Supreme Court partially allows appeal, quashing conviction for embezzlement but upholding fraud charge due to distinct legal elements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance decision convicting him of fraud and embezzlement. The appellant argued that the prosecution should have ceased due to the statute of limitations because individual acts were below the monetary threshold. The court rejected this regarding fraud but accepted it for embezzlement, ruling that the two crimes are legally distinct despite their factual connection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 386(1) and 3(1)(a) of the Penal Code; Article 98(2) of the Penal Code; The court established that fraud and embezzlement are distinct crimes requiring separate legal analysis, allowing the statute of limitations defense to apply to embezzlement while upholding the fraud conviction based on the specific elements of deception and loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 93 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 93/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη-Εισηγητή και Δημήτριο Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Λ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 213/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρισας, με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ. του Γ., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1474/2005.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον αό το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.ε' (και τώρα στοιχ.δ') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτούν ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ'αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλ'αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε το Συμβούλιο την παραπεμπτική κρίση του. Παραπέρα κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά αυτή έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα απ'αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυση ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Παραπέρα κατά την παρ.3 εδ.α' και β' του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών [73.000.000 ευρώ].
Κατά δε το άρθρο 13 εδ.στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ.1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.
Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν.2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 375 και 386 του ΠΚ προκύπτει ότι αν τα εγκλήματα της απάτης και της υπεξαίρεσης στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη πραγματική συρροή. Στην περίπτωση δε που ο δράστης απέκτησε με απάτη τον εν συνεχεία ιδιοποιούμενο πράγμα δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι αυτή απορροφάται από την απάτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ.213/2005 βούλευμά του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων εξετασθέντων μαρτύρων, επισυναπτομένων στη δικογραφία εγγράφων, απολογία του κατηγορουμένου, απολογητικό υπόμνημά του και τις εξηγήσεις που αυτός έδωσε κατά την αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνισή του), ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Ο μηνυτής (Α.
Κ.), ο οποίος διατηρεί στο Βόλο, επί της οδού Ιωλκού 5, πρακτορείο ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΛΑΧΕΙΩΝ και ΞΥΣΤΟ, κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-1994 έως 10-10-1996, προμηθεύτηκε από τον κατηγορούμενο (Ι. Κ.), ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία "Ι. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εμπόρευμα, ήτοι στιγμιαία λαχεία "ΞΥΣΤΟ", συνολικής αξίας 1.155.548.082 δραχμών, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση αυτών στους πελάτες του, στο Νομό Μαγνησίας.
Ο ανωτέρω μηνυτής αγόραζε από την ως άνω εταιρία λαχεία "ΞΥΣΤΟ" σε τιμή ίση με το 89,5% της ονομαστικής τους αξίας. Το υπόλοιπο 10,5% αποτελούσε αμοιβή του μηνυτή και των μετέπειτα λιανοπωλητών, ενώ από το 89,5% της αξίας των λαχείων, το οποίο ο μηνυτής κατέβαλε στην ανωτέρω εταιρία και ειδικότερα στον κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή αυτής, με τον οποίο συναλλάσσονταν, το 0,5% παρακρατούσε η εταιρία ως προμήθεια και το υπόλοιπο 89% της αξίας των λαχείων το απέδιδε στην εταιρία διαχειρίσεως του λαχείου "ΞΥΣΤΟ", με την επωνυμία "Στιγμιαίο Λαχείο Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα.
Κατά τη συμφωνία τους το τίμημα των αγορασθέντων λαχείων, το οποίο επιστώνετο για 18 ημέρες, καλύπτονταν αφ'ενός με εμβάσματα μετρητών και με αποστολές σε αυτόν (κατηγορούμενο) κερδισμένων λαχείων, τα οποία στη συνέχεια θα εξαργύρωνε στην εκδότρια εταιρία των λαχείων και αφετέρου με επιταγές της Τράπεζας Εργασίας αρχικά και Κρήτης μεταγενέστερα, εκδόσεως του ως άνω αγοραστή, οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες για 18 ημέρες από της εκδόσεώς του, πληρωτέες σε διαταγή της πωλήτριας εταιρίας και σε χρέωση του λογαριασμού όψεως που τηρούσε ο μηνυτής στις ως άνω Τράπεζες.
Ειδικότερα οι συναλλαγές μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου των κατηγορουμένων διενεργούνταν ως εξής: Ο μηνυτής αρχικά εξαργύρωνε με δικά του χρήματα (της επιχείρησής του) τα κερδισμένα λαχεία ΞΥΣΤΟ των πελατών του. Στη συνέχεια συσκεύαζε τα κερδισμένα λαχεία σε ειδικούς φακέλους, τους οποίους έστελνε στην εταιρία, με την επωνυμία "Ι.
Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Οι φάκελοι αυτοί έφεραν τέσσερις αποδείξεις, στις οποίες αναγράφονταν η ημερομηνία αποστολής και το ποσό που αντιστοιχούσε στα κερδισμένα λαχεία ΞΥΣΤΟ, ενώ από τις εν λόγω αποδείξεις μία κρατούσε ο μηνυτής, μια η ανωτέρω εταιρία και δύο αποδίδονταν στην εταιρία, με την επωνυμία "Στιγμιαίο Λαχείο Α.Ε.".
Στη συνέχεια, αφού ο μηνυτής κατέθετε στο λογαριασμό του όψεως μετρητά, τα οποία κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της εκάστοτε επιταγής ή και ολόκληρη την επιταγή, η εταιρία με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", κατέθετε με τη σειρά της τα χρήματα που προέκυπταν από τη δραχμοποίηση των εξαργυρωμένων ΞΥΣΤΟ, προκειμένου να καλύπτεται το υπόλοιπο μέρος της εκάστοτε επιταγής που είχε εκδώσει ο μηνυτής, σε διαταγή του κατηγορουμένου, για την αγορά των λαχείων ΞΥΣΤΟ από την εταιρία, της οποίας ο τελευταίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής.
Καθ'όλη τη διάρκεια της εμπορικής τους συναλλαγής, η οποία διήρκησε από 28-9-1994 έως 10-10-1996, ο κατηγορούμενος δεν χορηγούσε στο μηνυτή δελτία αποστολής, τιμολόγια, αντίγραφα καρτελών, αλλά ούτε και αποδείξεις εξοφληθεισών επιταγών. Επίσης στην καρτέλα του λογιστηρίου του δεν κατέγραφε όλες τις αποστολές κερδισμένων ξυστό με αποτέλεσμα να μην φαίνεται ότι εξοφλήθηκε και το αντίστοιχο εμπόρευμα, ενώ εξ αιτίας της μεγάλης κίνησης των λαχείων ΞΥΣΤΟ που πραγματοποιούσε η επιχείρηση του μηνυτή, δεν ήταν εφικτός ο συνεχής έλεγχος της κινήσεως του λογαριασμού του μηνυτή, όπως την εμφάνιζε το λογιστήριο της ανωτέρω εταιρίας, η οποία τηρούσε βιβλία Γ' κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
Εκμεταλλευόμενος λοιπόν αυτή την κατάσταση και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος παρίστανε ψευδώς στο μηνυτή ότι του όφειλε χρήματα ενώ αυτό δεν ήταν αληθές. Συγκεκριμένα: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από 28.9.1994 μέχρις στις 31-12-1994 αν και γνώριζε ότι το υπόλοιπο της καρτέλας του μηνυτή δεν θα έπρεπε να εμφανίζει το χρεωστικό υπόλοιπο των 104.052.907 δρχ., αλλά το ποσό των 67.334.548 δρχ., παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι όφειλε στην εταιρεία που εκπροσωπούσε, από την προαναφερόμενη εμπορική συναλλαγή, το ποσό των 104.052.907 δρχ., 2) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι τις 31-12-1995 παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι από την προαναφερόμενη εμπορική συναλλαγή και σε συμψηφισμό με την προηγούμενη οφειλή του, όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 731.444.075 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 638.869.265 δρχ., 3) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι τις 10-10-1996 παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι από την προηγούμενη εμπορική συναλλαγή όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 372.037.431 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 345.291.362 δρχ., δηλαδή όφειλε να του καταβάλει επί πλέον το ποσό των 26.746.069 δρχ. 'Ετσι, πέτυχε να πείσει το μηνυτή και να καταβάλει το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικό ποσό των 51.986.331 δρχ., κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία του με αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, και για τον ίδιο ως άνω σκοπό κατέθεσε στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 7-1-1997 αίτησή του για έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του μηνυτή και προσκόμισε τις με αριθμό ..., ..., ... και ... επιταγές της Τράπεζας Κρήτης που είχαν εκδοθεί στον Βόλο από τον Α. Κ. σε διαταγή του κατηγορουμένου, ποσού 6.175.000, 7.092.875, 17.184.000, 6.444.000 αντίστοιχα, ήτοι συνολικού ποσού 36.895.875 δραχμών, παριστάνοντας ψευδώς στον ως άνω Δικαστή ότι το ποσό των ως άνω επιταγών οφείλετο, παρότι γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές, καθόσον το σχετικό ποσό είχε ήδη καταβληθεί. 'Ετσι, έπεισε αυτόν να εκδώσει την υπ'αριθμ. 9/1997 διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεωνόταν ο μηνυτής να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικό ποσό των 36.895.875 δραχμών, κατά το οποίο και ζημιώθηκε η περιουσία του με αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου.
Την πιο πάνω πράξη, ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε συνδρομή των περιστάσεων αυτών αποδεικνύεται από την επανειλημμένη τέλεση των απατηλών ενεργειών που διαπράχθηκαν εξακολουθητικώς και την προπαρασκευή αυτών, ενώ πρόδηλος ήταν ο σκοπός αποκομίσεως εισοδήματος. Τέλος, από την εξακολουθητική τέλεση σαφώς προκύπτει και ότι υπήρχε στον κατηγορούμενο σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης.
Ο εκκαλών δια των υποβληθέντων ενώπιον του Ανακριτή Α' Τμήματος Βόλου απολογητικών υπομνημάτων του αρνείται την ανωτέρω πράξη και διατείνεται "ότι δεν προκύπτουν καθόλου ενδείξεις ενοχής. Ίχνος δόλου δεν ανιχνεύεται υποκειμενικώς και αντικειμενικώς δεν χρωστά δραχμή". Αβάσιμοι όμως ελέγχονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί του με την από 31-8-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εφοριακού υπαλλήλου Ι.
Ζ., από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όφειλε στο μηνυτή το ποσό των 51.986.331 δραχμών, με την από 4-2-2002 αίτηση του πραγματογνώμονα Α. Κ. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, ο οποίος αναφερόμενος στην με αριθμό 70/1999 πραγματογνωμοσύνη του διορθώνει αυτήν και καταλήγει ότι ο Α.
Κ. όχι μόνο δεν οφείλει 17.659.580 δραχμές, αλλά έχει λαμβάνειν από τον Ι. Κ. το ποσό των 51.986.331 δραχμών. Και τέλος με την υπ'αριθμ. 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, στο σκεπτικό της οποίας διαλαμβάνεται ότι οι επίδικες Τραπεζικές Επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη με αριθμό 9/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έχουν εξοφληθεί και δεν οφείλεται κανένα ποσό γι'αυτές.
Σημειώνεται ότι στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος και στα υπό στοιχεία β' και γ' αυτού, εκ προφανούς παραδρομής ανεγράφησαν τα ψευδώς και πραγματικώς οφειλόμενα χρηματικά ποσά αντιστρόφως, τα οποία και πρέπει να διορθωθούν ως εξής: β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι τις 31-12-1995 παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι από την προαναφερόμενη εμπορική συναλλαγή και σε συμψηφισμό με την προηγούμενη οφειλή του, όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 731.444.075 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 638.869.265 δρχ.
και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρις τις 10-10-1996 παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι για το παραπάνω χρονικό διάστημα από την προαναφερόμενη εμπορική συναλλαγή, όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 372.037.431 δρχ., ενώ στην πραγματικότητα όφειλε να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 345.291.362 δρχ. δηλαδή όφειλε να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 26.746.069 δρχ.
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος, τέλεσε και την πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος διότι, το συνολικό ποσό των 51.986.331 δραχμών που αποκόμισε προς βλάβη της περιουσίας του παθόντος-μηνυτή, κατά κατάχρηση της εμπιστοσύνης του, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το κατείχε με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και συγκεκριμένα με την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, με την επωνυμία "Ι.
Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.Ε". Τα ποσά αυτά ο κατηγορούμενος τα παρακράτησε παράνομα, τα ιδιοποιήθηκε και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς τη συναίνεση του εντολέως του -πολιτικώς ενάγοντος, κατά κατάχρηση της εμπιστοσύνης του τελευταίου, στα πλαίσια της μεταξύ τους εμπορικής συναλλαγής, εφ'όσον είχε το δικαίωμα, να ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως του και ειδικότερα:
α) κατά το χρονικό διάστημα από 2-9-1994 μέχρι 31-12-1995, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 25.240.262 δραχμών, τα οποία όφειλε να του καταβάλλει ως αχρεωστήτως καταβληθέντα από τον μηνυτή και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι 10-10-1996 ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 26.746.069 δραχμών που όφειλε να του καταβάλει ως αχρεωστήτως καταβληθέν από τον τελευταίο και συνολικά ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 51.986.331 δραχμών.
Τα ανωτέρω ποσά όφειλε να τα αποδώσει στον μηνυτή, μετά δε την πάροδο ευλόγου χρόνου οριστικοποιήθηκε η βούληση του κατηγορουμένου προς παράνομη ιδιοποίηση αυτών, ενώ η δόλια προαίρεση του τελευταίου επιβεβαιώθηκε και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του, διότι ο πολιτικώς ενάγων τον όχλησε επανειλημμένα να αποδώσει αυτά, αλλά εκείνος αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι "δεν προκύπτουν καθόλου ενδείξεις ενοχής.....
δεν χρωστά δραχμή και ότι.......δεν ανιχνεύεται υποκειμενικώς και αντικειμενικώς ίχνος δόλου.....".
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ'ουσίαν, δεδομένου ότι, με την από 31-8-2001 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του εφοριακού υπαλλήλου Ι. Ζ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος όφειλε στον μηνυτή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 51.986.331 δραχμών, με την από 4-2-2002 αίτηση του πραγματογνώμονα Α.
Κ. προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Βόλου, ο οποίος αναφερόμενος στην υπ'αριθμ. 70/1999 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του διορθώνει αυτήν και καταλήγει ότι ο μηνυτής (Α. Κ.) όχι μόνον δεν οφείλει 17.659.580 δραχμές, αλλά έχει λαμβάνειν από τον κατηγορούμενο το προαναφερόμενο ποσό των 51.986.331 δραχμών και τέλος με την υπ'αριθμ. 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, στο σκεπτικό της οποίας διαλαμβάνεται ότι οι επίδικες τραπεζικές επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη με αριθμ. 9/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έχουν εξοφληθεί και δεν οφείλεται κανένα ποσό γι'αυτές".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας έκρινε με το προσβαλλόμενο με αριθ. 213/2005 βούλευμά του ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για το ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την ποία το συνολικό όφελος αυτού και η συνολική ζημία του μηνυτή Α.
Κ. υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών [15.000 ευρώ] και κατόπιν τούτου απέρριψε κατά τούτο την υπ'αριθ.130/20-4-2004 έφεση τούτου (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) και επικύρωσε το πρωτόδικο με αριθ.66/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός (κατηγορούμενος) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας για να δικαστεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη.
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και παραθέτει τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 και 3 εδ.α' του ΠΚ που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφάρμοσε.
Ειδικότερα στην κατηγορία των εγγράφων, που μνημονεύονται μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων στο προσβαλλόμενο βούλευμα, περιλαμβάνονται τόσον η από'26-4-2004 λογιστική γνωμοδότηση του Π. Β., λογιστή του κατηγορουμένου, που εκδόθηκε προς αντίκρουση της από 10-10-2003 αγωγής του μηνυτή κατ'αυτού (κατηγορουμένου), όσον και τα έγγραφα που συνοδεύουν τα υπομνήματα αυτού.
Συνεπώς δεν απαιτείτο ειδικότερη μνεία των αποδεικτικών αυτών στοιχείων και τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα απ'αυτά. Παραπέρα από την παρατιθέμενη στο προσβαλλόμενο βούλευμα ως άνω αιτιολογία σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχτηκε ότι ο παθών μηνυτής Α. Κ., λόγω της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, προέβη σε πράξη συνεπαγόμενη βλάβη της περιουσίας του. Τέλος αιτιολογούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της προαναφερθείσης αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απάτης, αφού το βούλευμα δέχεται επανειλημμένη τέλεση της, λόγω του εξακολουθητικού χαρακτήρα της.
Συνεπώς είναι αβάσιμες και απορριπτέες οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις, που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, οι οποίες επιχειρείται να επιστηριχθούν στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.ε' (και τώρα στοιχ.δ') του ΚΠΔ. Τέλος, έγινε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος αυτού (κατηγορουμένου) και η συνολική ζημία του μηνυτή Α. Κ. υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών [15.000 ευρώ], που προβλέπεται από τις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ.1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αυτού αντικ. με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.3721/1999 και 98 παρ.2 του ΠΚ που προστέθηκε με την υποπαρ. 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού με την άθροιση των ποσών των μερικότερων πράξεων, που όλες είχαν τελεστεί πριν από την ισχύ του Ν.2721/1999, προέκυπτε συνολικό περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου και αντίστοιχη συνολική περιουσιακή ζημία του μηνυτή, ανώτερη του ποσού των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ).
Συνεπώς είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος ο από το άρθορ 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ.1 και 3 εδ.α' και 98 παρ.2 του ΠΚ, με τον οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίασή ότι, αφού το όφελος και η αντίστοιχη ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, που δεν προσδιορίζεται στο βούλευμα, ήταν κατώτερη των 5.000.000 δραχμών και αφού όλες οι επί μέρους πράξεις τελέσθηκαν από 2-9-1994 έως 7-1-1997, έπρεπε το Συμβούλιο να παύσει οριστικώς την για τις πράξεις αυτές ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη λόγω της επελθούσης παραγραφής τους.Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθόσον αφορά την πράξη της κακουργηματικής απάτης.
Αντιθέτως αυτή πρέπει να γίνει δεκτή για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που συρρέει μόνον φαινομενικά με την κακουργηματική απάτη και απορροφάται απ'αυτήν, δεδομένου ότι αυτή αφορά ιδιοποίηση από τον κατηγορούμενο του αυτού ως άνω χρηματικού ποσού που είχεν αποκτηθεί απ'αυτόν με την προηγηθείσα ως άνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης.
Κατόπιν δε τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ.1 και 518 του ΚΠΔ, κατά το μέρος του που αφορά την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της κακουργηματική υπεξαίρεσης και να αποφανθεί το Δικαστήριο τούτο που δικάζει σε Συμβούλιο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την πράξη αυτή (της κακουργηματικής υπεξαίρεσης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται μερικά την από 19 Ιουλίου 2005 και με αριθ. 6/2005 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. του Λ., κατοίκου ... κατά του με αριθ.213/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Αναιρεί το βούλευμα αυτό κατά το μέρος του που αφορά την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης.
Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ι. Κ. του Λ. για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτόν στο Βόλο κατά το χρονικό διάστημα από 2-9-1994 έως 7-1-1997 εις βάρος τους Α. Κ. του Γ., κατοίκου .... Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη ως άνω από 19 Ιουλίου 2005 αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ