αιτιολογίες που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αυτού άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτο, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο, μολονότι βεβαιώνει ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, εν τούτοις δέχεται εμμέσως την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως και αναζητεί την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων πέρα από την γραμματική διατύπωσή της, καθώς και όταν, παρά την έστω και έμμεση διάγνωση ατελείας στην διατύπωση της βουλήσεως ή αμφιβολίας για την έννοιά της, το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς και να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς την αγωγική αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος από αδικαιολόγητο πλουτισμό: "Με το από 14-11-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η εφεσίβλητη εκμίσθωσε στον εκκαλούντα ένα ισόγειο κατάστημα, αποτελούμενο από ένα ενιαίο χώρο επιφανείας 200 τ.μ.

περίπου επί της οδού ... αριθμ. …, στην …, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον τελευταίο ως DISCO ή μπαρ ή κλαμπ ή καφετέρια ή όλα μαζί, για το χρονικό διάστημα από 16-12-1993 μέχρι 15-12-2003, αντί μηνιαίου μισθώματος δρχ. 250.000 το πρώτο έτος, προσαυξανομένου κατά ποσοστό 12% ετησίως τα επόμενα πέντε χρόνια και στη συνέχεια 15% ετησίως, ήταν δε προκαταβλητέο τις τρεις πρώτες ημέρες κάθε μήνα.

Σύμφωνα με το ως άνω μισθωτήριο το συγκεκριμένο κατάστημα εκμισθώθηκε στην κατάσταση που βρίσκεται, ο δε μισθωτής το είδε, το ήλεγξε, το βρήκε της απόλυτης αρεσκείας του και απόλυτα κατάλληλο για τη χρήση που το προορίζει από κάθε άποψη. Σημειώνεται σε αυτό ότι το μίσθιο δεν έχει θέρμανση, αλλά ο μισθωτής δικαιούται, εάν το επιθυμεί, να εγκαταστήσει κλιματισμό ή κεντρική θέρμανση, τα οποία θα μείνουν επ' ωφελεία του μισθίου μετά την αποχώρησή του και συμφωνείται ρητά, ότι ο μισθωτής θα αποπερατώσει το μίσθιο με όποιες πολυτελείς προσθήκες επιθυμεί, ενώ τα ποσά που θα κατέβαλε η εκμισθώτρια προς αποπεράτωση του μισθίου με συνηθισμένα υλικά και τρόπους θα συμψηφιστούν με τα οφειλόμενα μισθώματα, υπό τους αναφερόμενους σε αυτό όρους και συμφωνίες.

Ειδικότερα με τον υπ' αριθμ. 5 όρο του, συμφωνήθηκε ότι λόγω των εργασιών που ο μισθωτής εκτελεί στο μίσθιο το μίσθωμα θα αρχίσει να καταβάλλεται από την 01-03-1994, με τον υπ' αριθμ. 7ε όρο ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να επανορθώνει με δικές του δαπάνες τις οποιεσδήποτε βλάβες προκύπτουν στο μίσθιο, ακόμη και αυτές της συνήθους χρήσης, ενώ στον υπ' αριθμ. 7 όρο αναφέρεται ότι ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να προβεί σε αφαίρεση κατασκευών ή σε προσθήκες, οι οποίες θα προκαλούσαν βλάβη στο μίσθιο, αλλά ακόμη και αν αυτές είναι αβλαβείς, υποχρεούται να ζητήσει και να λάβει την άδεια της εκμισθώτριας.

Η οποιαδήποτε επωφελής προσθήκη μετά το τέλος της μίσθωσης θα παραμείνει προς όφελος του μισθίου, σε κάθε περίπτωση όμως η εκμισθώτρια δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με δαπάνες του μισθωτή. Επίσης με τον υπ' αριθμ. 11 όρο του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης σε όλες τις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος και ειδικώς με τον υπ' αριθμ. 12 όρο αυτού συμφωνήθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος ή όποιας άλλης οφειλής του μισθωτή παρέχει στην εκμισθώτρια το δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης και την αξίωση απόδοσης του μισθίου.

Περαιτέρω με το από 15-10-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, αφού έγινε αναφορά στην ως άνω μίσθωση και στο στάδιο κατασκευής του μισθίου καταστήματος, ο μεν εκκαλών ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει σε αυτό τις εργασίες, που αφορούν τους σοβάδες, δάπεδα, πλακάκια, τζάμια, δύο μπάνια και χρώματα, η δε εφεσίβλητη ανέλαβε την εκτέλεση των σοβάδων μόνο εξωτερικά χωρίς τα χρώματα, ενώ αναφορικά με την αξία των εργασιών αυτών, συμφωνήθηκε για τους σοβάδες μαζί με τα υλικά (μόνο εξωτερικά) δρχ. 1.500 ανά τ.μ., τα πλακάκια δρχ. 1.500 ανά τ.μ., τοποθέτηση πλακιδίων δρχ. 1.500 ανά τ.μ., πλακάκια στα μπάνια δρχ. 1.500 ανά τ.μ., δύο λεκάνες για τα μπάνια δρχ. 1.000, τζάμια 5 χιλ.

δρχ. 2.800 ανά τ.μ., και ότι η επιμέτρηση τούτων θα γίνει από μηχανικό. Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης η εφεσίβλητη άσκησε κατά του εκκαλούντα την από 14-09-1995 αγωγή της για απόδοση του μισθίου καταστήματος λόγω δυστροπίας του, περί την καταβολή των μισθωμάτων και στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 28-02-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αφού έγινε αναφορά στην ως άνω αγωγή και στην άρνηση αυτής από τον εκκαλούντα, προτείνοντα συμψηφισμό των μισθωμάτων με εργασίες, που έλαβαν χώρα στο μίσθιο για την αποπεράτωσή του , σύμφωνα με τους όρους του από 14-01-1994 συμφωνητικού, η εφεσίβλητη εκμισθώτρια δέχθηκε το συμψηφισμό, επικαλούμενη όμως ότι το ποσό της ανταπαίτησης είναι μικρότερο από τα οφειλόμενα μισθώματα.

Κατόπιν τούτου οι διάδικοι προέβησαν στην εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού και συμφώνησαν ότι οι πραγματοποιούμενες εργασίες επί του μισθίου ανέρχονται στο ποσό των δρχ. 2.150.000, το οποίο συμψηφίζουν με τα οφειλόμενα από την 01-03-1994 μισθώματα μαζί με το τέλος χαρτοσήμου, από το υπόλοιπο δε ποσό των δρχ. 3.150.000, ο εκκαλών κατέβαλε την ίδια ημέρα δρχ. 1.150.000, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλλει το ποσό των δρχ. 2.000.000 σε δύο δόσεις με τις υπ' αριθμ. ...

και ... επιταγές της Τράπεζας Πίστεως εκδόσεως Γ. Σ., που οπισθογράφησε, πληρωτέες στις 26-04-1996 και 30-05-1996 αντίστοιχα. Αναγράφεται δε επιπλέον στο ως άνω συμφωνητικό ότι κατόπιν τούτου έχουν εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς τα μισθώματα μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1995 και το Δικαστήριο της από 14-09-1995 αγωγής ματαιώνεται.

Η εκμισθώτρια αναγνωρίζει ότι η ως άνω ανταπαίτηση του μισθωτή, που συμψηφίστηκε, ήταν ληξιπρόθεσμη πριν τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο καθυστέρησης και αποτελεί λόγο που αίρει την δυστροπία του, οφειλόμενο σε δικαιολογημένη αιτία. Σε περίπτωση όμως μη εμπρόθεσμης καταβολής του παραπάνω ποσού, που προέκυψε από την εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών, η εκμισθώτρια θα ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της και δη θα επαναφέρει με κλήση την από 14-09-1995 αγωγή της.

Παράλληλα οι διάδικοι με το από 28-02-1996 δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψαν την ίδια ημέρα, αναφερόμενοι στην οφειλή του εκκαλούντα για τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 01-10-1995 μέχρι 15-03-1996 συνολικού ποσού δρχ. 1.682.240 μαζί με το τέλος χαρτοσήμου, συμφώνησαν ότι θα καταβληθεί σε ισόποσες δόσεις των δρχ. 200.000, καταβλητέες τις πρώτες τρεις ημέρες κάθε μισθωτικού μήνα, αρχής γενομένης από 15-03-1996 μέχρι εξοφλήσεως, ενώ η εκμισθώτρια με το σύζυγό της ανέλαβαν να εξοφλήσουν όσες βεβαιωμένες εισφορές ή πρόστιμα ή οφειλές κλπ.

υπήρχαν για το μίσθιο μέχρι τότε στο ΙΚΑ, με τη μνεία ότι για τυχόν μελλοντικές οφειλές στο τελευταίο, υπόχρεος θα είναι ο εκκαλών μισθωτής. Ωστόσο ο εκκαλών δεν τήρησε τις ως άνω προθεσμίες καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων, αλλά εξόφλησε ολοσχερώς τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Οκτωβρίου 1995 μέχρι και Οκτωβρίου 1996 συνολικού ποσού με το τέλος χαρτοσήμου δρχ. 4.118.788, πλέον τόκων δρχ. 600.000 και δικηγορικών εξόδων δρχ. 300.000, στις 09-10-1996, συνταγέντος προς τούτο ταυτόχρονου ιδιωτικού συμφωνητικού, που αποτελεί απόδειξη των καταβληθέντων.

Ειδικότερα με το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό στις 09-10-1996 οι διάδικοι αναφερόμενοι στην υφιστάμενη μεταξύ τους από 14-01-1994 μίσθωση και στην πρόσκαιρη δυσχέρεια του εκκαλούντα για καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, την οποία αποδέχθηκε η εφεσίβλητη, συμφώνησαν την κατάργηση των ανοιγομένων μεταξύ τους δικών, λόγω πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης της τελευταίας.

Στη συνέχεια όμως η εφεσίβλητη με την από 12-08-1997 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επέδωσε στον εκκαλούντα την 15-09-1997, κατήγγειλε την υφιστάμενη μεταξύ τους μίσθωση λόγω υπαίτιας καθυστέρησης του εκκαλούντα μισθωτή για την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων Ιουνίου - Αυγούστου 1997 ανερχομένων σε δρχ. 351.232, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, μηνιαίως και ζήτησε την απόδοση του μισθίου καταστήματός της, με τα οφειλόμενα μισθώματα συνολικού ποσού δρχ. 1.053.696 και δρχ. 37.932 για το τέλος χαρτοσήμου.

Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1924/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 10544/1998 αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής έφεση του εκκαλούντα και έχει ήδη εκτελεστεί, μετά από επίσπευση της εφεσίβλητης, στις 02-06-1998, με την αποβολή του εκκαλούντα από το μίσθιο κατάστημά της και την εγκατάσταση της ίδιας σε αυτό, συνταγείσης προς τούτο της υπ' αριθμ…/1998 σχετικής έκθεσης της αρμόδιας Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …., αφού σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω εξωστικής απόφασης η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 17-10-1997, που επήλθαν τα αποτελέσματα της ασκούμενης από την εφεσίβλητη καταγγελίας της, σύμφωνα με το άρθρο 597 του ΑΚ.

Έκτοτε οι συμβατικά συνδεόμενοι μέχρι τότε διάδικοι αποκόπηκαν οριστικά από οποιοδήποτε συμβατικό δεσμό με τη συγκεκριμένη μισθωτική σχέση και η εφεσίβλητη, στα πλαίσια εκμετάλλευσης του ακινήτου της, είχε δικαίωμα να προβεί στην περαιτέρω εκμίσθωσή του σε τρίτο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο άδεια, συμφωνία ή συναίνεση του εκκαλούντα, ο οποίος, μη δικαιούμενος πλέον κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 587, 597, 599 παρ.1 ΑΚ, στην κατοχή του μισθίου, δεν δικαιούται οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή συμμετοχή στα εισπραττόμενα από την εφεσίβλητη μισθώματα.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο εκκαλών είχε αναλάβει συμβατικά τις εργασίες αποπεράτωσης - διαμόρφωσης του μισθίου σε κέντρο διασκέδασης καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 575 επ. και 591 του ΑΚ, που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή σε σχέση με το μίσθιο και τις πραγματοποιούμενες από το μισθωτή δαπάνες σε αυτό, είναι ενδοτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι οι συμβαλλόμενοι μπορούν, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, να προβαίνουν σε διαφορετικές συμφωνίες, όπως στην προκειμένη περίπτωση και δεν αποκλείουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 597 του ίδιου Κώδικα.

Έτσι η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα αδυναμία απόσβεσης της επένδυσής του στο μίσθιο, λόγω της πρόωρης αποβολής του από αυτό, δεν έχει έννομη επιρροή στη μισθωτική σύμβαση των διαδίκων, όπως εξελίχθηκε, αφού η συμφωνημένη δεκαετής παραμονή του στο μίσθιο, δεν ήταν ανεξάρτητη από την προς καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος υποχρέωσή του, την οποία υπαιτίως, παρά τις συνεχείς δικαστικές και εξώδικες οχλήσεις της εφεσίβλητης παραβίασε, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό την καταγγελία της από την τελευταία με συνέπεια την έξωσή του.

Οι συνέπειες δε της αντισυμβατικής αυτής συμπεριφοράς του ήταν ευχερώς προβλέψιμες, ως οριζόμενες στο άρθρο 597 του ΑΚ, αλλά και συμφωνημένες, με τους υπ' αριθμ. 11 και 12 όρους του από 14-01-1994 μισθωτηρίου. Εξάλλου, με δεδομένα όσα προαναφέρθηκαν, οι πραγματοποιούμενες από τον εκκαλούντα εργασίες, έγιναν σε εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων και η αξία τους έχει ήδη συμψηφιστεί με τα οφειλόμενα από τον ίδιο μισθώματα, μετά την περιεχόμενη στο από 28-02-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό εκκαθάριση των λογαριασμών τους με την εφεσίβλητη, την οποία (εκκαθάριση) ουδέποτε αμφισβήτησε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής του στις 28-08-2003 και σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι αυτός παραπλανήθηκε ή εξαπατήθηκε στην αποδοχή της από την εφεσίβλητη ή το σύζυγό της.

Κατά συνέπεια ο προκαλούμενος με τις εργασίες αυτές πλουτισμός της εφεσίβλητης στηρίζεται στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων μερών, που συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησής του και δεν είναι αδικαιολόγητος.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η αιτία του πλουτισμού της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου ήτο νόμιμος, στηριζομένη στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατ' ουσίαν, μετά εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει αυτή, ως αόριστο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 597 και 599 ΑΚ, ως προϋπόθεση της κρίσεώς του περί του νομίμου της αιτίας του πλουτισμού της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου, εφ' όσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια.

Ειδικότερα, δέχεται αφ' ενός μεν ότι η δεκαετής παραμονή του μισθωτού αναιρεσείοντος στο μίσθιο κατάστημα δεν ήταν ανεξάρτητη από την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, την οποία υπαιτίως παραβίασε, παρά τις δικαστικές και εξώδικες οχλήσεις της εναγομένης αναιρεσιβλήτου, προκαλώντας έτσι την καταγγελία της μισθώσεως και την έξωσή του, κατά την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ αλλά και επί τη βάσει των όρων υπ' αριθμ. 11 και 12 του από 14-01-1994 μισθωτηρίου, αφ' ετέρου δε ότι η αξία των πραγματοποιηθεισών από αυτόν εργασιών επί του μισθίου έχει ήδη συμψηφισθεί με τα οφειλόμενα από αυτόν μισθώματα, επί τη βάσει του από 28-02-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού και επομένως ο επικαλούμενος πλουτισμός της εναγομένης, από την μίσθωση του επιδίκου καταστήματος, μετά την εκτέλεση της, περί αποδόσεως αυτού, αποφάσεως, δεν είναι αδικαιολόγητος και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ.

Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, περί του ανωτέρω ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι του νομίμου ή μη της αιτίας του επικαλουμένου πλουτισμού της εναγομένης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της συνδρομής ή μη των όρων της εφαρμογής των, ως άνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτος μέρος του και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ η αναφερομένη στο αναιρετήριο έλλειψη, ήτοι η μη αναφορά πραγματικών περιστατικών, περί της υπάρξεως ή μη συναινέσεως του αναιρεσείοντος να μπορεί η αναιρεσίβλητος να εκμεταλλεύεται το έργο αποπερατώσεως του μισθίου προ της λήξεως της μισθώσεως, επί τη βάσει των παραδοχών της αποφάσεως, αφορά σε ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την διαπίστωση κενού στους υπ' αριθμ. 11 και 12 όρους του από 14-01-1994 μισθωτηρίου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων καθώς και στο από 28-02-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτών, περί της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που εκτίθενται ανωτέρω, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος των, το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού, εν σχέσει προς την δηλωθείσα βούληση των συμβαλλομένων που περιέχεται στους υπ' αριθμ. 11 και 12 όρους του από 14-01-1994 μισθωτηρίου και το από 28-02-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτών και δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 175-200 ΑΚ, ούτε διέγνωσε έστω και εμμέσως ατέλεια ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεώς του αυτής, αναζητώντας την αληθινή βούληση τούτων πέρα από την γραμματική διατύπωσή της, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσφυγή στις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις, την οποία παρέλειψε, μη παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως ερειδόμενοι σε αναληθή προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια ήσαν τα "πράγματα" αυτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον ισχυρισμό, χωρίς να αρκεί μόνον η αναφορά των διατάξεων, καθώς και ότι ο ισχυρισμός είχε προταθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο, από τον αναιρεσείοντα.

Εξ άλλου, ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, δεν αρκεί να είχε προταθεί νομίμως και παραδεκτώς στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να έχει επαναφερθεί νομίμως και στο δεύτερο βαθμό, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι όχι με απλή συρραφή και ενσωμάτωση των πρωτοδίκων προτάσεων στις προτάσεις του Εφετείου ή με απλή αναφορά στο σύνολο των πρωτοδίκων προτάσεων, αλλά με προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου του και με σαφή και συγχρόνως ορισμένη αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη ή ισχυρισμούς των επαναφερομένων προτάσεων, ώστε να προκύπτει ποιοι ισχυρισμοί επαναφέρονται.

Διαφορετικά ο λόγος, για μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων, απορρίπτεται (ΑΠ 984/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς να είναι πάντως ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.

Για το ορισμένο δε του ανωτέρω λόγου για μη λήψη υπ' όψη αποδεικτικού μέσου, που προσκομίσθηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως, ακόμη δε να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα απεδεικνύετο με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό - αντένσταση, που ο αναιρεσείων πρότεινε ενώπιον αυτού, απέναντι στην επίκληση, από την εναγομένη - αναιρεσίβλητο, των από 15-10-1994 και 28-02-1996 ιδιωτικών συμφωνητικών, ότι τα ιδιωτικά αυτά συμφωνητικά είναι άδικα, καταχρηστικά, έχουν αναληθές και καταπλεονεκτικό περιεχόμενο και ως εκ τούτου είναι άκυρα, κατά τα άρθρα 178, 179 και 281 ΑΚ, καθώς και αυτόν, ότι και αν ακόμη το περιεχόμενο αυτών ήθελε κριθεί θεμιτό, είναι καταχρηστική η επίκλησή του από την αναιρεσίβλητο, κατ' αρ. 281 ΑΚ, εν όψει των συνεπειών που επηκολούθησαν ήτοι της προώρου καταγγελίας της μισθώσεως και της, συνεπεία αυτής, αδυναμίας του αναιρεσείοντος να αποσβέσει την επένδυση που έκανε στο μίσθιο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι: α) δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί είχαν προταθεί ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου και "επαναφέρθηκαν" νομίμως ενώπιον του Εφετείου με καθορισμό του τρόπου της επαναφοράς του, όπως δεν εκτίθεται και η επίδραση που θα ασκούσαν αυτοί στην έκβαση της δίκης β) δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη, από το Εφετείο, ώστε να δύναται να κριθεί αν αυτοί ήσαν νόμιμοι.

Τέλος, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη, ως αποδεικτικό μέσο, την υπ' αριθμ. 89/2005 ένορκο βεβαίωση του μάρτυρος Κ. Χ., ενώπιον του ειρηνοδίκου Κρωπίας, την οποία ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει με επίκληση και είχε δοθεί μετά νόμιμη κλήτευση της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ανωτέρω ενόρκου βεβαιώσεως, ούτε προσδιορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύετο με την αυτή ένορκο βεβαίωση, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρο 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό κατάθεσης 1059/2008 του Ι. Ρ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7349/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ