Supreme Court annuls appealable judgment for misapplying statutory provisions regarding tax deductions from voluntary employee severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of First Instance's decision, remanding the case for retrial by a different panel of judges. The appellant argued that the lower court incorrectly applied tax laws by deducting income tax from the voluntary severance pay, contrary to the specific statutory language. The court held that the relevant legislation explicitly excludes legal liabilities, including taxes, from the compensation amount, thereby establishing the tax as a separate liability rather than a deduction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(7)(b) of Law 3139/2003 and 14(1) of Law 2238/1994; The statutory provision granting double severance pay for voluntary employee departure mandates that all legal liabilities, including income tax, be calculated separately and in addition to the compensation, prohibiting their deduction from the principal amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 93 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η διαπίστωση αμφιβολίας ως προς την αληθινή έννοια συμβατικού όρου και η
κατόπιν αυτού ερμηνευτική αναζήτηση της πραγματικής βούλησης των
συμβληθέντων χωρίς προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173, 200, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της ΚΠολΔ 559 αρ.1 περ. β'. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας ο λόγος αυτός, που προϋποθέτει την ερμηνεία δικαιοπραξίας, δεν ιδρύεται επί ερμηνείας συλλογικής ενοχικής συμφωνίας, η οποία ενσωματώθηκε σε διάταξη μεταγενέστερου νόμου και απέκτησε κανονιστική ισχύ ουσιαστικού νόμου. Εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως που προβλέπει ότι η αποζημίωση επί εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων Καζίνο θα καταβάλλεται χωρίς νόμιμες επιβαρύνσεις. Αναιρεί.
Αριθμός 93/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β 2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 22α Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Μ. Ο. του Α., κατοίκου Κερατσινίου Πειραιά, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτήριου Φέλιου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" και εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Βαβέτση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2004 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 762/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3902/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εκ της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες προς εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένως τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 535/ 2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 19-7-1982 από την ανώνυμη εταιρία "Ξενοδοχεία, Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός παιγνίων στο καζίνο της Πάρνηθας.
Ότι η επιχείρηση αυτή, από το 1984, περιήλθε στον ΕΟΤ, ο οποίος την εκμεταλλευόταν έκτοτε με την αντίστοιχη υπηρεσία αυτεπιστασίας, όπου ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει την εργασία του. Ότι στη συνέχεια, με το ν. 2837/2000 (άρθρο 16 παρ.5 εδ. α' και β'), η εν λόγω υπηρεσία αυτεπιστασίας καταργήθηκε και τόσο η δραστηριότητα όσο και το προσωπικό αυτής μεταφέρθηκαν στην εταιρία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" (ή "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ", όπως αλληλοδιαδόχως μετονομάσθηκε το αυτό νομικό πρόσωπο, εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία υπεισήλθε στη θέση του εργοδότη έναντι του ενάγοντος.
Ότι, κατόπιν, με το ν. 3139/2003, η άδεια λειτουργίας του καζίνο μεταφέρθηκε στην εταιρία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" και εν όψει του γεγονότος αυτού, με την από 28-3-2003 συμφωνία μεταξύ αφ' ενός της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", αφ' ετέρου των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο Εργαζομένων στο Καζίνο, Ξενοδοχείο 7, Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και εκ τρίτου της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ", η οποία απέβλεπε στην κατοχύρωση των εκ των συμβάσεων εργασίας δικαιωμάτων του προσωπικού του καζίνο, δόθηκε η δυνατότητα στους εργαζομένους είτε να ενταχθούν στο προσωπικό της εταιρίας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ" είτε να αποχωρήσουν εθελουσίως, λαμβάνοντας αυξημένη αποζημίωση.
Ότι, τελικώς, ειδικότερα, με την εν λόγω συμφωνία (παράγραφος 3γ') ορίσθηκε ότι ο εργαζόμενος, που αποχωρεί, δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλομένη λόγω καταγγελίας σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 (...) και ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, αλλά συνυπολογίζονται πέραν αυτής.
Ότι ο ενάγων, την 30-5-2003, έκανε χρήση του δικαιώματος της εθελούσιας εξόδου και η εναγομένη, την 1-9-2003, έκανε αποδεκτή την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Ότι κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, η εναγομένη προσδιόρισε το ποσό αυτής σε 108.760,45 ευρώ, παρακράτησε φόρο 17.752,09 ευρώ και κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο 91.008,36 ευρώ.
Ότι η παρακράτηση του φόρου δεν είναι αντίθετη προς την εν λόγω συμφωνία, διότι από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι στις νόμιμες επιβαρύνσεις, από τις οποίες απαλλασσόταν η αποζημίωση, δεν εμπίπτει και η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου, η οποία, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία (άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει) βαρύνει το δικαιούχο της αποζημιώσεως και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο δημόσιο.
Ότι, περαιτέρω, από την ίδια συμφωνία, προκύπτει ότι η εναγομένη δεν είχε αναλάβει την υποχρέωση, την οποία βασίμως αρνείται, να καταβάλει εξ ιδίων το φόρο αυτό, χωρίς επιβάρυνση του ενάγοντος. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα το ποσό, που είχε παρακρατηθεί ως φόρος και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ` ουσίαν.
Με την κρίση αυτή, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, αν και εμμέσως διέγνωσε την ύπαρξη κενού ή, τουλάχιστον, αντιμετώπισε αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια του όρου της από 28-3-2003 συμφωνίας, κατά τον οποίο όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης, αλλά συνυπολογίζονται πέραν αυτής, αναζήτησε την πραγματική βούληση των συμβληθέντων χωρίς να προσφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες.
Ειδικότερα, η ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την αληθινή έννοια του επίμαχου όρου διαπιστώνεται από το ότι ο Εφετείο προσέφυγε σε επιχείρημα κείμενο εκτός του περιεχομένου της συμφωνίας, ήτοι στη σχετική διάταξη του ειδικού φορολογικού νόμου και μόνο μετά την ερμηνευτική αξιολόγηση της διάταξης αυτής μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι από τον επίμαχο όρο "προκύπτουν" οι παραδοχές που ήδη αναφέρθηκαν.
Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφησε, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1, είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη, Χριστόφορου Κοσμίδη, το Εφετείο, πέραν των ήδη αναφερθέντων, δέχθηκε ότι μετά την κατάρτιση της από 28-3-2003 συμφωνίας δημοσιεύθηκε ο ν. 3139/2003 (ΦΕΚ 100/30-4-2003), στο άρθρο 4 παρ.7 εδ. β' του οποίου συμπεριλήφθηκε σχεδόν αυτούσιος ο ως άνω, επίμαχος όρος αυτής.
Ειδικότερα, στη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι "Το προσωπικό του εδαφίου β' της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, μπορεί μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του.
Η εταιρία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή. Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας.
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Εξ αυτού συνάγεται ότι από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003 ο επίμαχος όρος έπαυσε να έχει απλή, συμβατική ισχύ και απέκτησε ισχύ νόμου. Το Εφετείο, αναζητώντας την αληθινή έννοια του όρου αυτού, στην πραγματικότητα δεν προέβη σε ερμηνεία δικαιοπρακτικής δηλώσεως των μερών, αλλά στην ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού νόμου.
Η διαδικασία αυτή, όμως, αποτελούσε εκδήλωση της ερμηνευτικής αποστολής της δικαιοδοτικής λειτουργίας και δεν προϋπέθετε την εφαρμογή των γενικών αρχών της ερμηνείας των δικαιοπραξιών (ήτοι των ΑΚ 173, 200). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη γνώμη που μειοψήφησε, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
2. Στο άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του ν. 3091/2002, ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση (...) β) το ν. 2112/1920 (...).
Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού 20.000 ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή στο δικαιούχο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 είναι υπόχρεος καταβολής φόρου επ' αυτής, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με τον τρόπο που αναφέρθηκε και παρακρατείται από τον εργοδότη κατά την πληρωμή της αποζημίωσης, για να αποδοθεί αρμοδίως.
Υπό την έννοια αυτή, ο φόρος επιβαρύνει νομίμως το ποσό της αποζημίωσης και, κατ' επέκταση, το δικαιούχο αυτής. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην προηγουμένη σκέψη της παρούσας, στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 περ. β' του ν. 3139/2003 ορίσθηκε ότι (...) "Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας.
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, για να δοθεί κίνητρο εθελουσίας αποχώρησης των εργαζομένων, προβλέφθηκε ότι, πέραν της εισπράξεως διπλάσιας αποζημίωσης, το ποσό αυτής θα είναι "καθαρό", υπό την έννοια ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις, μεταξύ των οποίων και ο αναλογούν φόρος, δεν θα απομειώνουν το ποσό της αποζημίωσης, αλλά θα υπολογίζονται πέραν αυτού, επαυξάνοντας την αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη που επιθυμεί να απαλλαγεί από το πλεονάζον προσωπικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι η παρακράτηση του φόρου και η εντεύθεν απομείωση του ποσού της αποζημιώσεως ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι στις "νόμιμες επιβαρύνσεις", από τις οποίες απαλλάσσεται η αποζημίωση, δεν εμπίπτει η υποχρέωση καταβολής του αναλογούντος φόρου, η οποία, σύμφωνα με το φορολογικό νόμο, βαρύνει το δικαιούχο της αποζημιώσεως και παρακρατείται κατά την καταβολή της από τον εργοδότη για να αποδοθεί στο δημόσιο.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα το ποσό, που είχε παρακρατηθεί ως φόρος και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ` ουσίαν. Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.7 περ.
β' του ν. 3139/2003 και του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2238/1994, διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της σκέψης αυτής, το δεύτερο δεν προσδίδει στο πρώτο την έννοια ότι το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης των αποχωρούντων εθελουσίως από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης υπόκειται σε μείωση κατά το ποσό του αναλογούντος φόρου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το παράπονο αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3902/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 18η Ιανουαρίου 2012. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ