Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, ruling facts show no exclusive control by plaintiff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting her claim of ownership via adverse possession. The appellant argued the court erred in finding she lacked exclusive control over the property, while the respondent Israelite Community maintained the property remained under their ownership. The court ruled that the appellant never exercised the necessary exclusive control with the intent of a owner, and the second appeal ground regarding insufficient reasoning was inadmissible as it addressed a counter-claim rather than the main issue.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1045, 1051, 974 Civil Code; Art. 559, 19 Code of Civil Procedure: Adverse possession requires continuous twenty-year exclusive control with owner intent; appeals based on insufficient reasoning regarding counter-claims are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 939 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 939/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Ι. Γ., το γένος Α. Π.-Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Χατζηαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7535/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1418/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο, είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 149,27 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στην οδό Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός αριθμ. 56 της Θεσσαλονίκης και συνορεύει βορειοδυτικά με οικόπεδο κληρονόμων Μ.
Κ., βορειοανατολικά με οικόπεδο αγνώστων ιδιοκτητών, νοτιοανατολικά με οικόπεδο Μ. Α. και με οικόπεδο ΟΠΑΙΕ και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Ε. Σ. και ήδη της ενάγουσας. Στα όριά του με τις άνω ιδιοκτησίες βορειο-δυτικά, βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά υφίστανται ανέκαθεν παραπήγματα, το ένα από τα οποία χρησίμευε παλαιότερα εκ κατασκευής ως μαγειρείο, που εξυπηρετούσε τα άλλα δύο.
Τα τρία αυτά παραπήγματα, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του οικοπέδου, ενώ ο ελεύθερος, ακάλυπτος χώρος ανάμεσα σ' αυτά ανέρχεται σε 35 τετραγωνικά μέτρα, από τα οποία τα οκτώ τετραγωνικά μέτρα αποτελούν ένα στενό φυσικό διάδρομο, τα υπόλοιπα 17 τετραγωνικά μέτρα βρίσκονται προς το βορειοανατολικό όριό του και τα υπόλοιπα 10 τετραγωνικά μέτρα προς το νοτιοδυτικό όριο.
Αυτά τα παραπήγματα, τα παραχωρούσε κατά χρήση η εναγομένη σε άπορους ή χαμηλού εισοδήματος Ισραηλίτες, όπως και παρακάτω θα αναφερθεί. Κατά το έτος 1959 η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στο όμορο του επιδίκου ακίνητο της Ε. Σ., εμβαδού 84 τετραγωνικών μέτρων περίπου, επί του οποίου υπήρχε παλαιά οικία, εμβαδού 25 τετρ.
μέτρων. Με την αριθμ. έκθ. κατάθ. 8944/6-3-2000 αγωγή της, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έστρεψε κατά της Ε. Σ., επικαλούμενη ότι, αγόρασε άτυπα από αυτήν το άνω ακίνητο το έτος 1959 και ότι έκτοτε το κατείχε με διάνοια κυρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία αυτού. Η αγωγή της αυτή, συζητήσεως γενομένης την 1-12-2000, ερήμην της, αγνώστου διαμονής, εναγομένης, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 2577/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που ήδη κατέστη τελεσίδικη, ως ομολογημένη, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης, σύμφωνα με το τεκμήριο ομολογίας του άρθρου 271 ΚΠολΔ, που ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι, η ενάγουσα, που εργαζόταν ως καθαρίστρια στο Σιδηροδρομικό Σταθμό και παράλληλα διατηρούσε συνοικιακό ανθοπωλείο, από το έτος 1960 περίπου άρχισε να χρησιμοποιεί τμήμα του πιο πάνω ακάλυπτου χώρου, που δεν προσδιορίσθηκε από τους μάρτυρές της, για να φυτεύει ή μεταφυτεύει λουλούδια, τοποθετεί γλάστρες και να καλλιεργεί κηπευτικά.
Το ότι χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό τμήμα μόνο του ακάλυπτου χώρου, συνάγεται από το γεγονός ότι, στο διάδρομο, μήκους οκτώ τετραγωνικών μέτρων, δεν μπορούσε να φυτεύσει οτιδήποτε, γιατί είναι προφανές ότι χρησίμευε αυτός για τη διέλευση προς τα παραπήγματα. Η ίδια τοποθέτησε και πρόχειρη συρμάτινη περίφραξη στο νοτιοδυτικό άκρο του επιδίκου, που έχει πρόσοψη στην άνω οδό, προφανώς για να προστατεύει τα φυτά της εμπορίας της, καθώς στο όριο αυτό και στο τμήμα αυτό δ εν υπήρχαν κτίσματα.
Άλλου είδους διακατοχικές πράξεις δεν αποδείχθηκε ότι ενεργούσε η ενάγουσα στο επίδικο και ιδίως δεν αποδείχθηκε ότι προέβαινε σε κατασκευαστικές εργασίες συντήρησης των παραπηγμάτων, όπως όλως αορίστως διατείνεται η ίδια, αλλά δεν επιβεβαίωσαν ούτε οι μάρτυρες της. Τις άνω όμως διακατοχικές πράξεις, με βάση τις οποίες η ίδια διατείνεται ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου από το έτος 1979, τις ασκούσε, χωρίς διάνοια κυρίου, με την ανοχή της εναγομένης και των μισθωτών της σε ούτως ή άλλως μικρό τμήμα του ακινήτου και σε βαθμό, που δεν παρακώλυε τη χρήση του μισθίου από εκείνους (μισθωτές) καθώς, όπως αποδείχθηκε και παραπάνω αναφέρεται κατά την κρίσιμη εικοσαετία 1959-1979, εγκαθίσταντο κατά περιόδους, στα προαναφερόμενα παραπήγματα, πρόσωπα Ισραηλιτικής καταγωγής, είτε ως μισθωτές, είτε βάσει παρακλητικής σχέσης με την εναγομένη Ισραηλιτική Κοινότητα, στο ίδρυμα της οποίας "Ματανώθ Λαεβιονείμ" είχε δωρίσει το επίδικο ακίνητο, με δωρεά εν ζωή του έτους 1938, το μέλος αυτής (Ισραηλιτικής Κοινότητας) Μ.
Β., ο οποίος είχε παρακρατήσει την επικαρπία αυτού εφ' όρου ζωής του ιδίου και της συζύγου του, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../18-4-1938 πράξη του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αστερίου Σγουρού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 103, με αύξοντα αριθμό ... .
Το γεγονός αυτό (της εκμίσθωσης κλπ του επιδίκου) επιβεβαίωσε ενόρκως στο ακροατήριο ο μάρτυρας ανταπόδειξης, πρώην προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος της εναγομένης και επί πολλά έτη αναπληρωτής του Γενικού Διευθυντή της (και ήδη συνταξιούχος) Ι. Σ., του οποίου η κατάθεση ενισχύεται και από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως α) από 13-4-1967 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εναγομένη εκμίσθωσε ένα από τα παραπήγματα στη Μ.
Α., για ένα έτος. Πλην όμως η μίσθωση αυτή παρατάθηκε μέχρι και τα έτη 2000-2001 αντί ετησίου μισθώματος 2000 δραχμών, το οποίο δηλώθηκε και στη Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και διατέθηκε για σκοπούς του ιδρύματος, β) την από 7-9-1976 δήλωση της Ε. Κ., προς την οποία παραχωρήθηκε η χρήση του επιδίκου άνευ ανταλλάγματος. Η έλλειψη διάνοιας κυρίου κατά την άσκηση από αυτήν των πιο πάνω περιορισμένων διακατοχικών πράξεων, προκύπτει και από τις ομολογίες της σε σειρά δικογράφων της και ειδικότερα:
α) ενώ στην ένδικη αγωγή της ισχυρίζεται, όπως ήδη πιο πάνω έχει αναφερθεί, ότι έγινε κυρία του επιδίκου από το έτος 1979, στην προμνημονευόμενη αγωγή, που άσκησε το έτος 2000 εναντίον της Ε. Σ., κατά την περιγραφή του τότε διεκδικούμενου από την ίδια ακινήτου, αν έφερε ως βορειοανατολικό σύνορο το επίδικο, προσδιορίζοντας αυτό ως ιδιοκτησία "Κοινότητας Ισραηλιτών" και όχι ως δική της ιδιοκτησία, β) πριν ασκήσει την πιο πάνω αγωγή εναντίον της Ε.
Σ., άσκησε την από 12-1- 2000, αριθμ. έκθ. κατάθ. 1852/2000 ταυτόσημη αγωγή εναντίον της Ισραηλιτικής Κοινότητας, από την οποία ακολούθως παραιτήθηκε, στην οποία, αφού ιστορούσε τα περί άτυπης αγοράς του ακινήτου από τη Ε. Σ., εν συνεχεία ανέφερε επί λέξει ότι: "τους τελευταίους όμως μήνες η εναγομένη Κοινότητα, η οποία έχει όμορη ιδιοκτησία με τη δική μου με ενοχλεί τηλεφωνικά και αμφισβητεί την κυριότητά μου επί του ακινήτου μου, διαδίδοντας, ότι δήθεν έχει δικαιώματα επ' αυτού", γ) επειδή το ακίνητο που αγόρασε από την Ε.
Σ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για τη διάνοιξη της Δυτικής Εισόδου Θεσσαλονίκης, η ίδια (ενάγουσα), πριν ακόμη αναγνωρισθεί κυρία αυτού, άσκησε την αριθμ. έκθ. κατάθ. 3453/31-1-2000 αίτηση της περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ακολούθως την αριθμ. έκθ. κατάθ. 4790/21-11-2000 αίτηση της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, τις οποίες έστρεψε, μεταξύ άλλων και εναντίον της ήδη εναγομένης Ισραηλιτικής Κοινότητας, ως ιδιοκτήτριας του επιδίκου και υπόχρεης προς αποζημίωση για προσκυρούμενα σ' αυτό (επίδικο) τμήματα του άλλου οικοπέδου, που αυτή (ενάγουσα και τότε αϊ τ ούσα) αγόρασε από την Ε.
Χ.. Μάλιστα, όπως διευκρινίζει η ίδια (ενάγουσα), την πιο πάνω αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή κατά της Ε. Χ., την άσκησε για να καταστεί δυνατό να εισπράξει την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης. Με αυτά τα δεδομένα, αν θεωρούσε, ότι είχε γίνει κυρία από το έτος 1979 και του επιδίκου, αφενός θα έπρεπε να είχε ασκήσει, ταυτόχρονα με την προηγούμενη και την ένδικη αγωγή κατά της εναγομένης Ισραηλιτικής Κοινότητας και όχι να ασκήσει αυτήν μετά πάροδο έξι ετών, όπως τελικώς έπραξε και αφετέρου και αυτονόητα δεν θα έπρεπε να επιδιώκει την καταβολή από αυτήν αποζημιώσεως.
Τις προεκτιθέμενες εξώδικες ομολογίες της επιχειρεί ήδη να ανατρέψει η ενάγουσα, ανεπιτυχώς όμως, ισχυριζόμενη ότι, ορισμένα δικόγραφα, που δεν προσδιορίζει, ασκήθηκαν χωρίς τη δική της εντολή από την τότε πληρεξούσια δικηγόρο της, με την οποία και για το λόγο αυτό διέρρηξε τις σχέσεις της. Όμως από τα προσκομιζόμενα από την ίδια (ενάγουσα) έγγραφα και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθμ. 1185/25-1-2005 αγωγή της εναντίον της δικηγόρου της, β) την από 22-11-2004 εξώδικη διαμαρτυρία της κατ' αυτής (δικηγόρου της) και γ) το από 3-3-2006, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο δια κανόνισαν τις διάφορες τους, προκύπτει ότι, αιτία της ρήξης των σχέσεων τους, υπήρξε το γεγονός ότι, η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος εισέπραξε την καθορισθείσα αποζημίωση της απαλλοτρίωσης από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεν την απέδωσε σ' αυτήν, παρά μόνο όταν πληροφορήθηκε η ίδια (ενάγουσα) πολύ αργότερα, κατόπιν έρευνας που διενήργησε η θυγατέρα της, ότι η αποζημίωση είχε παρακατατεθεί στο Ταμείο παρακαταθηκών και Δανείων και είχε εισπραχθεί, οπότε και επιχείρησε τότε η εν λόγω δικηγόρος να τη συμψηφίσει με αμοιβές που ισχυρίσθηκε ότι δικαιούται για "διάφορες δικαστικές ενέργειες", τη διενέργεια ή αναγκαιότητα των οποίων αμφισβήτησε πράγματι η ενάγουσα, οι οποίες όμως (αμφισβητηθείσες δικαστικές ενέργειες) δεν καταγράφονται και ως εκ τούτου δεν προσδιορίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο στα άνω έγγραφα, ώστε να μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί και διακριβωθεί, ότι είναι οι προαναφερόμενες και όχι άλλες.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, το επίδικο ουδέποτε εξέφυγε από τη νομή και συνακόλουθα από την κυριότητα της εναγομένης και η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της φυσικής εξουσιάσεως του επιδίκου από την αναιρεσείουσα, χωρίς διάνοια κυρίας, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι αυτή δέχτηκε, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι "... κατά την κρίσιμη εικοσαετία 1959 - 1979 εγκαθίσταντο κατά περιόδους, στα προαναφερόμενα παραπήγματα, πρόσωπα Ισραηλιτικής καταγωγής, είτε ως μισθωτές είτε βάσει παρακλητικής σχέσης με την εναγόμενη Ισραηλιτική Κοινότητα, στο ίδρυμα της οποίας ¨Ματανώθ Λαεβιονείμ¨ είχε δωρίσει το επίδικο ακίνητο, με δωρεά εν ζωή του έτους 1938, το μέλος αυτής (Ισραηλιτικής Κοινότητας) Μ.
Β., ο οποίος είχε παρακρατήσει την επικαρπία αυτού εφ' όρου ζωής του ιδίου και της συζύγου του ... επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω, το επίδικο ουδέποτε εξέφυγε από τη νομή και συνακόλουθα την κυριότητα της εναγομένης και η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται όχι σε ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή σε αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής ή ενστάσεως, αλλά σε αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής από την αναιρεσίβλητη, που επικαλέστηκε προς αντίκρουση της αγωγής, ότι αυτή είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, πριν από την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα με την αγωγή της κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.10.2009 αίτηση της Ε. συζ. Ι. Γ., για αναίρεση της 1418/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ