Legislator Case Law & Legislation
93/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property ownership and legal basis sufficiency.

Case Number 93/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Patras Court of Appeal's decision. The appellant challenged the appellate court's finding of derivative ownership and its rejection of a claim based on lack of legal basis. The court ruled that the appellate court correctly identified the chain of title and that its reasoning was sufficient without needing to cite specific acts of acquisition in detail.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 1033, 1041, 1045, 1051, 1094, 1192 of the Civil Code: The Supreme Court may examine ex officio the absence of a party; an appellate court's decision is not void for lack of legal basis if it sufficiently explains the derivative nature of ownership acquisition.

Keywords

AI generated
cassation appeal derivative ownership legal basis sufficiency absence of party chain of title

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 1033, 1041, 1045, 1051, 1094, 1192 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 93 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γκουτίδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιάννη Βραδή και 2 Ψ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. To δικαστήριο, αφού δίκασε μαζί την αγωγή και την ασκηθείσα με τις προτάσεις-ανταγωγή (του 1ου των αναιρεισβλήτων), Ψ1, εξέδωσε την 4/2000 οριστική απόφαση του και 34/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 24-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ψ2. Ο πρώτος αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζει την ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...

από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον αγνώστου διαμονής απολειπόμενο δεύτερο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και περίληψη κατά το άρθρο 135 παρ. 1 ΚΠολΔ δημοσιεύθηκε στα φύλλα της 30-4-2009 των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών ...και ....

Επομένως αφού ο απολειπόμενος δεύτερος αναιρεσίβλητος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, πρέπει παρά την απουσία του η συζήτηση να προχωρήσει.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 24-5-1981 εγγράφου που είχε εκδοθεί από τον Φ1, από το οποίο αποδεικνυόταν ότι δεν έγινε ποτέ άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων του Ρ1 και έδωσε ένα άκρως αντίθετο περιεχόμενο από εκείνο που πράγματι από αυτό, με την έωλη δικαιολογία ότι δήθεν η περιεχόμενη στο ανωτέρω έγγραφο δήλωση δεν είναι συμβατή με την πραγματική κατάσταση που δημιούργησε για το επίδικο ακίνητο η εν έτει 1915 άτυπη διανομή της ακίνητης περιουσίας του Ρ1.

Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Άσκηση νομής, η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτων κατά τα άρθρα 1041, 1045 ΑΚ, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα δικό του.

Συνεπώς η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσεως, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του, που συνιστούν την επί του πράγματος άσκηση της νομής αυτού.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 του ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη η αιτία, όπως είναι και η πώληση, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε την υπό κρίση αναγνωριστική της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ανταγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως βάσιμη και κατά την βάση της από έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αντενάγων, ως και οι δικαιοπάροχοι αυτού, κατείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο ακίνητο ως αυτοτελές και αυθύπαρκτο πράγμα με διάνοια κυρίου από του έτους 1915, οπότε παραδόθηκε στον Ψ2 (απώτερο δικαιοπάροχο του αντενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου) η νομή του επιδίκου μετά την άτυπη διανομή που καταρτίσθηκε μεταξύ όλων των συγκληρονόμων - συγκυριών του κυρίου του επιδίκου ακινήτου Ρ1 που απεβίωσε το έτος 1912, μέχρι της μεταβιβάσεώς του στο αντενάγοντα από τον Ψ2 (δεύτερο αναιρεσίβλητο), δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του σ/φου Αθηνών Δημητρίου Λαμπροπούλου.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση περαιτέρω προσδιορίζονται λεπτομερώς οι γενόμενες επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αφού το Εφετείο δέχεται, κατά την κρίση του τα εξής "......Από το έτος 1915 που πήρε στη νομή του το επίδικο και μέχρι το έτος 1950 που πέθανε, ο ως άνω Π1 ασκούσε εμφανείς σε τρίτους και με πεποίθηση κυρίου διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο αυτό και ειδικότερα συντηρούσε τις "λιθιές" αυτού, σε επιφάνεια του εμβαδού 3 έως 4 στρεμμάτων φύτεψε αμπέλι, το οποίο και καλλιεργούσε συστηματικώς, ενώ σε συνεχόμενη έκταση αυτού ("επιδίκου") επιφάνειας 10 έως 15 στρεμμάτων καλλιεργούσε δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι κ.λ.π.).

Στο υπόλοιπο τμήμα του, εκτάσεως 60 περίπου στρεμμάτων, το οποίο ήταν λόγγος και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να καλλιεργηθεί, οδηγούσε τα πρόβατα του για βοσκή και όταν έπαυσε να είναι κάτοχος αυτών (ζώων) το τμήμα αυτό το εκμίσθωνε επίσης για βοσκή σε τρίτους κτηνοτρόφους της περιοχής. Το έτος 1950, όταν πέθανε, όπως προαναφέρθηκε, ο Π1, τη νομή στο επίδικο ακίνητο συνέχισε ως κληρονόμος ο γιος του Σ1 μέχρι και το έτος 1981 περίπου που μεταβίβασε με παράδοση τη νομή αυτού στο γιο του Ψ2 (απολειπόμενο εφεσίβλητο) άμεσο δικαιοπάροχο του πρώτου εφεσίβλητου Ψ1.

Συγκεκριμένα ο ως άνω Σ1 συνέχισε να καλλιεργεί το αμπέλι μέχρι και το έτος 1960, την δε έκταση των 10 έως 15 στρεμμάτων του επιδίκου με δημητριακά μέχρι και το έτος 1970. Με άδεια αυτού (Σ1) είχε κόψει πολλές φορές ξύλα από το επίδικο για να κάνει κάρβουνα ο εξετασθείς μάρτυρας ..., ο οποίος μετά το έτος 1968 διατηρεί στην περιοχή ταβέρνα.

Μετά το έτος 1970, όταν η καλλιέργεια των προαναφερόμενων τμημάτων του επιδίκου εγκαταλείφθηκε από τον Σ1, το επίδικο εκμισθώνεται σε τρίτους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, μεταξύ των οποίων είναι και ο κτηνοτρόφος Φ1, ο οποίος ήταν μισθωτής μέχρι και το έτος 1984 που πέθανε. Το έτος 1981 τη νομή του επιδίκου μεταβίβασε με παράδοση στο γιο του Ψ2 ο Σ1 και τον Σεπτέμβριο του έτους 1982 αυτός (Ψ2, απολειπόμενος 2ος εφεσίβλητος) μεταβίβασε κατά κυριότητα το επίδικο στον πρώτο εφεσίβλητο Ψ1 με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθ. ...

αγοραπωλητήριο συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Λαμπροπούλου. Επομένως ο εφεσίβλητος Ψ1 έγινε κύριος του επιδίκου με τρόπο παράγωγο, αφού ο άμεσος δικαιοπάροχός του Ψ2 ήταν ήδη αυτού κατά το χρόνο της μεταβίβασης (3.9.1982) με τρόπο πρωτότυπο, ως νεμηθείς τούτο (επίδικο) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση στο χρόνο της δικής του νομής των προκτητόρων του, Σ1 (πατέρα του) και Π1 (παππού του)...".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο επί της ως άνω ανταγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία και έκανε δεκτή, απορρίπτοντας συγχρόνως την αρνητική αγωγή της αναιρεσείουσας, (άρθρο 110 Β ΑΚ) κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045, 1051, 1094, 1192, επ.

του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω μη αναφοράς των πράξεων νομής των δικαιοπαρόχων του αντενάγοντος - πρώτου αναιρεσίβλητου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του, αφού το Εφετείο, κατά τα προεκτιθέμενα, ανέφερε λεπτομερώς στην απόφασή του τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του εναγομένου - αντενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παραγώγως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, εξ' αγοράς από τον αληθή κύριο Ψ2 - δεύτερο αναιρεσίβλητο, ουδόλως δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως να αναφέρονται, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται συγκεκριμένες πράξεις νομής του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 επί του επιδίκου, αφού ο τελευταίος, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου παραγώγως, κατά τον προαναφερθέντα νόμιμο τρόπο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2004 αίτηση της ..., για αναίρεση της 34/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ