Legislator Case Law & Legislation
93/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity due to procedural defects and lack of evidence.

Case Number 93/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding the validity of a handwritten will. The appellant argued that the will was valid and that the appellate court failed to consider her claim of inheritance rights, but the court found her arguments legally inadmissible. The court ruled that since the original lawsuit was dismissed as inadmissible, the appellate court did not examine the facts, rendering the appeal grounds invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718, 1721, 180 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A handwritten will not fully written, dated, and signed by the testator is void; an appeal challenging a decision dismissing an action as inadmissible is inadmissible because the lower court did not examine the facts.

Keywords

AI generated
handwritten will validity inadmissible appeal Civil Code provisions testator signature appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 1718 of the Civil Code
Article 1721 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 93 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 93/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτη Χατζηφώτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Γ. Χ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Σ. θυγ. Α. Ν., συζ. Θ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-6-2002 και 20-9-2002 αντίστοιχα αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1154/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5314/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 25-8-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την έκθεση επίδοσης 8108/17-2-2010 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 17-11-2008 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.α και γ ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη. Την ακυρότητα δε αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον. Από τις διατάξεις αυτές ακόμη σαφώς προκύπτει, ότι για το κύρος της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως είναι υποχρεωτική η τήρηση συγκεκριμένου τύπου, ο οποίος προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ που είναι αποκλειστικές και αποκλείουν κάθε άλλο τύπου που δεν αναγράφεται σ' αυτές.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη από 20-9-2002 αναγνωριστική ακυρότητας των δυο δημόσιων διαθηκών της διαθέτιδας Μ.

χας Β. Τ., αγωγής της, για τους σ' αυτή ειδικότερα διαλαμβανόμενους λόγους, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 20-9-2002 αγωγής και όπως το περιεχόμενό της επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι ο Β.

Τ., θείος της, που πέθανε χωρίς κατιόντες στις 31-5-1982, άφησε ως πλησιέστερη συγγενή του τη σύζυγό του Μ. Τ.. Ότι με την από 10-5-1982 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το 2091/1984 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως δεν κηρύχθηκε κυρία, εγκατέστησε την ανωτέρω σύζυγό του ως κληρονόμο σ' όλη την περιουσία του, αποτελούμενη από το σ' αυτή περιγραφόμενο ακίνητο, όρισε δε την ίδια (αναιρεσείουσα) καταπιστευματοδόχο, αφού όρισε να περιέλθει σ' αυτή το ακίνητο αυτό μετά το θάνατο της συζύγου του, ο οποίος συνέβη στις 31-7-2001.

Ότι η παραπάνω διαθήκη του Β. Χρ.Τ. είναι μεν άκυρη ως τοιαύτη, διότι δεν γράφτηκε ιδιοχείρως από τον διαθέτη, αλλά από τρίτο φιλικό του πρόσωπο, πλην όμως φέρει την δική του υπογραφή, ώστε θεμελιώνεται το κληρονομικό της δικαίωμα ως καταπιστευματοδόχου, ερειδόμενο στην ενυπογράφως εκφρασθείσα αληθή τελευταία βούληση του άνω αποβιώσαντος.

Ότι η Μ. Τ., κληρονόμος του ως άνω διαθέτη, στην οποία πλέον περιήλθε το παραπάνω ακίνητο, άφησε κατά το χρόνο του θανάτου της, αφενός μεν την υπ. αρ. .../1996 δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Κούσουλα, με την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την πρώτη αναιρεσίβλητη και αφετέρου την .../2001 δημόσια επίσης διαθήκη ενώπιον του συμ/φου Περιστερίου Γεωργίου Δερδενέ, με την οποία, ανακαλώντας κάθε προγενέστερη διαθήκη, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Ότι οι ως άνω δημόσιες διαθήκες είναι άκυρες, διότι κατά το χρόνο συντάξεως τους η διαθέτιδα δεν είχε την ικανότητα χρήσεως του λογικού συνεπεία διαρκούς πνευματικής νόσου. Ζητεί δε η αναιρεσείουσα ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα των δύο διαθηκών, ν' αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα ως καταπιστευματοδόχου και να υποχρεωθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη να της αποδώσει το παραπάνω ακίνητο.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος της για τη ζητούμενη αναγνώριση, επικαλείται την άκυρη διαθήκη του Β. Τ. (χωρίς να επικαλείται τα απαιτούμενα στοιχεία της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής), υποστηρίζοντας ότι η άκυρη ως ιδιόγραφη διαθήκη, εφόσον υπογράφηκε από τον ίδιο το διαθέτη, παράγει κατ' άρθρο 443 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη σχετικά με τη βούλησή του να την εγκαταστήσει ως καταπιστευματοδόχο.

Σύμφωνα όμως με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη δεν έγινε κληρονόμος η αναιρεσείουσα με την παραπάνω άκυρη διαθήκη και, επομένως, όπως από το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής προκύπτει, λείπει το αναγκαίο, κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον για τη ζητούμενη αναγνώριση και γι' αυτό η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.

β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα απ'αυτήν ουσιώδη ισχυρισμό, κατά τον οποίο, ενόψει του ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε νόμιμα, και ουδέποτε προσεβλήθη, είναι καθόλα ισχυρή και παράγει όλες τις έννομες συνέπειες της και άρα υπάρχει το απαιτούμενο έννομο συμφέρον.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι νόμιμος και, συνεπώς, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικό συλλογισμού.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, δηλαδή δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών και αξιολόγηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσαχθέντα έγγραφα, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, προς διάγνωση του έννομου συμφέροντός της ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας των επίμαχων διαθηκών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η ένδικη αγωγή απερρίφθη ως απαράδεκτη και το Εφετείο που δίκασε δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

Τέλος, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προβάλλοντας, ότι, ενόψει του ότι η διάταξη της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης δεν είναι εντελώς σαφής, θα έπρεπε το Εφετείο να προβεί σε ερμηνεία της, ώστε να αναζητηθεί η πραγματική βούληση του διαθέτη, όσον αφορά το πρόσωπό της (αναιρεσείουσας) ως καταπιστευματοδόχου.

Ο λόγος αυτός όμως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ενόψει του ότι η ερμηνεία διαθήκης προϋποθέτει την εγκυρότητα της τελευταίας, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως, άλλωστε και η ίδια η αναιρεσείουσα ομολογεί με την υπό κρίση αγωγή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2008 αίτηση της Ε. θυγ. Κ. Τ. για αναίρεση της 5314/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ