Supreme Court dismisses appeal on labor termination validity due to delayed compensation payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the validity of a labor contract termination. The appellant argued that the employer's failure to pay the severance compensation on the exact day of the termination notice rendered the dismissal invalid. The court held that the 19-day delay in public depositing the compensation did not break the causal link between the notice and the termination because the employer had offered the funds immediately upon receipt of the notice. Consequently, the court ruled that the termination remained valid and the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 320-322 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The validity of a labor contract termination is not negated by a delay in the public deposit of severance compensation if the employer made an immediate offer of payment upon receipt of the notice, thereby maintaining the unity of the employer's action.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 93 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 93/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .......ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομορρύθμου εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "......Ο.Ε. - ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ - ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ - DELLICATESSEN", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία διαθέτει υποκατάστημα στο ...... 2. Ψ1 και 3. Ψ2 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2551/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 4571/2000 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 876/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5499/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου και τρίτου λόγου της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 320-322 ΑΚ, ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής αποτελεί στοιχείο που προσδιορίζεται συνήθως από τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων. Σε περίπτωση ελλείψεως συμβατικής ρυθμίσεως ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 320-322 ΑΚ.
Έτσι, αν πρόκειται για χρηματική παροχή από σύμβαση, ο τόπος εκπληρώσεως της επίδικης υποχρέωσης του οφειλέτη, αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση ρητά ή σιωπηρά ή από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, είναι κατ' εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 321 ΑΚ, εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής κατά τον χρόνο καταβολής ή την επαγγελματική του εγκατάσταση, αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του δανειστή.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431, 349,και 321 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι έγκυρη η δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, λόγω υπερημερίας του δανειστή και να επιφέρει έτσι την απόσβεση της ενοχής, απαιτείται η προσφορά αυτής στο δανειστή να είναι όχι μόνο πραγματική, αλλά και προσήκουσα, δηλαδή να είναι κατά ποσότητα η οφειλόμενη και να προσφερθεί στον κατάλληλο χρόνο και τόπο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται ότι παραβιάστηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσφορά της αποζημίωσης για την απόλυσή του δεν ήταν η προσήκουσα διότι δεν έγινε στον τόπο της κατοικίας του και εντεύθεν ότι δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία, ώστε να έχουν δικαίωμα δημόσιας παρακατάθεσης οι αναιρεσίβλητοι.
Το Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίζεται, προφορικώς, την 8-8-1996, μεταξύ της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας ..... ΟΕ-ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΑ-ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ-DELLICATESSEN, νομίμως εκπροσωπουμένης, με έδρα το .....
και του ενάγοντος, ο δεύτερος παρέχει την εργασία του, ως υπάλληλος-πωλητής, στην πρώτη, στο κατάστημά της, στην ...... . Ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι (ενεργούντες από κοινού και ξεχωριστά ο καθένας) είναι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι Ψ1 και Ψ2 αμφότεροι κάτοικοι ....... Η έδρα και ο τόπος κατοικίας των εναγομένων αναγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής.
Ο "συμφωνημένος" και "νόμιμος" μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, επίσης και "τακτικές αποδοχές" του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, είναι, όπως και ο ενάγων υπολογίζει, 293.961 δραχμές. Την 10-10-1998, ο νόμιμος εκπρόσωπος της (εργοδότιδος) πρώτης εναγομένης εγχειρίζει στον ενάγοντα έγγραφο, υπό την αυτή ημερομηνία (10-10-1998), με το οποίο καταγγέλει την επίμαχη εργασιακή σύμβαση, συγχρόνως του προσφέρει τη νόμιμη αποζημίωση 681.793 δραχμών (293.961 δραχμές μηνιαίως χ 2 μήνες= 587.922 δραχμές + 1/6 ή 93.871 δραχμές η προσαύξηση), ο ενάγων, όμως, αρνείται την είσπραξή της και "δηλώνει" στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης πως "θα συμβουλευτεί προηγουμένως το δικηγόρο του" (βλ.
και προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Το έγγραφο αυτό της καταγγελίας περιέχει τα στοιχεία της επωνυμίας της πρώτης εναγομένης, τα στοιχεία ταυτότητος του ενάγοντος προς τον οποίο απευθύνεται και τη σαφή δήλωση της πρώτης εναγομένης περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, στο τέλος του κειμένου δε, κάτω από την ένδειξη Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ, φέρει τη σφραγίδα της επωνυμίας της πρώτης εναγομένης και την ιδιόχειρη υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της Ψ1"Το Εφετείο στη συνέχεια δέχεται ότι η προσφορά αυτή της αποζημίωσης στον τόπο παροχής της εργασίας ήταν η προσήκουσα και ότι περιήλθε ο ενάγων σε υπερημερία και γι' αυτό δέχεται ότι νόμιμα προέβη σε δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης η πρώτη εναγομένη.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας που συνέδεε τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα ο μισθός του και γενικά όλες οι αξιώσεις του που θεμελιώνονταν σ' αυτή καταβάλλονταν στον τόπο εργασίας του, στο κατάστημα της εναγομένης.
Επομένως, και η αποζημίωση που δικαιούνταν από την απόλυση νόμιμα προσφέρθηκε σ' αυτόν στον τόπο της εργασίας του, και συνεπώς εφόσον αυτός αρνήθηκε να την εισπράξει περιήλθε σε υπερημερία. Επομένως ο λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ, α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή η οποία είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία δεν χωρεί εκ των υστέρων ίαση της άκυρης δικαιοπραξίας, που θεωρείται εξυπακουόμενη από το άρθρο 183 ΑΚ, ενισχύεται και από την επιβαλλόμενη, με το εδ. β' της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 του ν. 3198/1955 κύρωση της (επιγενόμενης) ακυρότητας της καταγγελίας σε περίπτωση καθυστερήσεως μιας από τις οφειλόμενες τριμηνιαίες δόσεις αποζημιώσεως, που υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική, και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα.
Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση, ή τυχόν απεργία των υπαλλήλων του ΤΠ και Δ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παραδοχή των ανωτέρω εκτιθέμενων περιστατικών σχετικά με το ζήτημα της προσφοράς της νόμιμης αποζημίωσης, για το κρίσιμο ζήτημα της καταβολής δέχεται τα ακόλουθα: "Στο χρονικό διάστημα 11.10.1998 - 29.10.1998, ο ενάγων δεν εισπράττει την αποζημίωση καταγγελίας, ενώ, την 13.10.1998, "προσφεύγει" στην Επιθεώρηση Εργασίας Περιστερίου.
Στο σχετικό "δελτίο εργατικής διαφοράς", που συντάσσεται (....-αριθμός πρωτοκόλλου ....), αναφέρονται ημερομηνίες προσδιορισμού συζητήσεως της "εργατικής διαφοράς", αρχικώς η 21-10-1998 και μετ' αναβολή η 23-10-1998, καθώς και η διεύθυνση της πρώτης εναγομένης (μόνο) .....,ακόμη, αναφέρονται "β' πρόσκληση" και "μη προσέλευση" της πρώτης εναγομένης "και τις δύο ημερομηνίες συζητήσεως της εργατικής διαφοράς".
Την 29-10-1998, η πρώτη εναγομένη καταθέτει δημοσίως το ποσό της αποζημιώσεως 681.793 δραχμών (βλ. ..... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του ΤΠΔ-Κεντρική Υπηρεσία Αθηνών). Την 3-12-1998, το πρώτον ο ενάγων προσέρχεται στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης, στο ....... , παραλαμβάνει από υπάλληλο του καταστήματος το σχετικό γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και αυθημερόν (3-12-1998) εισπράττει το ποσό της αποζημιώσεως.
Από τα πραγματικά περιστατικά (τις ιδιαίτερες συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως), που αποδεικνύονται, κρίνεται ότι με την κατά 19 ημέρες καθυστέρηση της δημόσιας καταθέσεως του ποσού της αποζημιώσεως δεν διασπάσθηκε η ενότητα ενεργείας της καταγγελίας της επίμαχης εργασιακής συμβάσεως, δηλ. ο χρόνος αυτός των 19 ημερών, που μεσολάβησε από την 10-10-1998 μέχρι τη δημόσια κατάθεση της αποζημιώσεως, κρίνεται εύλογος, υπό την εκτεθείσα στη δεύτερη μείζονα σκέψη έννοια, ώστε η καταγγελία, την 10-10-1998, της συμβάσεως εργασίας να είναι έγκυρη και να μην οφείλονται αποδοχές υπερημερίας".
Μετά τις ανωτέρω παραδοχές το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας είναι απορριπτέα. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου θεωρώντας έγκυρη την δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών κατά το χρόνο της καταγγελίας μεταξύ των διαδίκων μερών (πραγματική και προσήκουσα προσφορά της αποζημίωσης κατά την ημέρα της απόλυσης, άρνηση του ενάγοντος να την εισπράξει, και ακολούθως διαπραγμάτευση με τη μεσολάβηση της Επιθεώρησης Εργασίας για τις εν γένει αξιώσεις, είσπραξη αυτής από τον ενάγοντα μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων), έτσι ώστε δεν διασπάται η ενότητα ενέργειας της καταγγελίας.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης επομένως με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, επειδή η καταβολή της αποζημίωσης δεν έγινε την ίδια ημέρα με την εγχείριση του εγγράφου της καταγγελίας, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γενικά για την καταγγελία αλλά και αυτές, σύμφωνα με τις οποίες δικαιολογείται η κατά δεκαεννέα ημέρες καθυστέρηση δημόσιας κατάθεσης της αποζημίωσης (ιδιαίτερες συνθήκες της προκείμενης περιπτώσεως), περιέχουν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Επομένως ο τρίτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη νόμιμης βάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου αίτηση του ....... για αναίρεση της 5499/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ