Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding inadmissible tax-stamped medical certificates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal lacked a legal foundation. The appellant argued that the lower court improperly considered un-taxed medical certificates and ignored evidence proving the documents were posthumous. The court held that the appellate court correctly determined the documents were untaxed and posthumous, making their admission a legal error that did not warrant reversal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 C.Pol.D.; Art. 445 C.Pol.D.; Art. 24 para. 5 ed. a Stamp Act; Art. 51 para. 3 Stamp Act; Art. 62 Stamp Act; Art. 390 C.Pol.D.: An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the court of appeal correctly identifies that un-taxed private documents lack evidentiary value and that evidence submitted after the death of the subject is legally impermissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 93 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 93/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δημόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης:..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6130/2001 μη οριστική,1338/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 587/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 1-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 587/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου ως "πράγματα", κατά την έννοια του εδαφ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, μολονότι έχουν προταθεί ή η λήψη υπόψη μολονότι δεν έχουν προταθεί και ιδρύουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων Ενόψει τούτων οι λόγοι της αίτησης τρίτος περίπτ.
Γ' και τέταρτος περίπτ. Α' καθώς και οι επικουρικώς προβαλλόμενοι τρίτος περίπτ. Α γ' και Β' α' από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι η επικαλουμένη ανεπάρκεια και αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ότι η διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης της είχε συνείδηση των πράξεων της και δεν οδηγήθηκε σ'αυτήν υπό την επήρεια απατηλών ενεργειών, δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που συνέχονται με τις αποδείξεις και με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο σαφώς εκτίθεται στην απόφαση.
Περαιτέρω οι λόγοι τρίτος περίπτ. Β' και Γ β', τέταρτος περίπτ. Β' α και β' με τους οποίους η αναιρεσείουσας προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα και συμπεράσματα ή κρίνει τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων των σχετικών με την κατάσταση και την ικανότητα της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που πιο πάνω εκτίθεται, και γι'αυτό οι ως άνω λόγοι, ως αιτιάσεις από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή με τους λόγους της αίτησης πρώτο (περίπτ. α, β και γ) και τρίτο περ.Α δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι από την 673/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, μετά την απόρριψη της εναντίον της έφεσης με την 8183/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της τελευταίας με την 980/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατέστη αμετάκλητη, υπάρχει δεδικασμένο. 'Όμως όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, οι προαναφερόμενες αποφάσεις έκριναν επί αγωγής η οποία επεδίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω πλαστότητας και μη τήρησης των από το νόμο προβλεπόμενων τυπικών προϋποθέσεων, ενώ η κρινόμενη αγωγή διώκει την αναγνώριση της ακυρότητας της ίδιας διαθήκης, λόγω ανικανότητας της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη, ή την ακύρωση διότι είναι προϊόν απάτης.
Συνεπώς οι πιο πάνω λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που κωλύει την έρευνα του αιτήματος της κρινόμενης αγωγής αλλά αφηγηματικώς αναφέρει ότι με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια και συντάχθηκε σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, παραδοχή η οποία δεν αποκλείει την κρίση ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη λόγω ανικανότητας της διαθέτιδας ή ακυρώσιμη ως προίον απατηλών ενεργειών της αναιρεσίβλητης, που αποτελεί το αίτημα της κρινόμενης αγωγής. Κατά τα λοιπά με τον ίδιο πρώτο λόγο και ειδικότερα με την περίπτωση γ' αποδίδεται και η αιτίαση από τον αρ.8 του άρθ.559 διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας τους σχετικούς με τη γνησιότητα της διαθήκης, με τους οποίους απέκρουε το πόρισμα της γραφολογικής έκθεσης που είχε συνταχθεί στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει "πράγματα" αλλά επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 400 αρ.3 του ΚΠολΔ, στην οποία ορίζεται ότι δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, συνάγεται ότι, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως συμφέρον θεωρείται οποιαδήποτε ωφέλεια που εξαρτάται αμέσως από την έκβαση της δίκης και αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυτής.
Ειδικότερα τα πρόσωπα ενώπιον των οποίων, ως μαρτύρων, συντάσσεται η δημόσια διαθήκη κατά τα άρθρα 1724 επόμ. ΑΚ δεν έχουν από μόνο το λόγο αυτό συμφέρον από την έκβαση της δίκης, που αντικείμενο έχει το κύρος της διαθήκης αυτής, έστω και αν οι λόγοι ακυρότητας συνίστανται σε δικαιοπρακτική ανικανότητα του διαθέτη, γιατί η έκβαση της σχετικής δίκης σε καμμιά περίπτωση δεν θίγει περιουσιακά ή άλλα συμφέροντά τους.
Κατά μείζονα λόγο η έκβαση τέτοιας δίκης δεν θίγει συμφέροντα, περιουσιακά ή άλλα, προσώπων που καλούνται να εξεταστούν ως μάρτυρες, τα οποία συμβαίνει να έχουν συγγενική σχέση με πρόσωπα που παραστάθηκαν ως μάρτυρες κατά τη σύνταξη της διαθήκης από το λόγο και μόνο ότι υπάρχει μεταξύ αυτών συγγένεια και αν ακόμη εναντίον των μαρτύρων αυτών εκκρεμεί ποινική δίωξη για συνέργεια σε πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και από τον αρ. 11α του ίδιου άρθρου, διότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 400 αρ. 3 και έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ειδικότερα προβάλλεται με τους λόγους αυτούς ότι μολονότι η αναιρεσείουσα νόμιμα ζήτησε την εξαίρεση της μάρτυρα ..., πριν από την εξέτασή της, διότι αυτή, ούσα σύζυγος του ... και αδελφή της ..., οι οποίοι παραστάθηκαν ως μάρτυρες της επίδικης δημόσιας διαθήκης, είχε ηθικό συμφέρον να κριθεί η διαθήκη ως έγκυρη, το Εφετείο (όπως και το Πρωτοδικείο) απέρριψε την ένστασή της.
Όσον αφορά τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παραβίαση αφορά δικονομικό νόμο όπως είναι η διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 του ΚΠολΔ για την παράβαση της οποίας δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη συγκεκριμένη διάταξη του εδαφίου 1 του άρθρου 559. Ο λόγος από τον αριθμό 11α του ίδιου άρθρου, ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμος.
Συνεπώς πρέπει οι λόγοι αυτοί ν' απορριφθούν.
Επειδή τα ιδιωτικά έγγραφα που έχουν συνταχθεί με τους νόμιμους τύπους, αν αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε η γνησιότητά τους αποτελούν πλήρη απόδειξη για το ότι η δήλωση που περιέχεται σ' αυτά προέρχεται από τον εκδότη τους (άρθρο 445 α' ΚΠολΔ). Κατά της απόδειξης αυτής επιτρέπεται ανταπόδειξη (445 εδ.β' ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το ότι αυτά προέρχονται από τον εκδότη του, επιτρέπεται όμως απλή ανταπόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσβληθούν ως πλαστά. Η χρονολογία του εγγράφου, μολονότι δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για το κύρος του, είναι στοιχείο που επηρεάζει καθοριστικά την αποδεικτική του σπουδαιότητα. 'Οποιος προσάγει ιδιωτικό έγγραφο οφείλει ν' αποδείξει το χρόνο της σύνταξής του, αν η χρονολογία έκδοσής του αμφισβητηθεί. 'Εναντι όμως των τρίτων τα ιδιωτικά έγγραφα μπορούν ν' αποκτήσουν βέβαιη χρονολογία στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 446 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η περίπτωση "όταν υπάρξει άλλο γεγονός που κάνει με ανάλογο τρόπο βέβαιη τη χρονολογία του".
Εξάλλου κατά το άρθρο 24 παρ.5 εδ.α΄του Κώδικα των νόμων περί τελών χαρτοσήμου, υπόκειται στο τέλος που αναφέρεται σ' αυτό κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο, το οποίο δεν υπόκειται κατά την έκδοσή του σε τέλος χαρτοσήμου, όταν πρόκειται να προσκομισθεί ενώπιον δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 51 παρ.3 και 62 του ίδιου Κώδικα, τα έγγραφα τα οποία δεν έχουν χαρτοσημανθεί νομίμως δεν έχουν καμμία αποδεικτική ισχύ και δεν είναι δυνατόν να προσκομισθούν σε δικαστική αρχή.
Επομένως τα έγγραφα τα οποία δεν έχουν χαρτοσημανθεί νομίμως αποτελούν αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο και η από το δικαστήριο λήψη αυτών υπόψη για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.11 α ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι το προσκομιζόμενο με έγγραφο χαρτοσημάνθηκε ή όχι, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και από τη βεβαίωση στην απόφαση ότι τα έγγραφα προσκομίζονται νομίμως συνάγεται η νόμιμη χαρτοσήμανσή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση με το τρίτο μέρος Α' (περίπτ. α', β') λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις από 30-4-2001 και 4-5-2001 ιατρικές βεβαιώσεις των ιατρών ..., παθολόγου και ..., ψυχιάτρου-νευρολόγου, χωρίς αυτές να φέρουν νόμιμη χαρτοσήμανση και οι οποίες δεν έφεραν βέβαιη χρονολογία, γεγονότα που προβλήθηκαν νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο (Εφετείο) απέρριψε ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, αφού το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας έκρινε ανελέγκτως τη νόμιμη χαρτοσήμανση και προσκομιδή των προαναφερόμενων ιατρικών βεβαιώσεων και ότι αυτές συντάχθηκαν οπωσδήποτε μετά το θάνατο της διαθέτιδας για να χρησιμοποιηθούν για τη συγκεκριμένη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 390 ΚΠολΔ και το δικαστήριο έλαβε αυτές υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2006 αίτηση της ... για αναίρεση της 587/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ